Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014
posted by Librofilo at Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014 | Permalink
EXPO 58
Τα βιβλία του πολύ καλού Βρετανού συγγραφέα Jonathan Coe (Birmingham,1961), ακόμα και τα λιγότερο επιτυχημένα, διαβάζονται ευχάριστα και δεν απαιτούν ιδιαίτερη νοητική προσήλωση. Οι ιστορίες του κυλάνε λόγω της αφηγηματικής του δεινότητας και της εκπληκτικής αίσθησης χιούμορ που τις διαπερνάει απ’άκρη σ’άκρη. Όταν δε, ο Κόου έχει να αφηγηθεί και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με μεγαλύτερες δόσεις χιούμορ απ’ότι συνήθως, όπως συμβαίνει στο εξαιρετικό του μυθιστόρημα «EXPO 58», (Εκδ. Πόλις, (ωραία) μετάφρ. Μ.Ζαχαριάδου, σελ.362), τότε η αναγνωστική απόλαυση είναι δεδομένη.

Δεκατρία χρόνια μετά την λήξη του Β Παγκοσμίου πολέμου, της μεγαλύτερης τραγωδίας που είχε ζήσει η ανθρωπότητα και εν μέσω ενός ανελέητου Ψυχρού πολέμου μεταξύ Δύσης και Ανατολής, αποφασίστηκε να διεξαχθεί στο Βέλγιο, συγκεκριμένα στις Βρυξέλλες, η Παγκόσμια Έκθεση, Έξπο 58. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που οι λαοί όλου του κόσμου θα συναθροίζονταν σε ένα χώρο ειρηνικά, με σκοπό να επιδείξουν τον τρόπο ζωής τους και (οι πιο «προηγμένες») τα τεχνολογικά τους επιτεύγματα.

Το δέκατο μυθιστόρημα του Κόου λοιπόν, αρχίζει με ένα πραγματικό γεγονός. Την διοργάνωση από πλευράς της Βρετανικής αντιπροσωπείας, της συμμετοχής της χώρας στην Παγκόσμια Έκθεση. Για να επιβλέψει την λειτουργία μιας αντιπροσωπευτικής παμπ, που θα έχει το εμφαντικό όνομα «Μπριτάνια» για ένα περίπου εξάμηνο, επιλέγεται ένας συνεπής κατώτερος υπάλληλος της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών, ο νεαρός Τόμας Φόλεϊ, προερχόμενος από τα λαϊκά στρώματα και χωρίς ανώτερη εκπαίδευση, του οποίου όμως η μητέρα είναι Βελγίδα και ο πατέρας είχε τη διεύθυνση μιας παμπ στο παρελθόν. Ο Φόλεϊ είναι παντρεμένος με την Σύλβια και έχουν ένα μωρό ενώ πληρώνουν και τις δόσεις από ένα στεγαστικό δάνειο επειδή αγόρασαν ένα σπίτι σε μια μικροαστική περιοχή. Θεωρεί ότι οι 6 μήνες μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του, θα είναι ένα πρόβλημα, αλλά η ανάθεση αυτή θα αποτελέσει εφαλτήριο για την άνοδό του στην υπηρεσία και τις μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές, οπότε δεν το πολυσκέπτεται και αποδέχεται την πρόταση.

Ο Φόλεϊ, είναι ένας άνδρας με ωραία εμφάνιση -  κάτι μεταξύ Γκάρι Κούπερ και Ντερκ Μπόγκαρντ, με καλούς τρόπους αλλά κατά βάση αφελής και ακαλλιέργητος. Μένει έκπληκτος με το που πατάει το πόδι του στις Βρυξέλλες και αντικρίζει την Έκθεση, το υπερμεγέθες Ατόμιουμ (μεγάλο εφέ του χώρου), τα περίπτερα, τον χώρο συνολικά. Έκπληκτος μένει και που αντικρύζει την Άννεκε, την Φλαμανδή κοπέλα που τον παραλαμβάνει από το αεροδρόμιο και τον ξεναγεί στους χώρους. Νιώθει ότι βρίσκεται στο κέντρο των πραγμάτων, η ανάμειξη με τύπους από άλλα έθνη και οι όμορφες γυναίκες τον ενθουσιάζουν και η εικόνα της Σύλβιας και του μωρού τους αρχίζει να ξεθωριάζει. Ο Φόλεϊ, ο ήρωας του Κόου, τυπικός Άγγλος παρατηρεί έκπληκτος ότι υπάρχει ένας διαφορετικός κόσμος μόλις περάσεις την Μάγχη και συγκρίνει συνεχώς, ενώ όλα δείχνουν να τον τραβάνε μακριά από την οικογένειά του.

