Πέμπτη, Απριλίου 16, 2020
posted by Librofilo at Πέμπτη, Απριλίου 16, 2020 | Permalink
"Ο διάβολος στη Λευκή Πόλη"

Από το Βερολίνο του 1933 στο εκπληκτικό "Κήπο με τα θηρία", στον τορπιλισμό του Λουζιτάνια το 1915 στο θαυμάσιο "Βουβό κύμα", έως το Σικάγο της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Ο εξαίρετος συγγραφέας, ιστορικός και δημοσιογράφος Erik Larson (Νέα Υόρκη, 1954), διατρέχει τις εποχές, με την μοναδική γλαφυρότητα που τον διακρίνει στην περιγραφή μοναδικών ιστοριών, που είναι άγνωστες για τους περισσότερους ή έχουν περάσει στη λήθη της ιστορίας. Το παλαιότερο βιβλίο του, το οποίο όμως εκδόθηκε στη χώρα μας στα μέσα της περασμένης χρονιάς, με τίτλο "Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΗ ΠΟΛΗ" ("The Devil in the White City") - (εκδ. Διόπτρα, μετάφρ. Τ. Σπερελάκη, σελ. 654), είναι μια τρανή απόδειξη της αξίας του. Ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός, καθοριστικό για την πορεία μιας μεγαλούπολης και ταυτόχρονα η παρουσία ενός σίριαλ-κίλερ, δημιουργούν μια καθηλωτική λογοτεχνική σύνθεση.


Σικάγο 1890, μια πόλη που αναπτύσσεται ταχύτατα και άναρχα. Πόλη των σφαγείων και των εργοστασίων, ήταν ήδη η δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη των Η.Π.Α. και προς μεγάλη έκπληξη όλων, κερδίζει την ψηφοφορία για την διοργάνωση της Διεθνούς Έκθεσης, έναντι του μεγάλου φαβορί που ήταν η Νέα Υόρκη. Έχει περάσει μόλις ένας χρόνος από την εξαιρετικά επιτυχημένη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού (το 1889) και η ανάθεση στο Σικάγο για την Έκθεση του 1893, εκτός από το βάρος της διοργάνωσης που προβλέπεται να προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες, κουβαλάει και το γεγονός της (αναπόφευκτης) σύγκρισης με μια Έκθεση, όπου παρουσιάστηκε ένα κολοσσιαίο έργο όπως ήταν "Ο Πύργος του Άιφελ".

Οραματιστής της απόπειρας αυτής, ο διάσημος ήδη αρχιτέκτονας Ντάνιελ Μπέρναμ, ένας άνθρωπος που δεν είχε κάνει σοβαρές σπουδές αλλά σιγά σιγά μέσα από τη δουλειά του, είχε ένα πολύ επιτυχημένο γραφείο μαζί με τον Τζον Ρουτ – που ήταν πιο καλλιτεχνικό πνεύμα -, και θεωρούντο οι επιφανέστεροι αρχιτέκτονες της πόλης με την ανέγερση ψηλών κτισμάτων – τον πρώτο ουρανοξύστη της χώρας κλπ. Το Σικάγο ήταν μια νέα πόλη αφού είχε ξανακτιστεί σε μεγάλο μέρος μετά την πυρκαϊά του 1871 («The night Chicago died» που λέει και το τραγούδι), είχε ήδη πάρει τα πρωτεία στον χώρο του εμπορίου και των κατασκευών, αλλά και πάλι μπροστά στο «Μεγάλο Μήλο», θεωρείτο επαρχιακή και άσχημη. Η Έκθεση θα ήταν μια καλή ευκαιρία να προσελκύσει κόσμο, επενδύσεις, να μεγαλώσει αλλά και να ομορφύνει κάπως.

Τον ίδιο καιρό φτάνει στο Σικάγο, κι ένας άνθρωπος που θα γίνει διάσημος για άλλους λόγους. Είναι ο δρ Χέρμαν Γ. Μάτζετ που πλέον χρησιμοποιεί το όνομα Χ.Χ.Χόλμς και θα τον μάθει όλος ο κόσμος μετά από λίγα χρόνια ως τον πιο διαβόητο κατά συρροή δολοφόνο που εμφανίστηκε μέχρι τότε. Ο Χολμς ήταν γιατρός και μετά από αποτυχημένες απόπειρες στη γενέτειρά του, φθάνει στο Σικάγο με λίγα χρήματα στη τσέπη για να εργαστεί σε ένα προαστιακό φαρμακείο. Ήταν γοητευτικός με καλούς τρόπους και ιδιαίτερα ευχάριστος άνθρωπος, ενώ οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αντισταθούν στα γαλάζια του μάτια και στους αβρούς του τρόπους. Όπως γράφει ο Λάρσον στον πρόλογο του βιβλίου: «ήταν προάγγελος του αστικού κατά συρροή δολοφόνου».

