Πέμπτη, Απριλίου 17, 2014
posted by Librofilo at Πέμπτη, Απριλίου 17, 2014 | Permalink
Έρωτας σε δύσκολα χρόνια
Είναι πολύ σημαντικό (και θεμελιώδες) να μπορείς στο πρώτο σου βιβλίο να πετύχεις, οικονομία λόγου και να διαχειριστείς το υλικό σου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη σου ξεφύγει και γλιστρήσεις προς την φλυαρία και την αμετροέπεια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα που επιτυγχάνει η νέα και πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Μαριλένα Παπαϊωάννου (Αθήνα, 1982)στη νουβέλα της "ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΛΤΑ" (Εκδ. Εστία, σελ. 157), με την οποία έκανε την εμφάνιση της στην ελληνική λογοτεχνία πριν από λίγους μήνες.

Ο "ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΛΤΑ" είναι μια ιστορία έρωτα σε δύσκολους καιρούς. Μια ρομαντική ιστορία αγάπης και αφοσίωσης, πολυπρόσωπη και πολυπρισματική, η οποία χρησιμοποιεί ως φόντο δύο από τις πιο ταραγμένες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας, την καταστροφή της Σμύρνης και την δεκαετία του '40.

Ο Νικήτας και η Καίτη, δύο νεαρά παιδιά που συναντιούνται στην Μυτιλήνη στις αρχές της Κατοχής και ερωτεύονται με την πρώτη ματιά είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες (πρωταγωνιστές) της τρυφερής ιστορίας της Παπαϊωάννου. Ο Νικήτας, διασώζεται μικρούλης από την καταστροφή της Σμύρνης καθώς η Λιλή, μια εργαζόμενη στο ορφανοτροφείο όπου ήταν έγκλειστος (και πιο συγκεκριμένα στην πτέρυγα Δ-από εκεί παίρνει το επώνυμό του), τον παίρνει μαζί της στην απελπισμένη έξοδο από την φλεγόμενη πόλη - μαζί και η κόρη της, η Διδώ. Καταλήγουν στην Μυτιλήνη, όπου ο Νικήτας, φύση ασθενική και με προβλήματα υγείας, μελαγχολικός και πολύ κλειστός τύπος είναι υπό την προστασία των δύο γυναικών συνεχώς, διαβιεί δε σαν αερικό, χωρίς να τον παίρνει είδηση κανείς, άβουλος και μονίμως κατατονικός. Στο ξυλουργείο του ΕΑΜίτη Βασίλη που περνάει την ώρα του γνωρίζει την Καίτη, η οποία φθάνει στο νησί μαζί με τον μικρότερο αδερφό της Αργύρη, μετά την φυγάδευση από το χωριό της, που ήταν κάπου στα βουνά της Ηπείρου, όταν βλέπει τον πατέρα της εκτελεσμένο από τους Γερμανούς και την μάνα της, την Ελένη να την βάζουν σε ένα φορτηγό και να θεωρείται νεκρή.
Τα δύο παιδιά, κολλάνε μαζί με τρόπο μαγικό, μόλις γνωρίζει ο ένας τον άλλον, αλλά οι καιροί απαιτούν δράση και συμμετοχή στον αγώνα. Η Διδώ ανεξάρτητη και ατιθάσευτη από την αρχή σκοτώνεται πολεμώντας τους Γερμανούς και όπως αρχίζει ο Εμφύλιος, η Καίτη θα συνταχθεί με τους αντάρτες παρασύροντας μαζί της, τον Νικήτα - καθώς ο ένας δεν μπορεί χωρίς τον άλλον, ο δε Αργύρης (ο αδερφός της) πηγαίνοντας κόντρα σε όλους θα ενταχθεί στις τάξεις του Εθνικού Στρατού. Οι καταστάσεις που θα ακολουθήσουν θα είναι δραματικές με συνέπειες σε όλες τις πλευρές.

Το αφηγηματικό "εύρημα" της συγγραφέως είναι ότι όλη η ιστορία του Νικήτα και της Καίτης περνάει μέσα από τις περιγραφές αρκετών ανθρώπων (που λίγο ή πολύ εμπλέκονταν στα γεγονότα), προς την μητέρα της Καίτης, την Ελένη (η οποία θεωρείτο νεκρή απ'όλους οι οποίοι παρακολούθησαν την σκηνή που την έβαλαν μέσα στο φορτηγό και ακούστηκε μια πιστολιά),  όταν εκείνη επιστρέφει μετά το τέλος του Εμφυλίου στο χωριό της ψάχνοντας τα παιδιά της. Η ιστορία ξετυλίγεται νήμα-νήμα και η μητέρα, προσπαθεί να κατανοήσει τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν τον θάνατο του συζύγου της και την φυγή (και διάσωση) των παιδιών της και τα ακόμα τραγικότερα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του αδελφοκτόνου πολέμου. Η Παπαϊωάννου, προσθέτει αγωνία στην ιστορία, η οποία παίρνει τη μορφή θρίλερ και ιδιότυπης αστυνομικής ίντριγκας με έξυπνο και (πέραν της συγκίνησης που προκαλεί) καλοδουλεμένο φινάλε.

