Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2014
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2014 | Permalink
"Μια χαρά" ή μήπως όχι;
Με 6 ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «ΜΙΑ ΧΑΡΑ», (Εκδ. Πατάκη, σελ.119), κάνει τη πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή, ο νέος συγγραφέας Χρίστος Κυθρεώτης (Λευκωσία,1979). Ιστορίες, πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις,  που οι περισσότερες έχουν μια ένταση και ένα θυμό υπόγειο που καλύπτεται κάτω από μια επιφανειακή ηρεμία.

Ο Κυθρεώτης μιλάει στα διηγήματά του για ανθρώπους θυμωμένους, καταπιεσμένους, που άλλα ονειρεύτηκαν κι αλλού πήγαν, οι περισσότεροι αποπροσανατολισμένοι και αλλοτριωμένοι που ψάχνουν ένα κέντρο, ένα στόχο στη ζωή τους. 4 άνδρες και 2 γυναίκες αφηγούνται στις 6 ιστορίες του τόμου, η πλειονότητα των οποίων είναι σε πάρα πολύ καλό επίπεδο. Από το εξώφυλλο του βιβλίου, ο αναγνώστης μπαίνει κατευθείαν στη καρδιά της θεματικής του συγγραφέα. Κουδούνια πολυκατοικίας, χωρίς ονόματα – η εικόνα της μεγαλούπολης και της φθοράς σε ανθρώπους και πράγματα.

Στην πρώτη ιστορία, «Σκόνη από κιμωλία», ένας νεαρός χούλιγκαν μιλάει για τον «κολλητό» του που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο έπειτα από μια συμπλοκή με αντίπαλους οπαδούς και αργά-αργά ξετυλίγει το μυστικό που κρατούσε κρυμμένο ο φίλος του, ότι δηλαδή ήταν Αλβανός, ο οποίος στη προσπάθειά του να ενσωματωθεί στην ομάδα των φανατικών της εξέδρας, δεν δίσταζε να συμμετέχει σε ρατσιστικές πράξεις εναντίον συμπατριωτών του. Πέραν των εμφανών στοιχείων (ρατσισμός, βία, επιθετικότητα), ο συγγραφέας δείχνει και μια καλή γνώση των τεκταινομένων στο εσωτερικό των συνδέσμων φιλάθλων των ομάδων και των ανθρώπων που συμμετέχουν στα επεισόδια που γίνονται όχι μόνο κάθε Κυριακή αλλά σχεδόν καθημερινά. Ζωντανή γλώσσα, «γηπεδική» (όπως χαρακτηρίζεται), σε ένα διήγημα από τα καλύτερα της συλλογής πολύ δυναμικό, που αποπνέει φρεσκάδα.

Στο δεύτερο διήγημα με τίτλο «Το ραντεβού»  (με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία όπως παραδέχεται ο ίδιος ο συγγραφέας), ένας νεαρός ερωτεύεται μια πανέμορφη κοπέλα που βλέπει καθημερινά στη σχολή του, την ακολουθεί, γίνεται σκιά της, ώσπου με αφορμή τα μαθήματα της σχολής, κανονίζουν να συναντηθούν σε ένα καφέ. Εκείνος άνθρωπος μοναχικός που αισθάνεται άσχημα για την εμφάνισή του και προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, διαπιστώνει ότι και εκείνη, με το αψεγάδιαστο πρόσωπο, έχει ένα ελάττωμα: τραυλίζει… Στο "ραντεβού" που θα κανονίσουν για λόγους σχετικά με τα μαθήματα, ο ήρωας θα έρθει αντιμέτωπος με τις φοβίες και τις ανασφάλειες για την εμφάνισή του και θα αντιδράσει με έναν περίεργο και μάλλον κωμικό τρόπο.
Χιούμορ και αυτοσαρκασμός, κυριαρχούν στο διήγημα αυτό, που αποπνέει νεανικότητα, ειρωνία και κάτι από Χόλντεν Σκόφιλντ (τον ήρωα στο αριστούργημα του Salinger "Catcher in the Rye").

