Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017 | Permalink
Τα Κορίτσια
Ήμουν μικρό παιδί το καλοκαίρι του '69, όταν σοκαρισμένος (όπως όλη η υφήλιος) παρακολουθούσα στις εφημερίδες της εποχής (ναι, τα μικρά παιδιά διάβαζαν εφημερίδες τότε), ή στα τηλεοπτικά δελτία της κρατικής τηλεόρασης, τα γεγονότα της στυγερής δολοφονίας της Σάρον Τέιτ (συζύγου του Ρομάν Πολάνσκι) και μερικών φίλων τους που έτυχε να βρίσκονται στο σπίτι, από την σέκτα του Τσαρλς Μάνσον. Οι περιγραφές ήταν φρικιαστικές, η βία ήταν ασύλληπτη, το ίδιο το γεγονός χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου και αργότερα, μεγαλύτερος πλέον, διάβασα πολλά άρθρα, είδα ντοκιμαντέρ γύρω από αυτό. Η νεότατη Αμερικανίδα συγγραφέας Emma Cline (Καλιφόρνια,1989), εμπνέεται από την ιστορία της ομάδας του Τσαρλς Μάνσον, και πραγματοποιεί ένα θεαματικό και ιδιαίτερα επιτυχημένο ντεμπούτο στη λογοτεχνική σκηνή, με το θαυμάσιο μυθιστόρημά της, "ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ" ("The Girls"), (Εκδόσεις Ψυχογιός, (ωραία) μετάφρ. Ε.Τσιρώνη, σελ. 389).


"Κακόμοιρα κορίτσια. Ο κόσμος τα τρέφει με την υπόσχεση της αγάπης. Πόσο πολύ τη θέλουν, και πόσο λίγη θα πάρουν στη ζωή τους τα περισσότερα. Τα μελιστάλαχτα ποπ τραγούδια, τα φορέματα που περιγράφονται στους καταλόγους με λέξεις όπως "ηλιοβασίλεμα" και "Παρίσι". Και μετά τους αποστερούν τα όνειρα ξεριζώνοντάς τα με εκπληκτική βιαιότητα· το χέρι που ξηλώνει τα κουμπιά του μπλου τζιν, οι επιβάτες του λεωφορείου που αποστρέφουν το βλέμμα από τον άντρα που ωρύεται στη φιλενάδα του."

Το βιβλίο κορυφώνεται με μια βίαιη και παράλογη πράξη καθώς το αίμα τρέχει στο γρασίδι και στη πισίνα της πολυτελούς βίλας του Χόλιγουντ. Δύο γυναίκες σφαγμένες, ένα μικρό παιδί μαχαιρωμένο, ένας νεαρός άντρας νεκρός. Η Ίβι Μπόιντ θυμάται το γεγονός που σημάδεψε την εφηβεία της, τη ζωή της. Είναι μια μεσήλικας που ζει λάθρα, πηγαίνοντας από δω κι από κεί. Σχεδόν αόρατη. Οι μέρες της περνούν μοναχικά, φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός πρώην κολλητού της. Η επίσκεψη του χαμένου στα ναρκωτικά γιού του και της φίλης του θα της θυμίσει τα δικά της νιάτα και θα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν και σε αυτό το καλοκαίρι που καθόρισε τη ζωή της.

"Οι έφηβοι κατοικούν σ' έναν κρυμμένο κόσμο και αναδύονται απ' αυτόν σπάνια, μόνο όταν αναγκάζονται, εκπαιδεύοντας έτσι τους γονείς τους στην απουσία τους."

Η Ίβι Μπόιντ ήταν 14 χρονών, το καλοκαίρι του '69. Μια ευαίσθητη και μοναχική έφηβη που βαριόταν τις μακρόσυρτες και ζεστές ημέρες στην Καλιφόρνια. Οι γονείς της είχαν χωρίσει, εκείνη έμενε με τη μάνα της που είχε αρχίσει να βγαίνει τα βράδια προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ, της απιστίας του άντρα της (και πατέρα της Ίβι) και του έρωτά του για την νεαρά γραμματέα του. Η Ίβι είναι αδιάφορη για το τι συμβαίνει γύρω της, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες χτυπάνε τη πόρτα, και τα τρία περίεργα κορίτσια που βλέπει στο πάρκο να "γλιστράνε σαν αερικά" ανάμεσα στις παχουλές οικογένειες την έλκουν με ένα τρόπο μαγικό. Μια τυχαία στιγμή σε ένα σούπερ μάρκετ και η γνωριμία γίνεται με την Σούζαν, το μεγαλύτερο κορίτσι που είναι 19 χρονών. Τα υπόλοιπα είναι μια απλή διαδικασία, η Ίβι θα πάει στο ράντσο που μένουν και εκεί θα γνωρίσει σε "μια τελετή μύησης" τον αρχηγό και δημιουργό της σέκτας, τον Ράσελ Χάντρικ, έναν wannabe μουσικό, ο οποίος έχει την ικανότητα να γοητεύει όποιον συναναστρέφεται, με ειδίκευση στα νεαρά αποπροσανατολισμένα κορίτσια που ψάχνουν για τρυφερότητα και αγάπη.

