Πέμπτη, Σεπτέμβριος 07, 2006
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτέμβριος 07, 2006 | Permalink
Η ασπρόμαυρη πόλη του Ορχάν Παμούκ
Με τον Ορχάν Παμούκ αισθάνομαι ένα είδος συγγένειας.Δεν έχω προσδιορίσει τι μπορεί να είναι αυτό.Με κάθε του βιβλίο μελαγχολώ γλυκά,αναγνωρίζοντας έναν αδερφικό φίλο,έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο.Το αυτοβιογραφικό του βιβλίο ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ-Πόλη και αναμνήσεις (80),σίγουρα δεν είναι ισάξιο με τα καταπληκτικά ΜΑΥΡΟ ΒΙΒΛΙΟ και ΜΕ ΛΕΝΕ ΚΟΚΚΙΝΟ,αλλά εάν αφεθείς στην γοητεία του,το βρίσκεις πιό αγαπησιάρικο.
Στο ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ ο Παμούκ μιλάει γιά το πως βιώνει τη ζωή του μέσα στην πόλη του.Μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για την εφηβεία του και την αγάπη του για τη ζωγραφική,αφιερώνει πολλές σελίδες στα οικογενειακά του προβλήματα,μιλάει για τον μεγάλο νεανικό του έρωτα, αλλά και για τα προσωπικά του αδιέξοδα και τις αναζητήσεις που τελικά οδήγησαν στην επιλογή τους να γίνει συγγραφέας.Το βιβλίο αυτό που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί είναι ουσιαστικά ένα έργο ενηλικίωσης μιάς που ξεκινάει από την γέννηση του συγγραφέα το 1952,και τελειώνει με την ανακοίνωση της απόφασης του να γίνει συγγραφέας την δεκαετία του 70.
Η Κωνσταντινούπολη του Παμούκ είναι ασπρόμαυρη.Οπως γράφει χαρακτηριστικα:
"Μία άποψη αυτής της αίσθησης του ασπρόμαυρου έχει οπωσδήποτε να κάνει με τη φτώχεια της πόλης,την αδυναμία να προβληθεί ότι είναι ωραίο και ιστορικό,και με το γεγονός ότι η πόλη είναι παλιά,μαραμένη,έχει ξεπέσει κι'έχει παραμεριστεί.Μία άλλη άποψη έχει να κάνει με την απλή σεμνότητα της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής ακόμη και στην πιό επιβλητική,στην πιό μεγαλόπρεπη περίοδο της.Μαζί με τη θλίψη που νιώθουν ως απομεινάρια μιάς μεγάλης αυτοκρατορίας,το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ θεωρούνται,από τη γεωγραφικά καθόλου μακρινή Ευρώπη,ότι είναι καταδικασμένοι,θαρρείς,σε μιά αιώνια φτώχεια,σαν να πάσχουν από μια αθεράπευτη ασθένεια,τρέφει τον εσωστρεφή ψυχισμό της πόλης."
Η σχέση των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης με την πόλη τους ,κατά τον συγγραφέα, προσδιορίζεται από την Οθωμανική λέξη "χιουζούν" που σημαίνει θλίψη.Η θλίψη αυτή αποτυπώνεται μέσα από τις αριστουργηματικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ara Guler που είναι παντού μέσα στο βιβλίο του Παμούκ, εικονογραφώντας περίφημα την μελαγχολική περιδιάβαση στην αθέατη για τον τουρίστα πλευρά της πόλης.Οι φωτογραφίες αυτές,αποτελούν κατά την άποψή μου ένα τεράστιο πλεονέκτημα του βιβλίου αυτού.
Ο Παμούκ είναι ο πιό "Δυτικός" από τους Τούρκους μυθιστοριογράφους.Μεγαλοαστικής καταγωγής μεγάλωσε σε ένα φιλελεύθερο περιβάλλον στις δεκαετίες 50 και 60 όταν η Κωνσταντινούπολη ήταν μία πόλη 1,5 εκατομ.κατοίκων.Ο Παμούκ συνδιάζει την μοντέρνα γραφή με την Οθωμανική αφηγηματική παράδοση της χώρας του.Στα βιβλία του μεταφέρει περισσοτερο εικόνες παρά λέξεις,εκφράζοντας τις αντιθέσεις μιας χώρας τόσο κοντινής μα και ταυτόχρονα τόσο μακρινής μας.