Δεν είναι όμως τόσο ανέμελη η κατάσταση όπως παρουσιάζεται προς τα έξω. Στο παρασκήνιο παίζονται παιχνίδια κατασκόπων και υπάρχει ευρύ πεδίο για ανταγωνισμό. Ήδη από το Λονδίνο, ο Φόλεϊ είχε δεχτεί την επίσκεψη δύο πολύ περίεργων τύπων με μπεζ καμπαρντίνες, των Γουέιν και Ράντφορντ που έδειχναν να γνωρίζουν τα πάντα για εκείνον και την οικογένεια του, το τηλέφωνο στο σπίτι του έβγαζε κάτι περίεργους ήχους,  οπότε, καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έναρξη της Έκθεσης,  ένας Σοβιετικός δημοσιογράφος (ή τουλάχιστον έτσι δηλώνει), ο Τσέρσκι, εκδότης του «Σπούτνικ» ενός περιοδικού, αρχίζει να συχνάζει στην παμπ και να κολλάει στην παρέα, ενώ μια Αμερικανίδα ηθοποιός από το Γουισκόνσιν, η Έμιλυ τραβάει το έντονο ενδιαφέρον του, ο Φόλεϊ καλείται να παίξει ένα πιο ενεργό ρόλο για να «βοηθήσει την πατρίδα του» και να συνειδητοποιήσει ότι δεν πήγε εκεί για διακοπές αλλά έχει επιλεχθεί να παίξει ένα ρόλο.

« «Εσύ Φόλεϊ, τι άποψη έχεις;»
«Τι άποψη έχω;»
«Γι’αυτό το πανηγυράκι των Βέλγων. Την Expo 58. Τη βλέπεις σαν ιστορική ευκαιρία να συναντηθούν όλα τα έθνη του κόσμου για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, σε πνεύμα ειρηνικής συνεργασίας;»
«Ή μήπως τη θεωρείς απλώς ένα ποταπό παζάρι, υποκινούμενο όχι από πνεύμα ιδεαλισμού αλλά από τις δυνάμεις του καπιταλισμού;»

Ένας ήσυχος, μικροαστός και ανυποψίαστος Βρετανός σε μια εποχή σκληρού υπόγειου πολέμου σε συνδυασμό με την μαγεία που προσφέρει ένα περιβάλλον μακριά από την συντηρητικότητα της Αγγλικής κοινωνίας, φτιάχνουν ένα εκρηκτικό μείγμα θρίλερ και κωμωδίας που ένας συγγραφέας με την επιδεξιότητα του Κόου, το χειρίζεται έξοχα. Ίσως μόνο στην περίπτωση του Γκράχαμ Γκριν με τα υπέροχα μυθιστορήματά του (κυρίως το αριστουργηματικό «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα») να είχαμε μια τόσο θαυμαστή ισορροπία στον αφηγηματικό λόγο και ρυθμό.