Ο Ράσελ εναλλάσσει τις παρτενέρ του καθημερινά, γρατζουνάει την κιθάρα του και θεωρεί τον εαυτό του ένα μουσικό ταλέντο που προορίζεται να "λάμψει στη μουσική βιομηχανία", πιέζει δε τον Μιτς, έναν επιτυχημένο μουσικό παραγωγό να τον βάλει στο στούντιο ηχογράφησης, προσφέροντάς του τα κορίτσια του, μήπως μπορέσει να τον πείσει. Η Ίβι ακολουθεί χαλαρά τη ζωή στο ράντσο, μένοντας μερικές ημέρες εκεί, φεύγοντας και πηγαίνοντας στο σπίτι της τις υπόλοιπες. Καθώς είναι η μικρότερη δεν της δίνουν πολλή σημασία, ενώ εκείνη, γοητευμένη και σχεδόν ερωτευμένη με την Σούζαν, παρακολουθεί προσεκτικά κάθε κίνησή της, κάθε άγγιγμά της, αποτελεί ένα πρότυπο που θαυμάζει, χωρίς να φαντάζεται για αυτό που θα ακολουθήσει.

"Ήμουν δεκατεσσάρων εκείνο το καλοκαίρι. Η Σούζαν δεκαεννιά. Υπήρχε ένα θυμίαμα που έκαιγε καμιά φορά η ομάδα μας έκανε νυσταλέες και ενδοτικές. Η Σούζαν να διαβάζει φωναχτά από ένα παλιό τεύχος του Playboy. Οι αισχρές και φωτοβόλες πολαρόιντ που κρύβαμμε και ανταλλάσσαμε σαν κάρτες του μπέιζμπολ.
Ήξερα πόσο εύκολα θα μπορούσε να συμβεί το παρελθόν ανά χείρας, όπως το αθέλητο νοητικό ολίσθημα μιας οπτικής ψευδαίσθησης. Ο τόνος μιας μέρας συσχετισμένος με κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο: Το σιφόν φουλάρι της μητέρας μου, την υγρασία μιας κομμένης κολοκύθας. Ορισμένα σχήματα που έφτιαχνε η σκιά. Ακόμα και η λάμψη του ήλιου στην οροφή ενός άσπρου αυτοκινήτου μπορούσε να σηκώσει μέσα μου ένα στιγμιαίο, θνησιγενές κύμα, επιτρέποντας μια φλούδα επιστροφής. Είχα δει παλιά περλέ κραγιόν της Yardley - τώρα τίποτα παραπάνω από κηρώδη θρύμματα - να πουλιούνται για εκατό δολάρια στο internet. Έτσι ώστε οι γυναίκες που είχαν μεγαλώσει να μπορέσουν να οσμιστούν ξανά εκείνη τη χημική λουλουδάτη πνιγηρότητα. Τόσο πολύ το ήθελαν οι άνθρωποι - να ξέρουν ότι η ζωή τους είχε συμβεί, ότι το άτομο που ήταν κάποτε εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους."


Στο ύφος της πρωτοεμφανιζόμενης Κλάιν, σε κερδίζει η αμεσότητα και η σχεδόν εξομολογητική αναπαράσταση των γεγονότων. Η Ίβι θυμάται χωρίς να μετανιώνει, αποστασιοποιημένη πλέον, είναι μια άλλη. Εκείνο που απασχολεί την συγγραφέα είναι η εφηβεία, το γιατί αυτά τα κορίτσια γοητεύονταν από "απατεώνες" σαν τον Ράσελ, πως φτάνουν σε φρικαλέες ενέργειες χωρίς να κουνήσουν ούτε το βλέφαρό τους, χωρίς να διστάσουν ούτε στιγμή. Τι είναι εκείνο που ψάχνουν...

Το βιβλίο δεν αναπαριστά τη σφαγή της Σάρον Τέιτ, εμπνέεται από αυτούς τους φόνους και ουσιαστικά μιλάει για το πριν, για τη διαδικασία μύησης και εθελούσιας τύφλωσης και υπακοής. Ο χαρακτήρας της Σούζαν, μιας εξαιρετικής μυθιστορηματικής προσωπικότητας προβάλλει στο προσκήνιο της αφήγησης της συγγραφέως, ερωτική και αινιγματική, βίαιη και τρυφερή, μπερδεμένη και ταυτόχρονα αποφασιστική είναι η ηρωίδα του βιβλίου· δολοφόνος και ερωμένη, σφαγέας και σωτήρας.

Μπορεί να λείπει η ένταση από το μυθιστόρημα της Κλάιν, αλλά η συγγραφέας επιτυγχάνει απόλυτα τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας και είναι εντυπωσιακή η κατασκευή της ιστορίας η οποία ξεκινάει χαλαρά και κορυφώνεται με τις δραματικές στιγμές του φινάλε. Δουλεμένη γραφή που δείχνει ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο και ένα βιβλίο που κυριολεκτικά δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.