Τετάρτη, Ιουλίου 10, 2019
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 10, 2019 | Permalink
"Βουδαπέστη"

Υπάρχουν βιβλία που η ανάγνωσή τους προκαλεί έκπληξη και ταυτόχρονα αποκάλυψη. Οι έμπειροι αναγνώστες (όπως η αφεντιά μου) συνήθως δεν ξαφνιάζονται, ξέρουν τι τους περιμένει όταν επιλέγουν το προσεχές βιβλίο προς ανάγνωση. Με την νουβέλα "ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ" ("Budapeste"), του δημοφιλέστατου Βραζιλιάνου, συνθέτη και τραγουδιστή, αλλά και (έξοχου όπως αποδεικνύεται) συγγραφέα Chico Buarque (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1944) - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Μ.Παπαδήμα, σελ.161), η επιλογή, έγινε κατόπιν του δικαιολογημένου παραπόνου της μεταφράστριας Μ.Παπαδήμα, όπως εκφράστηκε σε ένα post στο Facebook, για την αναιτιολόγητη σιωπή των κριτικών και των ανθρώπων του βιβλίου γενικότερα, για το βιβλίο αφότου κυκλοφόρησε. Η Παπαδήμα, είχε δίκιο αλλά και άδικο ταυτόχρονα. Είναι τόσα πολλά τα (αξιόλογα) βιβλία που κυκλοφορούν, που σίγουρα κάποια θα "παραπέσουν", κάποια θα χαθούν και άλλα θα υπερπροβληθούν, λόγω hype, μάρκετινγκ κλπ. Εαν δε το βιβλίο ανήκει σε κάποιον όχι ιδιαίτερα γνωστό στην πατρίδα μας συγγραφέα, δεν θέλει και πολύ να περιέλθει στην λήθη.



Η υπέροχη όμως «Βουδαπέστη», δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο που φέρνει σε αμηχανία τον αναγνώστη του, που θα το ερωτευτεί ή θα το μισήσει - δεν υπάρχει μέση οδός. Γεμάτο χιούμορ και εσωτερικό μονόλογο, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πλοκή και με το λαβυρινθώδες εσωτερικό του παιχνίδι που παραπέμπει σε Μπορχεσικούς δρόμους, μπορεί να σε σαγηνεύσει και να σε μαγέψει, αλλά μπορεί και να σε απωθήσει. Ευτυχώς η δικιά μου περίπτωση ανήκει στις πρώτες, ενθουσιάστηκα από την αρχή και βυθίστηκα μέσα του, σε σημείο απογοήτευσης που τελείωσε τόσο σύντομα.

"Για να προσαρμόσω το αυτί μου στην καινούργια γλώσσα ήταν απαραίτητο να απαρνηθώ όλες τις άλλες."

Ο Ζοζέ Κόστα, είναι ένας πολύ επιτυχημένος ghost-writer (συγγραφέας-φάντασμα), στη χώρα του την Βραζιλία. Είναι συνέταιρος σε ένα πρακτορείο που αναλαμβάνει την συγγραφή κάθε είδους βιβλίου, και ο Ζοζέ Κόστα ως μαιτρ του είδους, γράφει ασταμάτητα χωρίς όμως να μπορεί να βάλει την υπογραφή του πουθενά. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, συνταξιούχοι, δυναμικοί παράγοντες της Βραζιλίας, αναθέτουν τη συγγραφή (κυρίως) απομνημονευμάτων, ή, κάθε είδους ιστοριών στον ευφάνταστο άνδρα που αντί αδρότατης αμοιβής αναλαμβάνει το έργο. Είναι παντρεμένος με μια επιτυχημένη τηλεοπτική παρουσιάστρια και έχουν μαζί έναν γιο, που ο Κόστα δεν βλέπει σχεδόν ποτέ.

Ο Ζοζέ Κόστα έχοντας μόλις ολοκληρώσει την παρακολούθηση ενός συνεδρίου ghost-writers στην Κων/λη της Τουρκίας, στην επιστροφή του στο Ρίο μέσω Φραγκφούρτης, το αεροπλάνο κάνει αναγκαστική προσγείωση στην Βουδαπέστη, όπου οι επιβάτες θα διανυκτερεύσουν. Ο Κόστα περνάει μια ανήσυχη νύχτα, με ανοιχτή την τηλεόραση, ακούγοντας συνεχώς αυτή την άγνωστη και περίεργη γλώσσα, που του θυμίζει αμυδρά τα Τουρκικά που άκουγε στην Κων/λη, χωρίς όμως να μπορεί να καταλάβει λέξη. Έχοντας ικανότητα στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, προσπαθεί να ψελλίσει κάποιες λέξεις, μάταια όμως. Φεύγει το επόμενο πρωί, γοητευμένος από τους ήχους της γλώσσας.