"Σαν παλαβός την αγαπούσε.
Μα κι η κόρη σου δεν πήγαινε πίσω ·Νικήτα έλεγε κι αστράφτανε τα μάτια της. Εγώ πολλούς ερωτευμένους είδα στη ζωή μου, κι οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι πολύ παθιάρηδες. Πολλές αγάπες γεννήθηκαν γύρω μου τόσα χρόνια, αυτό όμως που'χαν οι δυό τους, άλλο να στο λέω κι άλλο να το βλέπεις, Ελένη, ήταν ένα πράμα ασύλληπτο, βουβό κι ήρεμο, μα τόσο δυνατό· ούτε μια φορά δεν τους είδα να'ναι αγκαλιά, ούτ'ένα φιλί δεν τους είδα ν'ανταλλάζουν, μήτε κι ένα άγγιγμα, μα όπου στέκονταν πλάι πλάι, κι οι τοίχοι ακόμα τρέμανε · ένιωθες μιαν αύρα ν αφεύγει απ΄τον ένα και ν'απλώνεται πάνω στον άλλο σαν σεντόνι, έναν αέρα να τους σηκώνει πάνω απ'το χώμα και να ζουν οι δυο τους σε μιαν άλλη γη. Και το παράξενο ξέρεις ποιό ήταν; Η κόρη σου είχε άγρια στόφα, βγήκε στην πρώτη γραμμή με το τουφέκι χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Νικήτας απ'την άλλη, ούτε να τ'ακούσει αυτά·  αυτό το παιδί ήταν απ'αλλουνού παπά ευαγγέλιο, λιγομίλητο κι άβουλο. Τυραννισμένο, βέβαια, πολύ·  ορφανός από μωρό, χωρίς να ξέρει από που κρατάει η ρίζα του. Κι όμως, οι δυό τους κόλλησαν κι ενώθηκαν. Κάπου τα βρήκαν οι ψυχές τους και κούμπωσαν μαζί."

Πέρα της αρχικής απορίας που προκαλεί η ενασχόληση μιας νεαρής κοπέλας που γράφει το πρώτο της βιβλίο και χρησιμοποιεί πολυχρησιμοποιημένα και κάπου ίσως κορεσμένα ιστορικά στοιχεία, γρήγορα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι ο ιστορικός χρόνος χρησιμοποιείται ως υπόβαθρο (ως φόντο) στην ωραία και πολύ εξιδανικευμένη ερωτική ιστορία που δεσπόζει στη νουβέλα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία και οι χαρακτήρες των δύο ηρώων, του "αλαφροϊσκιωτου" Νικήτα και της δυναμικής Καίτης, αλλά δυστυχώς η Παπαιωάννου πέφτει θύμα της προσοχής στη λεπτομέρεια που δείχνει στην περιγραφή των γεγονότων, αφήνοντας μετέωρη την σκιαγράφηση των χαρακτήρων που παραμένουν χάρτινοι και χλωμοί. Σε καμμία στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης της πυκνογραμμένης της νουβέλας, δεν υπάρχει ψυχολογική εμβάθυνση στους χαρακτήρες, παρά μια (ωραία μεν αλλά) περιγραφή των (κατά τ'άλλα έντονα) ενδιαφερόντων γεγονότων που αφηγείται.

Το βιβλίο πάντως χαρακτηρίζεται από την οικονομία στον λόγο, την πυκνότητα του κειμένου με τα υπερκείμενα (“hypertexts”) που υπάρχουν διάσπαρτα στην αφήγηση, και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ανάλυση της ιστορίας ενώ είναι ευδιάκριτη η προσεγμένη χρήση της γλώσσας. Ο έντονος ρομαντισμός της ιστορίας οφείλεται στο νεαρό της ηλικίας της συγγραφέως και είναι κάπου συγκινητικός – ιδιαίτερα δε τα 2 γράμματα που κλείνουν τη νουβέλα σε αφήνουν με μια γλυκόπικρη γεύση, ενώ η ιστορική καταγραφή των γεγονότων δείχνει ψυχραιμία στη σκέψη και ωριμότητα στην κρίση. Η νεοελληνική πεζογραφία έχει ανάγκη από στιβαρή και ενδιαφέρουσα αφήγηση και είναι πάντα ενθαρρυντικό να βλέπεις νέες φωνές που (δείχνουν να) διαθέτουν τις ικανότητες για κάτι εντυπωσιακό και που δεν φοβούνται να "βουτήξουν" σε βαθιά νερά. Αναμένουμε την συγγραφική συνέχεια της Μ.Παπαιωάννου με μεγάλο ενδιαφέρον (και απαιτήσεις).