Τετάρτη, Απριλίου 23, 2014
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 23, 2014 | Permalink
Γεράκια ("Bring up the bodies")
«Αν πρόκειται να υπερασπιστείς την Αγγλία – και εκείνος θα το έκανε· θα έτρεχε δηλαδή στο πεδίο της μάχης με το σπαθί στο χέρι – πρέπει να γνωρίζεις τι είναι η Αγγλία. Μέσα στην κάψα του Αυγούστου, είχε σταθεί ασκεπής δίπλα στους λαξευτούς τάφους των προγόνων: άνδρες αρματωμένοι απ’την κορφή ως τα νύχια, με πανοπλία και αλυσίδες, τα γαντοφορεμένα χέρια τους αρμοσμένα και αλύγιστα, στερεωμένα στους μανδύες, τα καλυμμένα πόδια να αναπαύονται σε πέτρινα λιοντάρια, γρύπες και κυνηγόσκυλα· άντρες από ατσάλι, με τις τρυφερές γυναίκες τους ενταφιασμένες στο πλάι, σαν σαλιγκάρια μέσα στο κέλυφός τους. Θαρρούμε ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αγγίξει τους νεκρούς, αγγίζει όμως τα μνημεία τους, τ’αφήνει με παραμορφωμένες μύτες και κουτσουρεμένα δάχτυλα, από ατυχήματα ή από τη φθορά του χρόνια. Το μικροσκοπικό δάχτυλο από ένα διαμελισμένο πόδι (σαν από γονατιστό χερουβείμ) ξεπροβάλλει από την πτυχή ενός υφάσματος· η άκρη ενός κατεστραμμένου αντίχειρα ακουμπά σε ένα σκαλιστό μαξιλάρι. «Του χρόνου πρέπει να αποκαταστήσουμε τα μνημεία των προγόνων μας», λένε οι ευγενείς των δυτικών κομητειών: αλλά στις ασπίδες και τους μαχητές, στα κατορθώματα και στα επιτεύγματα των προγόνων, η μπογιά δεν έχει προλάβει να στεγνώσει, και όταν εξιστορούν τα κατορθώματα τους, ποιοι ήταν και τι κρατούσαν , τους εξωραίζουν: τα όπλα που κρατούσε ο πρόγονός μου στο Αζενκούρ, το κύπελλο που του έδωσε με τα ίδια του τα χέρια ο Ιωάννης της Γάνδης. Αν τώρα, στους τελευταίους πολέμους, στο Γιόρκ και το Λάνκαστερ, οι πατεράδες και οι παππούδες τους βρέθηκαν στη λάθος πλευρά, αυτό το αποσιωπούν. Μια γενιά μετά, τα παραστρατήματα πρέπει να συγχωρούνται, και η φήμη να αποκαθίσταται· ειδάλλως η Αγγλία δεν θα μπορούσε να πάει μπροστά, αλλά σαν σπείρα θα γύριζε και θα βυθιζόταν στο βρόμικο παρελθόν της.»


Η συνέχεια του εμβληματικού «Γουλφ Χολ», είναι τα «ΓΕΡΑΚΙΑ» (όπως προτιμήθηκε να ονομάζεται το βιβλίο στα ελληνικά, αντί του (ιδανικού) αγγλικού τίτλου «Bring up the bodies») – (εκδ. Πάπυρος, (ωραία) μετάφρ. Ε.Μαρωνίτη, σελ.514 - βραβείο Man/Booker 2012),  και η σάγκα – αυτό το έπος της σπουδαίας Hilary Mantel συνεχίζεται όλο και πιο σκοτεινό, όλο και περισσότερο βυθισμένο στην ίντριγκα και στις συνωμοσίες, προσπαθώντας να κατανοήσουμε την προσωπικότητα του ήρωά της, του «Μακιαβελικού» Τόμας Κρόμγουελ, του πληβείου που έγινε πανίσχυρος και που όλοι πίσω από την πλάτη του κοροϊδεύουν την ταπεινή του καταγωγή αλλά γνωρίζουν πολύ καλά, ότι με μια λάθος κίνηση το πτώμα τους θα βυθιστεί στα βρόμικα νερά του Τάμεση.