Είναι εμφανής η έλξη που ασκεί στον Παμούκ το θρίλερ.Ο ίδιος θεωρεί το έγκλημα ουσιαστικό στοιχείο ενός δράματος και μιάς υπόθεσης.Τον ερεθίζει περισσότερο η παρουσίαση των εγκλημάτων στις εφημερίδες των δεκαετιών 50 και 60.Όπως γράφει στο ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ :
"Το έγκλημα του Σαλατζάκ το καλοκαίρι πριν μάθω να γράφω και να διαβάζω,το 1958,με συστατικά της νύχτας,τη βάρκα και τα νερά του Βοσπόρου-με το καθένα ένιωθα ένα δέσιμο διαφορετικό-,όχι μόνο εμπλούτισε την ασπρόμαυρη εικόνα των νερών του Βοσπόρου στο νου μου,αλλά έμεινε γιά πάντα ζωντανό μέσα μου σαν τρομακτικό όνειρο.Γιά τον δράστη του εγκλήματος πρωτάκουσα όταν συζητήθηκε στο σπίτι μας,έπειτα βούιζε όλη η Ιστανμπούλ και οι εφημερίδες:ήταν ένας νεαρός ψαράς φτωχός και μέθυσος.Κι ήταν τόσο τρομακτικός ο "Δράκος του Σαλατζάκ" που γιά να βιάσει μιά μητέρα όταν μπήκε στη βάρκα του με τα παιδιά της να τους πάει βόλτα,εκείνος σκότωσε τα δύο παιδιά και το φίλο τους,ώστε εξαιτίας του γιά ένα διάστημα στη Χάλκη,όπου είχαμε το καλοκαιρινό μας σπίτι,όχι μόνο μας κόψανε τη διασκέδαση-πηγαίναμε με τους ψαράδες να ρίξουμε δίχτυα-,αλλά μας απαγόρευσαν ακόμη και να βγαίνουμε μόνοι στον κήπο.Ακόμη κι'έπειτα από πολλά χρόνια,όταν στις εφημερίδες της Ιστανμπούλ διαβάζω τα ρεπορτάζ γιά τα εγκλήματα(κάτι που το κάνω με πολύ κέφι),μπροστά από τα μάτια μου περνάει πάντα γρήγορα και σύντομα,σαν ασπρόμαυρη εικόνα,η μορφή των παιδιών που έριξε ο ψαράς στην ταραγμένη θάλασσα και αυτά προσπαθούν να κρατηθούν με νύχια και με δόντια από την άκρη της βάρκας,της μάνας που ξεφωνίζει,του ψαρά που χτυπάει με το κουπί τα κεφάλια των παιδιών και της μάνας."
Τριγυρνώντας στην Πόλη,πριν από 1,5 χρόνο,βρήκα το βιβλίο του Παμούκ εκτός από την κανονική έκδοση και με τη μορφή λευκώματος (στα Αγγλικά).Δυστυχώς έψαχνα άλλα πράγματα μέσα στο ωραιότατο βιβλιοπωλείο της Ιστικλάλ (γκραβούρες συγκεκριμένα),και έτσι δεν αγόρασα το βιβλίο σε αυτή του την μορφή που έδινε μεγαλύτερο βάρος στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες,οι οποίες αδικούνται στην Ελληνική (φροντισμένη κατά τα άλλα)έκδοση της Ωκεανίδας.Ο Ara Guler είναι μιά ξεχωριστή περίπτωση φωτογράφου,στο υπέροχο καφενείο-γκαλερί του,σε ένα σοκάκι του Πέραν βυθίζεσαι μέσα στον ασπρόμαυρο κόσμο του.Μακρυγορώ όμως και ξεφεύγω,είναι μεγάλη η έλξη και η απώθηση που νιώθω γιά την Κωνσταντινούπολη και δεν μπορώ να συγκρατηθώ.
Συνελόντι ειπείν,όποιος δεν έχει ασχοληθεί με τον Παμούκ,το ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ είναι το κατάλληλο βιβλίο εάν θέλει να αρχίσει να διαβάζει ένα σίγουρο μελλοντικό Νόμπελ λογοτεχνίας.
Στο ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ ο Παμούκ μιλάει γιά το πως βιώνει τη ζωή του μέσα στην πόλη του.Μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για την εφηβεία του και την αγάπη του για τη ζωγραφική,αφιερώνει πολλές σελίδες στα οικογενειακά του προβλήματα,μιλάει για τον μεγάλο νεανικό του έρωτα, αλλά και για τα προσωπικά του αδιέξοδα και τις αναζητήσεις που τελικά οδήγησαν στην επιλογή τους να γίνει συγγραφέας.Το βιβλίο αυτό που δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί είναι ουσιαστικά ένα έργο ενηλικίωσης μιάς που ξεκινάει από την γέννηση του συγγραφέα το 1952,και τελειώνει με την ανακοίνωση της απόφασης του να γίνει συγγραφέας την δεκαετία του 70.