Στην πατρίδα του, αναλαμβάνει να γράψει την αυτοβιογραφία, ενός Γερμανού επιχειρηματία, που την γράφει όπως συνήθως κάνει, με το δικό του, προσωπικό ύφος, κρατώντας μόνο τα βασικά σημεία της αφήγησης του Γερμανού. Η Βουδαπέστη του έχει γίνει έμμονη ιδέα, όταν δε η σύζυγός του, του λέει, ότι στον ύπνο του παραμιλάει στα Ουγγρικά, ο Κόστα είναι σίγουρος ότι έχει χάσει τον εαυτό του. Προτείνει στην σύζυγό του να πάνε διακοπές στην Βουδαπέστη, εκείνη επιμένει να πάει στο Λονδίνο και έτσι ακολουθούν διαφορετικούς προορισμούς. Στην Βουδαπέστη, ο Κόστα γνωρίζει την Κρίσκα, μια όμορφη Ουγγαρέζα που ζει με το παιδί της και αναλαμβάνει να του μάθει τη γλώσσα. Οι δυο τους θα ερωτευτούν, αλλά ο Κόστα, που έχει τραβήξει τη διαμονή του περισσότερο από το προγραμματισμένο διάστημα, πρέπει να επιστρέψει στο Ρίο, καθώς με την σύζυγό του δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα στο διάστημα της απουσίας τους και η δουλειά δεν μπορεί να περιμένει.

Στο Ρίο διαπιστώνει, ότι το βιβλίο που έγραψε για τον Γερμανό επιχειρηματία, έχει γίνει τεράστια επιτυχία, η δε σύζυγός του δουλεύει πλέον σε άλλη πόλη, ενώ στο πρακτορείο, έχουν προσληφθεί κι άλλοι ghost-writers που προσπαθούν να γράψουν στο δικό του ύφος. Ο Κόστα αισθάνεται αποξενωμένος, δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποιος άσχετος έκανε best-seller το δικό του βιβλίο, βγάζει στη φόρα ότι το έγραψε αυτός, μετά το μετανιώνει – ο γάμος του ουσιαστικά δεν υπάρχει πλέον, το μυαλό του είναι συνεχώς στη φυγή και έτσι αποφασίζει να φύγει για την Βουδαπέστη, μήπως βρει τον εαυτό του. Οι συνθήκες όμως που θα συναντήσει με την επιστροφή του, δεν είναι πλέον οι ίδιες και πρέπει να ξεκινήσει κυριολεκτικά την ζωή του από την αρχή.

"Για έναν μετανάστη, η προφορά μπορεί να είναι ένα είδος εκδίκησης, ένας τρόπος να κακομεταχειριστεί τη γλώσσα που τον καταπιέζει. Θα αναμασάει πάντα κάποιες λέξεις από αυτή τη γλώσσα που δεν εκτιμά, αυτές που του είναι απαραίτητες για τη δουλειά του και για την καθημερινότητά του, ούτε μία παραπάνω. Και ακόμη κι αυτές, θα τις ξεχάσει στο τέλος της ζωής του για να επιστρέψει στο λεξιλόγιο της παιδικής του ηλικίας. Όπως ξεχνάει κανείς τα ονόματα των κοντινών του προσώπων, όταν η μνήμη αρχίζει να χάνει νερά, σαν πισίνα που αδειάζει σιγά σιγά, όπως ξεχνάει κανείς τη χτεσινή μέρα και μένουν οι αναμνήσεις οι πιο βαθιές. Αλλά για όποιον υιοθέτησε μια καινούρια γλώσσα, σαν να επέλεξε μια μητέρα, για όποιον αναζήτησε και αγάπησε όλες τις λέξεις, η επιμονή της ξενικής προφοράς είναι μια άδικη τιμωρία."



Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με αρκετά μοντερνιστικά στοιχεία, υπαινικτικότητα, θαυμαστή οικονομία λόγου και πολύ χιούμορ (οι Ούγγροι συγγραφείς έχουν ονόματα παλιών ποδοσφαιρικών θρύλων της χώρας), χαρακτηρίζουν το ύφος του βιβλίου. Ο Μπουάρκε γράφει ανάλαφρα και απλά, αλλά πολύ ουσιαστικά, σαγηνεύοντας με αυτόν τον τρόπο τον αναγνώστη, που παρασύρεται από τον ωραίο ρυθμό του μυθιστορήματος και εισέρχεται σιγά σιγά στην ιστορία, μαγνητισμένος.

Υπαρξιακό και κάποιες στιγμές εφιαλτικό μέσα στις κωμικοτραγικές στιγμές του, το βιβλίο του Μπουάρκε, μετατρέπεται από λυρικό σε ρεαλιστικό και ισορροπεί μεταξύ προσωπικής απόγνωσης και  καθημερινής απελπισίας, στην μαγεία των αισθήσεων και στους λογοτεχνικούς προβληματισμούς για το ποιος γράφει και τι…Μπορχεσικοί λαβύρινθοι του μυαλού, σωσίες και καταστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο μυαλό του ήρωα, νοητικοί καθρέφτες και κάτοπτρα, κατακλύζουν την ιστορία.

Πάνω απ’ όλα όμως, είναι το ζήτημα της ταυτότητας και της επιλογής, της γλώσσας και της οικειοποίησής της, που αποτελούν τα κεντρικά θέματα της νουβέλας του Μπουάρκε. Η επιλογή των Ουγγρικών μιας γλώσσας στριφνής και δύσκολης δεν είναι τυχαία, ο αφηγητής δεν βρίσκει συνώνυμα στη μητρική του γλώσσα ενώ κάποια στιγμή θεωρεί ότι αν μιλάει συνεχώς Ουγγρικά θα αντικαταστήσει στο μυαλό του, τους ήχους της γλώσσας του και τις αναμνήσεις που του φέρνουν στο μυαλό. Συνεχή ερωτήματα για την γλώσσα και την σχετικότητά της κατακλύζουν αυτό το θαυμάσιο και εθιστικό μυθιστόρημα, που το μετέφερε άψογα, η πάντα εξαίρετη Μαρία Παπαδήμα.

Βαθμολογία 84 / 100



 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home