Όλα είναι τεχνητά στην Έκθεση (η παμπ, το Βαυαρικό σπίτι που το γλέντι είναι μεθυστικό, το Τσέχικο πολυτελές ρεστωράν με τα πρωτόγνωρα φαγητά), και αυτό τονίζεται συνεχώς από τον δύσμοιρο Φόλεϊ. Ο ιλουστρασιόν και σε κατάσταση ευθυμίας κόσμος, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, το φουτουριστικό Ατόμιουμ που δεσπόζει στον χώρο, οι όμορφες γυναίκες έρχονται σε αντίθεση με το σκοτεινό και μελαγχολικό Λονδίνο, την οικογενειακή μιζέρια και τη γκρίνια, την καχυποψία και την πεζή πραγματικότητα. Το κωμικό στοιχείο υπερτερεί στο μυθιστόρημα, ορισμένες σελίδες είναι σπαρταριστές και οι παρεξηγήσεις (τόσο συνήθεις στις Αγγλικές ταινίες) υπαινικτικές και με λεπτότητα δοσμένες είναι αφοπλιστικές. Όλα όμως στο βιβλίο θυμίζουν παλιό Βρετανικό σινεμά, οι δύο χαρακτηριστικοί τύποι με τις καμπαρντίνες, ο Γουέιν κι ο Ράντφορντ (καρτουνίστικες φιγούρες), δανείζονται τα ονόματα τους από το «Η κυρία εξαφανίζεται» του Χίτσκοκ, ο Φόλεϊ θυμίζει Άλεκ Γκίνες ή νεαρό Π. Σέλλερς στις ταινίες των στούντιο Ealing. Εξάλλου δεν λείπει το θριλερίστικο στοιχείο από το Expo 58, αφού άνθρωποι εξαφανίζονται εν μια νυχτί, κατάσκοποι περιφέρονται και κανείς δεν είναι αυτό που δείχνει, εκτός από τον κεντρικό χαρακτήρα και την οικογένειά του.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης και αναζήτησης ταυτότητας, σε μια πανέξυπνη και σπιρτόζα σάτιρα της εποχής δοσμένη με τρυφερότητα και ανθρωπιά. Έξοχη η περιγραφή των συνηθειών και των διαλόγων που δείχνουν τόσο μακρινοί σαν να αναφέρονται σε μια πολύ παλιά εποχή – το κάπνισμα παντού και τα πρώτα σημάδια ότι μάλλον κάνει κακό στην υγεία, η διστακτικότητα και η επιφυλακτικότητα των Βρετανών απέναντι σε οτιδήποτε αγνοούν, οι διαφορές με τους Αμερικανούς. Ο Κόου μπορεί σε ορισμένες σελίδες να μην αποφεύγει τα κλισέ και τις ευκολίες αλλά είναι τόσο απολαυστικός ο λόγος του που, τα προσπερνάς χωρίς να σε νοιάζει.

Το Expo 58, αποδεικνύει με πειστικό τρόπο, ότι η καθαρή λογοτεχνία μπορεί να είναι διασκεδαστική και ταυτόχρονα να σου προσφέρει γνώση και ποιότητα. Η παρωδία του Κόου, δένει αρμονικά την προσωπική ιστορία με την παγκόσμια, τόσο ανάλαφρα αλλά και τόσο υπαινικτικά που θαυμάζεις την αφηγηματική ικανότητα αυτού του συγγραφέα/παραμυθά που νιώθεις ότι μπορεί να σκαρώσει μια αφοπλιστική ιστορία με τρομερή ευκολία και άνεση. Το γλυκόπικρο φινάλε της ιστορίας 50 χρόνια μετά από τα γεγονότα κλείνει αρμονικά το υπέροχο αυτό βιβλίο.

«…Αλλά δεν υπήρχε πια τρόπος να ξαναγίνουν τα πράγματα έτσι όπως ήταν παλιά. Αυτό, τουλάχιστον, του είχε διδάξει η σημερινή του επίσκεψη στο σημείο όπου βρισκόταν η φάρμα του παππού του: ότι δεν είχε νόημα να προσπαθείς να ξαναβρείς το παρελθόν, να επιστρέφεις στον τόπο μιας ευτυχίας από καιρό χαμένης αναζητώντας απομεινάρια και ενθύμια της παρηγοριάς. Όπως είχε πει και η μητέρα του – «Ό,τι χάθηκε, χάθηκε».»


 _________________________________________________________

Το blog αυτές τις μέρες συμπλήρωσε 8 χρόνια παρουσίας στο διαδίκτυο. 570 posts, σχεδόν ισάριθμα βιβλία μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια δεν τα λες και λίγα. Ίσως τα σημαντικότερα μεταφρασμένα μυθιστορήματα που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχουν παρελάσει από το blog.