Στο Γουλφ Χολ, παρακολουθήσαμε την άνοδο του Κρόμγουελ, που κατάφερε να αναρριχηθεί στα υψηλότερα αξιώματα δίπλα στον βασιλιά Ερρίκο τον Η΄, επιτυγχάνοντας με ευφυή τρόπο να διαλύσει τον γάμο του με την Αικατερίνη της Αραγώνας και να επιβάλλει την Άννα Μπολέιν. Στο δρόμο προς την κατάκτηση της απόλυτης δύναμης και εξουσίας, αφήνει πίσω του πολλούς νεκρούς και βέβαια το μίσος της υπόλοιπης Ευρώπης προς τον Ερρίκο – η Αγγλία είναι απόλυτα απομονωμένη, αφού ο βασιλιάς έχει συγκροτήσει πλέον την δική του εκκλησία, ερχόμενος σε ρήξη με τον Πάπα, τα οικονομικά του βασιλείου δεν πάνε καλά και νέες συμμαχίες είναι αναγκαίες.
Στα «Γεράκια», το κλίμα για την μοιραία Άννα Μπολέιν, έχει μεταστραφεί. Η αδυναμία της να προσφέρει διάδοχο στον Ερρίκο και η ευμετάβλητη διάθεση του τελευταίου, η εμφανής παιδικότητά του, που θεωρεί τους ανθρώπους γύρω του ως παιχνίδια τα οποία κάποια στιγμή βαριέται, τον έχουν κουράσει. Ο Κρόμγουελ αντιλαμβάνεται προς τα πού πηγαίνει η κατάσταση και βλέποντας ότι ο Ερρίκος γοητεύεται από την χαμηλοβλεπούσα και ελαφρώς άχρωμη Τζέιν Σίμουρ (πρώην Κυρία επι των τιμών της βασίλισσας), δεν διστάζει να προωθήσει και να ενδυναμώσει αυτή τη σχέση που βλέπει να μεγαλώνει μπροστά στα μάτια του.

Ο Ερρίκος αφήνει τα πράγματα στα χέρια του ικανού του συνεργάτη. Και τι πρέπει να κάνει ο Κρόμγουελ; Πρέπει να «καθαρίσει» το έδαφος για τον καινούργιο γάμο του Ερρίκου. Να «αποκαθηλώσει» την Μπολέιν και τους γύρω από αυτήν, να μετατρέψει τις φήμες  γύρω από την (δήθεν;) «αμαρτωλή και υπερσεξουαλική» ζωή της Μπολέιν σε κατηγορίες που να επιφέρουν την ποινή του θανάτου αποσπώντας μαρτυρίες (από ύποπτους και μη),  να ισορροπήσει την κατάσταση με την Γαλλία και την Ισπανία, να μην αφήσει το δημιούργημά του, την εκκλησία της Αγγλίας να πέσει πάλι στην αγκαλιά του Πάπα. Είναι ένας αφοσιωμένος υπηρέτης του Ερρίκου, φροντίζει για την ευημερία του, την καλή του διάθεση, να πραγματοποιεί κάθε του παραξενιά και να της δίνει ένα «λογικό» και όσο γίνεται πιο «νόμιμο» πρόσημο.

Εκεί που το «Γουλφ Χολ» κάλυπτε μια περίοδο τριών δεκαετιών, τα «Γεράκια» ασχολούνται με την περίοδο 1533-1536, δηλαδή για τρία μόνο χρόνια. Είναι όμως η περίοδος όπου ο Κρόμγουελ ουσιαστικά κυβερνάει τη χώρα. Ο Ερρίκος έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στα χέρια του - γράφει ποιήματα, κυνηγάει, σκέφτεται την Τζέιν Σίμουρ - και περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η Μαντέλ περιγράφει εξονυχιστικά τον αντιφατικό ήρωά της. Ο Κρόμγουελ παρουσιάζεται ως φιλάνθρωπος, μπον-βιβέρ, που ασφυκτιά από τη μοναξιά του μετά τον θάνατο της συζύγου του και από την άλλη δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τις πιο βίαιες μεθόδους για να αποσπάσει ομολογίες ενώ κινούμενος πάντα στο ημίφως βγάζει από τους άλλους τις πιο σκοτεινές τους πλευρές,  από τη μια φροντίζει το παραμικρό αίτημα των ευγενών της Αυλής ή των πρεσβευτών των άλλων κρατών ή και των δωματίων του παλατιού και από την άλλη ετοιμάζει την διάδοχη κατάσταση στο κρεβάτι του Ερρίκου. Η παλιά του συμμαχία με την Μπολέιν είναι πλέον παρελθόν και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το κεφάλι της που θα πέσει από τα χέρια ενός Γάλλου ειδικού (στους «ανώδυνους αποκεφαλισμούς») σε μια φορτισμένη συναισθηματικά σκηνή. Το έδαφος είναι πλέον ελεύθερο, ο Κρόμγουελ θριαμβεύει. Η τριλογία θα ολοκληρωθεί με την πτώση του αλλά (πιστεύω), πάντα κάτι θα μας διαφεύγει, κάτι δεν θα έχουμε καταλάβει καλά γύρω από αυτήν την πολυσήμαντη προσωπικότητα.