Στο τρίτο διήγημα, το «Μια χαρά» που έχει δώσει τον τίτλο του στη συλλογή, η ηρωίδα είναι ένα νεαρό κορίτσι που σπουδάζει σε κάποιο ΙΕΚ και παρακολουθούμε την ημερολογιακή καταγραφή αυτών που της συμβαίνουν κάποια Χριστούγεννα, όταν το μόνο που την απασχολεί εκείνες τις μέρες είναι να αγοράσει ένα φόρεμα στη μητέρα της – η οποία έχει εγκαταλείψει την οικογένεια και ζει μόνη της στην άλλη άκρη της πόλης – και να της το πάει για δώρο. Μέσα από την περιγραφή της νεαράς παρακολουθούμε την καθημερινότητά της, τις ερωτικές ανησυχίες, τις ανασφάλειές της και τις αγωνίες της. Η γλώσσα του Κυθρεώτη σ’αυτό το διήγημα, μετατρέπεται σε αφελή και απλουστευτική, ιδιαίτερα ζωντανή και σύγχρονη και η ιστορία που σε πρώτο επίπεδο δείχνει άχρωμη και επίπεδη, ουσιαστικά κουβαλάει μια τεράστια δυναμική καθώς βλέπουμε την συνειδητοποίηση και την απότομη (τρόπον τινά) ενηλικίωση του κοριτσιού μέσα από τα γεγονότα.

Στην τέταρτη ιστορία του βιβλίου με τίτλο «Σημάδι στο μπράτσο», παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός νεαρού άνδρα να βγάλει άκρη με τις αρχές του νεκροταφείου όταν πηγαίνει για την εκταφή της σωρού της γιαγιάς του, η οποία όμως δεν έχει λιώσει. Η γιαγιά ήταν το μοναδικό σημείο αναφοράς που τον ένωνε με την Κύπρο και τα καλοκαίρια που πέρναγε εκεί μικρός, στη γη της πατρίδας του που ποτέ δεν την ένιωσε έτσι πραγματικά. Το ατελείωτο μπλέξιμο με την ελληνική γραφειοκρατία, σε συνδυασμό με την ζέστη και το αδιέξοδο του προβλήματος μετατρέπουν την τυπική (εν πολλοίς) διαδικασία σε εφιάλτη αλλά και ταξίδι στο παρελθόν. Σπαρακτικό και φιλοσοφικό το διήγημα αυτό, μπορεί να δείχνει παράταιρο στη συλλογή αλλά λειτουργεί εξαιρετικά στο σύνολο.

Στο πέμπτο διήγημα «Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί» (και πιο πολυσέλιδο της συλλογής), ένας 30άρης διηγείται τη φάση της ζωής του στο παρελθόν  που φαινομενικά τα είχε όλα, μια καλή δουλειά και την άμεση προοπτική μιας δυνατής προαγωγής, ένας καλός γάμος με την κοπέλα του. Εκείνος όμως δεν ικανοποιείτο με τίποτα, μισούσε την δουλειά του, βαριόταν θανάσιμα με την κοπέλα του, αντιμετώπιζε με έκδηλη δυσφορία την ασθένεια του πατέρα της. Το μόνο που τον ικανοποιούσε ήταν η παρακολούθηση μιας πορνοταινίας με τίτλο «Σ’αγαπώ με όλους τους τρόπους» που είχε νοικιάσει από το βιντεοκλαμπ που εσύχναζε και την οποία αρνείτο επίμονα να επιστρέψει – κάθε βράδυ έβαζε την βιντεοταινία και αυνανιζόταν. Κάποια στιγμή θα αντιδράσει και θα κάνει την επανάστασή του, θα αλλάξει τη ζωή του – πλέον όπως περιγράφει ήταν η καλύτερη απόφαση της ζωής του…
Το διήγημα αυτό, απλό και ουσιαστικό,  υπαρξιακό και με πολύ χιούμορ αλλά και βαθύ υπόβαθρο, εκφράζει απόλυτα τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κυθρεώτη.

Η συλλογή κλείνει με το υπέροχο (και ίσως καλύτερο) διήγημα, με τίτλο «Απλά ο χρόνος που κυλάει». Σ’αυτή την ιστορία, ο συγγραφέας αποτυπώνει εξαιρετικά τον γυναικείο λόγο. Μια ώριμη (κοντά στα 40 χρόνια της) γυναίκα, βρίσκεται ενώπιον της μοναξιάς της καθώς συνειδητοποιεί ότι είναι τελείως μόνη σ’αυτή τη ζωή κατόπιν των καθοριστικών επιλογών που έκανε. Η προσγείωση στην πραγματικότητα, η βεβαιότητα ότι η ζωή της έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Μια ιστορία ωριμότητας (έχει γραφτεί λίγο πριν κυκλοφορήσει η συλλογή),  που δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες του συγγραφέα για κάτι πολύ ουσιαστικό και καίριο.