Οι δύο άνδρες, ο οραματιστής Μπέρναμ και ο δολοφόνος Χολμς, δεν θα συναντηθούν ποτέ. Ο Λάρσον με μια μοναδική αφήγηση, θα περιγράψει τα γεγονότα και τις ζωές δύο ανθρώπων που κινούνται σε παράλληλη τροχιά το ίδιο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την Διεθνή Έκθεση μέχρι το τέλος της. Σε ένα Σικάγο που αλλάζει συνεχώς και από βρωμερή πόλη με την έντονη μυρωδιά των Σφαγείων, μεταμορφώνεται σε μια μεγαλούπολη έτοιμη να μπει θριαμβευτικά στον 20ο αιώνα, πίσω από τις κουρτίνες γίνονται εγκλήματα που φαίνονται ακόμα και τώρα αδιανόητα.

Η έκθεση θα ονομαστεί «Διεθνής Κολουμπιανή Έκθεση», διότι ο επίσημος σκοπός της ήταν, να τιμήσει την 400η επέτειο της ανακάλυψης της Αμερικής από τον Κολόμβο, αλλά θα μείνει γνωστή ως «Λευκή Πόλη», διότι ο Μπέρναμ (ορθώς μάλλον σκεπτόμενος), αποφάσισε σε συνεργασία με τους πιο διάσημους αρχιτέκτονες των Η.Π.Α., που έπεισε να συνεργαστούν μαζί του, να χτίσει μια πόλη που θα εντυπωσιάσει με την αισθητική και την μεγαλοπρέπειά της, αντί να φτιάξει κάτι που θα συναγωνιζόταν τον Πύργο του Άιφελ και δεν ήταν καθόλου σίγουρο αν θα τα κατάφερνε. Γι’ αυτό άλλωστε αρνήθηκαν τις υπηρεσίες του Άιφελ (προς μεγάλη του απογοήτευση), στηριζόμενοι καθαρά σε Αμερικανικά χέρια και μυαλά για την υλοποίηση του πρότζεκτ. Το στάδιο της κατασκευής ήταν εφιαλτικό για τους συμμετέχοντες στο έργο, αφού τίποτα δεν πήγαινε καλά, ο καιρός του Σικάγου δεν είναι ο καλύτερος, τα προβλήματα ήταν τεράστια και όλα έγιναν τελευταία στιγμή. Το μεγαλύτερο επίτευγμα ίσως να ήταν τελικά, η πραγματοποίηση της Έκθεσης, όταν πλέον όλοι είχαν απογοητευτεί. Ο κάποτε σκουπιδότοπος της πόλης, που καλείτο κατ΄ευφημισμό Τζάκσον Παρκ, μετατράπηκε σε μια ονειρική πόλη που αναδυόταν κάτασπρη και καθρεφτιζόταν στη λίμνη - ήταν ένα θέαμα που ουδείς από τους επισκέπτες λησμόνησε. 28 εκατομμύρια επισκέπτες πέρασαν τις πύλες της μέσα στους έξι μήνες λειτουργίας της, δηλαδή κάτι παραπάνω από το 1/3 του τότε πληθυσμού της χώρας. Η Έκθεση καταλάμβανε μια έκταση περίπου ενός τετραγωνικού μιλίου και περιελάμβανε διακόσια κτίρια, τα περισσότερα σε διαστάσεις τεράστιες που όμοιά τους δεν είχαν ξαναγίνει, ενώ εκεί πρωτοδοκιμάστηκε μια τεράστια ρόδα που στην αρχή όλοι την είχαν απορρίψει αλλά τελικά αποτέλεσε το μεγάλο γεγονός της Έκθεσης. Από τις πύλες της πέρασαν είτε ως επισκέπτες, είτε ως άμεσα εμπλεκόμενοι, ονόματα που έμειναν στην ιστορία, όπως ο Τέσλα και ο Έντισον, ο Γουέστινγκχάουζ και ο Μπούφαλο Μπιλ, ο Θίοντορ Ντράιζερ που περιέγραψε το Σικάγο εκπληκτικά στην «Κάρι», ο πατέρας του Γουόλτ Ντίσνεϊ δούλεψε εκεί και περιέγραφε στον έκπληκτο γιο του τα επιτεύγματα, κάτι που φάνηκε στις ταινίες του αργότερα, και πολλοί άλλοι.