Το «Γουλφ Χολ» ήταν ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα, σχεδόν πλήρες, δεν μπορώ να πω το ίδιο για τα «Γεράκια» όμως τα οποία κουράζουν με την επιμονή στη λεπτομέρεια, την συνεχή ίντριγκα και την σκοτεινή ατμόσφαιρα της συνωμοσίας και κατασκευής ενόχων. Είναι φανερό ότι η Μαντέλ (με εξαιρετικό στυλ), έχει κάνει τρομερή έρευνα γύρω από το θέμα, εστιάζει στις λεπτομέρειες, αλλά αυτό κουράζει τον αναγνώστη – κάτι που δεν γινόταν στο πρώτο μέρος της τριλογίας, ίσως επειδή κάλυπτε μεγαλύτερη περίοδο και τα γεγονότα ήταν περισσότερα. Έτσι κι αλλιώς, θα ήταν καλύτερα προτού πιάσει να διαβάσει κάποιος τα «Γεράκια» να έχει δίπλα του το «Γουλφ Χολ» διότι θα μπερδευτεί και τουλάχιστον στην αρχή δεν θα θυμάται ποιος κάνει τι, με τη συνεχή παράθεση ονομάτων και υποκοριστικών.

Το μυθιστόρημα έχει στυλ και ύφος, φινέτσα και είναι τόσο ωραία γραμμένο που κάποιες φορές σε υποχρεώνει να στέκεσαι μπροστά σε προτάσεις χαμογελώντας, αλλά υπάρχουν στιγμές που γίνεται βαρετό και μονότονο. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που ήταν πολύ έντονοι στο Γουλφ Χολ, εδώ περιορίζονται και γίνονται χλωμοί για να τονισθεί ακόμα περισσότερο η προσωπικότητα του Κρόμγουελ που κυριαρχεί πλήρως σχεδόν σε όλο το βιβλίο. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτόν, οι βαθύτερες σκέψεις του, τα θέλω του και τα πιστεύω του, τα όνειρά του και οι (όποιες) ανασφάλειές του, οι θρίαμβοι του και η πορεία του προς την πλήρη κυριαρχία – πάντα όμως θα υπάρχει κάτι που θα διαφεύγει (άλλωστε το ομολογεί και η συγγραφέας στον επίλογό της) και αυτό καθιστά αυτή την αινιγματική ιστορική προσωπικότητα ακόμα πιο γοητευτική (μυθιστορηματικά) και μυστηριώδη.

"Παλεύω, σκέφτεται, ωστόσο θα έρθει η μέρα που κι εγώ θα φύγω, και η μέρα εκείνη, όπως πάνε τα πράγματα, δεν φαίνεται να αργεί: μπορεί να είμαι άντρας με δύναμη και πυγμή η τύχη όμως είναι ευμετάβλητη, κάποιος θα το κάνει, είτε φίλος θα είναι είτε εχθρός. Κι όταν έρθει εκείνη η ώρα, θα χαθώ πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι. Βουνά τα χαρτιά που θα έχω αφήσει πίσω μου, κι αυτοί που θα έρθουν μετά από μένα - μπορεί να είναι ο Ρέιφ, μπορεί να είναι ο Ριόθεσλι, μπορεί να είναι ο Ρις - θα σχολιάζουν, συμμαζεύοντας, να ένα παλιό συμφωνητικό, ένα παλιό προσχέδιο, ένα παλιό γράμμα από την εποχή του Τόμας Κρόμγουελ: κι έπειτα θα γυρίζουν τη σελίδα από την άλλη μεριά, και θα γράφουν πάνω μου."