Είναι γεγονός ότι το blogging δεν έχει την επίδραση και την διαδραστικότητα που είχε παλαιότερα, ενώ οι πιο «αγνές εποχές» της διετίας 2006-2008 έχουν παρέλθει πλέον. Τώρα άλλα κοινωνικά δίκτυα (Facebook, Twitter κλπ), έχουν κερδίσει τον κόσμο και (ακόμα και αυτές) οι λογοτεχνικές απόψεις γίνονται όλο και πιο σύντομες και (γιατί όχι) πιο αφοριστικές δυστυχώς. Από την άλλη, θεωρώ βέβαια ότι το (καλό ιδιαίτερα) βιβλίο χρειάζεται ανάπτυξη και αιτιολόγηση - μακριά από κλισέ και στείρους ακαδημαϊσμούς, επίδειξη του «εγώ» (τύπου «θαυμάστε με τι ωραία που γράφω κι ας μη καταλαβαίνω ούτε εγώ τι θέλω να πω»), σύμπτωμα που ακόμα κυριαρχεί σε εξειδικευμένα γύρω από το βιβλίο έντυπα που συνεχίζουν να φλυαρούν ακατάπαυστα -  οπότε μόνο μέσα από το (κατ’εξοχήν) blog, που είναι ελεύθερο, χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις και εκδοτικούς ή άλλους συμβιβασμούς μπορεί να εκφραστεί κάποιος με άνεση.

Σας ευχαριστώ όλους για την «παρέα» και για την ενθάρρυνση να συνεχίσω αυτή την προσπάθεια. Ελπίζω να τα καταφέρω να γράφω συχνότερα αν και δεν θέλω να πάθετε overdose από την παρουσία μου, αφού υπάρχει και η ραδιοφωνική εκπομπή κάθε Σάββατο στο Amagi radio.


Χίλια ευχαριστώ και (όπως λέμε χαριτολογώντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που προανέφερα) «αγάπη μόνο».
 



7 Comments:


At 12/5/14 18:53, Blogger Κατερίνα Μαλακατέ

Χρόνια πολλά στον γκουρού μας!

 

At 12/5/14 23:02, Blogger Πατριάρχης Φώτιος

Librofile,
χρόνια πολλά.
Αν δεν γράφεις εσύ, αν δεν γράφω εγώ,
ποιος θα σηκώσει το βιβλίο στον ήλιο;
(διασκευή γνωστού ποιήματος)
Καλές αναγνώσεις
Πατριάρχης Φώτιος

 

At 13/5/14 10:03, Blogger Librofilo

Σας ευχαριστώ πολύ "συναγωνιστές"!! Τα φιλιά μου

 

At 13/5/14 15:13, OpenID θ.

αγαπάμε το αγγλικό χιούμορ και τους άγγλους συγγραφείς.
καλή συνέχεια εύχομαι με γεμάτα βιβλία!

 

At 15/5/14 10:27, Blogger Librofilo

>θ..Ευχαριστώ για τις ευχές. Ωραίο blog!

 

At 15/5/14 17:32, OpenID θ.

σ'ευχαριστώ πολύ!

 

At 28/5/14 17:28, Blogger Unknown

Librofillo,
Ευχαριστούμε που κρατάς το blog ζωντανό. Είσαι το blog που επισκέπτομαι κάθε φορά που θέλω να ενημερωθώ για κάποιο καινούργιο βιβλίο. Σχετικά με το Expo έχω να πω ότι διαβάζω το βιβλία του Κόε εδώ και 17 περίπου χρόνια (όλα στο πρωτότυπο), και το Expo όπως και το House of Sleep ήταν αυτά που θα μου μείνουν αξέχαστα, παρόλο που ίσως δεν είναι τα καλύτερά του. Είναι όμως αυτά που βυθίζεσαι μέσα τους, ταυτίζεσαι με τους ήρωες και νιώθεις μια τόσο έντονη συγκίνηση και ανατριχίλα που μόνο η ανάγνωση ενός αριστοτεχνικού βιβλίου μπορεί να δώσει. Αυτά τα δύο βιβλία, όπως και το The Road του McCarthy, κατάφεραν σε εμένα ακριβώς αυτό.