«Κάποιες τυχαίες συναντήσεις δημιουργούσαν μαγεία.
Ο Φρανκ Χέιβεν Χολ, επιστάτης του Ινστιτούτου για την Επιμόρφωση των Τυφλών του Ιλινόι, αποκάλυψε μια νέα συσκευή που παρήγε τυπογραφικές πλάκες για την εκτύπωση βιβλίων σε Μπράιγ. Ο Χολ προηγουμένως είχε εφεύρει μια μηχανή που τύπωνε σε Μπράιγ, τον Γραφέα Μπράιγ του Χολ, την οποία δεν κατοχύρωσε για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας επειδή θεωρούσε πως δεν θα έπρεπε να μολύνει με κέρδος τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους τυφλούς. Ενώ στεκόταν δίπλα στην ολοκαίνουργια μηχανή του, τον πλησίασε ένα τυφλό κορίτσι με τη σύνοδό του. Μόλις έμαθε ότι ο Χολ ήταν ο εφευρέτης της γραφομηχανής που τόσο συχνά χρησιμοποιούσε, η κοπέλα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, σφίγγοντάς τον στην αγκαλιά της και δίνοντάς του ένα φιλί.
Από τότε, κάθε φορά που ο Χολ εξιστορούσε πως γνώρισε την Χέλεν Κέλερ, του έρχονταν δάκρυα στα μάτια.»

Ο Μπέρναμ αφιέρωσε τη ζωή του στο γεγονός αυτό, κυριολεκτικά κοιμόταν εκεί κατά την κατασκευή της, αγωνιούσε και πληγωνόταν, διαπραγματευόταν με τα συνδικάτα, οι εφημερίδες της Νέας Υόρκης και της Ουάσινγκτον τον εξευτέλιζαν κατά την προετοιμασία, σχεδόν σίγουρες για την απόλυτη καταστροφή, αφού έβλεπαν το ανέφικτο του πράγματος, κατασκευές που είχαν φτιαχτεί με κόπο, διαλύονταν μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα, η γκρίνια και οι απαιτήσεις των συνεργατών του ήταν τεράστιες. Για να μην απαριθμήσουμε βέβαια και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που ήταν αναρίθμητες. Εργάτες έχασαν τη ζωή τους κατά την κατασκευή αλλά και κατά την διάρκεια της Έκθεσης, και τραγικά γεγονότα επισκίαζαν συνεχώς την ροή των πραγμάτων. Το θαύμα όμως έγινε.

«Ξαφνικά από τον πύργο εκτοξεύτηκαν φλόγες περίπου δεκαπέντε μέτρα κάτω από τον Φιτζπάτρικ και τους άντρες του. Φρέσκος αέρας όρμησε μέσα στον πύργο. Ακολούθησε έκρηξη. Από την οπτική γωνία των πυροσβεστών, σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του τμήματος, ήταν «σαν να είχε αναφλεγεί το αεριώδες περιεχόμενο του αεραγωγού γύρω από το φουγάρο, και ολόκληρο το εσωτερικό του πύργου είχε μετατραπεί μεμιάς σε καμίνι που κόχλαζε».
Ο πυροσβέστης Τζον Ντέιβις στεκόταν στο μπαλκόνι με τον λοχαγό Φιτζπάτρικ και τους υπόλοιπους. «Είδα πως υπήρχε μόνο μία ευκαιρία, οπότε αποφάσισα να την αρπάξω», είπε ο Ντέιβις. «Πήδησα προς τη μάνικα και είχα την καλή τύχη να την πιάσω. Τα άλλα παιδιά έδειχναν να μην μπορούν να κουνηθούν, παγωμένα από τον τρόμο».
Ο Ντέιβις και άλλος ένας άντρας κατέβηκαν κάτω πιασμένοι από τη μάνικα. Οι πυροσβέστες που είχαν παραμείνει στο μπαλκόνι ήξεραν πως η θέση τους ήταν μοιραία και άρχισαν να αποχαιρετιούνται. Αυτόπτες μάρτυρες τους είδαν να αγκαλιάζονται και να σφίγγουν τα χέρια. Ο λοχαγός Φιτζπάτρικ άρπαξε ένα σκοινί και αιωρήθηκε μέσα από τη φωτιά προς την κυρίως οροφή από κάτω, όπου προσγειώθηκε με σπασμένο πόδι, εσωτερικά τραύματα και το μισό τεράστιο μουστάκι του καμένο. Άλλοι πήδησαν και σκοτώθηκαν, μερικοί διαπερνώντας την κυρίως οροφή.
Ο αρχηγός της Πυροσβεστικής Μέρφι και άλλοι δύο πυροσβέστες ανέβηκαν σε μια σκάλα για να περισυλλέξουν τον Φιτζπάτρικ. Τον κατέβασαν με σκοινιά και τον παρέδωσαν σε συναδέλφους τους στο έδαφος. Ήταν ζωντανός αλλά ετοιμοθάνατος.
Συνολικά, λόγω της φωτιάς έχασαν τη ζωή τους δώδεκα πυροσβέστες και τρεις εργάτες. Ο Φιτζπάτρικ πέθανε στις εννιά εκείνο το βράδυ.
Την επομένη οι επισκέπτες ξεπέρασαν τους 100.000. Τα καπνισμένα ερείπια του Ψυκτικού Κτιρίου είχαν αποδειχτεί ακαταμάχητα.»