«Εξάλλου, το θέμα είναι να μη σου προξενούν πια έκπληξη όλα αυτά. Να μη σε φοβίζουν. Το θέμα είναι να πάρεις χαμπάρι ότι είσαι αυτός που μένει απέξω σε μια διαδικασία συνειδητής επιλογής. Τα υπέρ και τα κατά μπήκαν στη ζυγαριά κι εσύ βγήκες νούλα, καμένο χαρτί. Χαμένη υπόθεση. Ούτε στη φυλακή δεν παίζεται. Αυτό είναι το θέμα. Να καταλάβεις ότι σε έχουν παρατήσει. Να σταματήσεις να παρακαλάς. Να σταματήσεις να λες: Πάρε τουλάχιστον τα μισά, ρε φίλε. Πάρε όσα θέλεις. Σου δίνω δέκα, πάρε πέντε. Πάρε δύο. Όμως δεν γίνεται. Όταν ήμουν είκοσι χρονών, κάποιος μου είπε, στην αγάπη δεν υπάρχει λίγο και πολύ. Ήταν ένας απ’τους τύπους στους οποίους δεν έδινα σημασία. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Ή νομίζω πως καταλαβαίνω. Εννοούσε: Το λίγο δεν περιέχεται στο πολύ. Τα πέντε δεν περιέχονται στα δέκα. Ή όλα ή τίποτα. Πρέπει να φας όλο το φαΐ σου. Έτσι κι ο Κώστας. Μαζί μου είχε τα πάντα. Με τη διαφορά ότι δεν τα ήθελε. Και πρώτα απ’όλα: Σεξ χωρίς συνέπειες. Που θα το ξαναβρείς αυτό, ρε μαλάκα. Κακομοίρη. Ούτε χάπια, ούτε σπιράλ, ούτε δώσε αυτή καρπόν κοιλίας. Η θεία μου η Σοφία ήταν η πρώτη διδάξασα. Κάτω το ταμπού της αναπαραγωγής. Για χρόνια έβλεπα τα μάτια να χαμηλώνουν όταν αναφερόταν τ’όνομά  της. Ήμουν δέκα χρονών. Λέξεις παγόβουνα, που μόνο η κορυφή τους επιτρεπόταν να φτάσει ως εμένα. Βιοψία. Αφαίρεση. Ολική αφαίρεση. Ναι, αλλά ποιού πράγματος; Και μετά, όταν μπήκα στην εφηβεία, άρχισε να μου μιλάει. Τι σήμαινε ο καρκίνος για εκείνη. Πως την απελευθέρωσε. Πως έπαιζε με τους άντρες. Και οι άντρες; Κι αυτοί πρέπει να παίζουν με σένα, χρυσό μου. Είμαι παιχνίδι; Μου έλεγε πολλά. Πως τη διασκέδαζε να τους αποκαλύπτει την αλήθεια την ώρα της πράξης. Τους τίναζε τα μυαλά στον αέρα. Φυσικά τη λυπόμουν. Τότε τη λυπόμουν. Η στειρότητα ως φετίχ. Θλίψη. Ποιος να μου το’λεγε; Λίγα χρόνια μετά, εγώ στην ίδια θέση. Ή περίπου. Τέλος πάντων, ξεφύγαμε.»   

Το «Μια χαρά», είναι κάτι παραπάνω από μια απλή συλλογή διηγημάτων ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Σίγουρα παρουσιάζει μια ανομοιογένεια στο ύφος, αποτέλεσμα της γραφής των ιστοριών σε διάφορες χρονικές περιόδους, και κάποιες φορές η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αφαιρεί την απόσταση από κάποιες από τις ιστορίες. Κυριαρχούν όμως οι εσωτερικές αγωνίες, τα άγχη, η μοναξιά, τα μυστικά και τα ψέμματα που λέμε για να καλύψουμε την αλήθεια που συνήθως κρύβεται κάτω από το χαλί.

Ο Κυθρεώτης τονίζει και επισημαίνει ακριβώς αυτό που εκφράζει ο τίτλος του βιβλίου. Την  εύθραυστη επιφανειακή ηρεμία, εκεί που όλα δείχνουν να πηγαίνουν «μια χαρά» και χαλαρά, που όμως δεν είναι έτσι, κάτι πάντα παραμονεύει από κάτω από την ιλουστρασιόν καθημερινότητα. Εμφανείς οι επιρροές από τους Αμερικανούς συγγραφείς, μικρές προτάσεις, προσεγμένη γραφή και ένα συγγραφικό μέλλον που δείχνει ευοίωνο διακρίνεται στο νεαρό συγγραφέα.

__________________________________________________________


Παρακολουθήστε την συζήτηση που είχα με τον συγγραφέα στα πλαίσια της εκπομπής "Booktalks at Amagi radio" γύρω από το βιβλίο του κι όχι μόνο. Η συζήτηση αρχίζει μετά την 1η ώρα της εκπομπής και διαρκεί 55 λεπτά περίπου. Το link είναι εδώ.