Την ίδια περίοδο, γυναίκες εξαφανίζονταν και δεν ασχολείτο κανείς. Δεν ήταν και δύσκολο άλλωστε, χιλιάδες άνθρωποι πηγαινοερχόντουσαν στο Σικάγο με τα βαρυφορτωμένα τρένα, χιλιάδες έψαχναν την τύχη τους κι ένα καλύτερο αύριο στο μόνο μέρος της χώρας που έδινε μια προοπτική εργασίας, καθώς η οικονομική κρίση στη χώρα ήταν τεράστια και οι χρεοκοπίες των τραπεζών και των επιχειρήσεων μια καθημερινότητα.
Τα χειρότερα όμως δεν είχαν αποκαλυφθεί, η κουρτίνα θα τραβιόταν μετά το τέλος της γιορτής. Ο Χολμς όχι μόνο αγόρασε το φαρμακείο όπου δούλευε, δολοφονώντας την γηραιά πρώην ιδιοκτήτρια, αγόρασε και ένα γωνιακό οικόπεδο απέναντι κι έχτισε ένα μεγάλο κτίριο, που απλωνόταν σε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, με διαμερίσματα και μαγαζιά στο ισόγειο. Ήταν δε τόσο ικανός και διαβολικός, που το σχεδίασε έτσι ώστε να έχει μέσα μυστικά δωμάτια ειδικά διαμορφωμένα για παροχή αερίου ώστε να πνίγει τα θύματά του, καταπακτές και υπόγεια για να θάβει τα πτώματα. Το κτίριο ήταν πολύ κοντά στην είσοδο της Έκθεσης, ζοφερό σαν ένα άσχημο κάστρο, αλλά τη δουλειά του, την έκανε. Νεαρές γυναίκες που έφταναν στην πόλη, έλκοντο από την γοητεία του νεαρού γιατρού, χωρίς να ξέρουν τι τις περίμενε. Οι Αρχές δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν με την αναζήτηση εξαφανισμένων προσώπων και τα απελπισμένα γράμματα των συγγενών που έφταναν στα χέρια τους. Όταν ο θόρυβος από την Έκθεση καταλάγιασε και οι φωνές δυνάμωσαν, η πραγματικότητα αποδείχτηκε τόσο εφιαλτική που κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που βγήκαν στο φως και έκαναν τα εγκλήματα του Τζακ του Αντεροβγάλτη να φαντάζουν ελάχιστα.

«Ο διάβολος στη λευκή πόλη», είναι ένα εξαιρετικό non-fiction βιβλίο που (καμία έκπληξη για όποιον γνωρίζει το στυλ του Λάρσον) διαβάζεται ως μυθιστόρημα, το οποίο έχει περάσει απαρατήρητο στην Ελλάδα και, που δεν βασίζεται μόνο στην περιγραφή των γεγονότων που είναι από μόνα τους συναρπαστικά, αλλά στην εκπληκτική αφηγηματική δεινότητα του Λάρσον. Όπως και στα άλλα του (μεταγενέστερα) βιβλία, κυριαρχεί η ατμόσφαιρα που βάζει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία, ζωντανεύοντας τους χαρακτήρες σαν να παρακολουθείς κινηματογραφική ταινία.
Μπορεί η ιστορία του Χολμς δραματουργικά να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον – τόσοι φόνοι άλλωστε είναι ένα καλό υπόβαθρο για μια ωραία αστυνομική ιστορία -, αλλά είναι τόσο γλαφυρές οι περιγραφές της προσπάθειας του Μπέρναμ και των συνεργατών του, που κάνουν το βιβλίο αυτό ακαταμάχητο.

Υ.Γ. Πολλά χρόνια κρατάει η προσπάθεια του Ντι Κάπριο που έχει αποκτήσει τα δικαιώματα του βιβλίου, να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Φαίνεται ότι με την συνεργασία του Μάρτιν Σκορσέζε, η προσπάθεια θα ευοδωθεί, αφού το εγχείρημα βρίσκει στέγη στο τηλεοπτικό κανάλι Hulu για μια σειρά 6 επεισοδίων βασισμένη στο βιβλίο.



 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home