Η Κωνσταντινούπολη του Παμούκ είναι ασπρόμαυρη.Οπως γράφει χαρακτηριστικα:
"Μία άποψη αυτής της αίσθησης του ασπρόμαυρου έχει οπωσδήποτε να κάνει με τη φτώχεια της πόλης,την αδυναμία να προβληθεί ότι είναι ωραίο και ιστορικό,και με το γεγονός ότι η πόλη είναι παλιά,μαραμένη,έχει ξεπέσει κι'έχει παραμεριστεί.Μία άλλη άποψη έχει να κάνει με την απλή σεμνότητα της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής ακόμη και στην πιό επιβλητική,στην πιό μεγαλόπρεπη περίοδο της.Μαζί με τη θλίψη που νιώθουν ως απομεινάρια μιάς μεγάλης αυτοκρατορίας,το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ θεωρούνται,από τη γεωγραφικά καθόλου μακρινή Ευρώπη,ότι είναι καταδικασμένοι,θαρρείς,σε μιά αιώνια φτώχεια,σαν να πάσχουν από μια αθεράπευτη ασθένεια,τρέφει τον εσωστρεφή ψυχισμό της πόλης."
Η σχέση των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης με την πόλη τους ,κατά τον συγγραφέα, προσδιορίζεται από την Οθωμανική λέξη "χιουζούν" που σημαίνει θλίψη.Η θλίψη αυτή αποτυπώνεται μέσα από τις αριστουργηματικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ara Guler που είναι παντού μέσα στο βιβλίο του Παμούκ, εικονογραφώντας περίφημα την μελαγχολική περιδιάβαση στην αθέατη για τον τουρίστα πλευρά της πόλης.Οι φωτογραφίες αυτές,αποτελούν κατά την άποψή μου ένα τεράστιο πλεονέκτημα του βιβλίου αυτού.
Ο Παμούκ είναι ο πιό "Δυτικός" από τους Τούρκους μυθιστοριογράφους.Μεγαλοαστικής καταγωγής μεγάλωσε σε ένα φιλελεύθερο περιβάλλον στις δεκαετίες 50 και 60 όταν η Κωνσταντινούπολη ήταν μία πόλη 1,5 εκατομ.κατοίκων.Ο Παμούκ συνδιάζει την μοντέρνα γραφή με την Οθωμανική αφηγηματική παράδοση της χώρας του.Στα βιβλία του μεταφέρει περισσοτερο εικόνες παρά λέξεις,εκφράζοντας τις αντιθέσεις μιας χώρας τόσο κοντινής μα και ταυτόχρονα τόσο μακρινής μας.
Είναι εμφανής η έλξη που ασκεί στον Παμούκ το θρίλερ.Ο ίδιος θεωρεί το έγκλημα ουσιαστικό στοιχείο ενός δράματος και μιάς υπόθεσης.Τον ερεθίζει περισσότερο η παρουσίαση των εγκλημάτων στις εφημερίδες των δεκαετιών 50 και 60.Όπως γράφει στο ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ :
"Το έγκλημα του Σαλατζάκ το καλοκαίρι πριν μάθω να γράφω και να διαβάζω,το 1958,με συστατικά της νύχτας,τη βάρκα και τα νερά του Βοσπόρου-με το καθένα ένιωθα ένα δέσιμο διαφορετικό-,όχι μόνο εμπλούτισε την ασπρόμαυρη εικόνα των νερών του Βοσπόρου στο νου μου,αλλά έμεινε γιά πάντα ζωντανό μέσα μου σαν τρομακτικό όνειρο.Γιά τον δράστη του εγκλήματος πρωτάκουσα όταν συζητήθηκε στο σπίτι μας,έπειτα βούιζε όλη η Ιστανμπούλ και οι εφημερίδες:ήταν ένας νεαρός ψαράς φτωχός και μέθυσος.Κι ήταν τόσο τρομακτικός ο "Δράκος του Σαλατζάκ" που γιά να βιάσει μιά μητέρα όταν μπήκε στη βάρκα του με τα παιδιά της να τους πάει βόλτα,εκείνος σκότωσε τα δύο παιδιά και το φίλο τους,ώστε εξαιτίας του γιά ένα διάστημα στη Χάλκη,όπου είχαμε το καλοκαιρινό μας σπίτι,όχι μόνο μας κόψανε τη διασκέδαση-πηγαίναμε με τους ψαράδες να ρίξουμε δίχτυα-,αλλά μας απαγόρευσαν ακόμη και να βγαίνουμε μόνοι στον κήπο.Ακόμη κι'έπειτα από πολλά χρόνια,όταν στις εφημερίδες της Ιστανμπούλ διαβάζω τα ρεπορτάζ γιά τα εγκλήματα(κάτι που το κάνω με πολύ κέφι),μπροστά από τα μάτια μου περνάει πάντα γρήγορα και σύντομα,σαν ασπρόμαυρη εικόνα,η μορφή των παιδιών που έριξε ο ψαράς στην ταραγμένη θάλασσα και αυτά προσπαθούν να κρατηθούν με νύχια και με δόντια από την άκρη της βάρκας,της μάνας που ξεφωνίζει,του ψαρά που χτυπάει με το κουπί τα κεφάλια των παιδιών και της μάνας."
Τριγυρνώντας στην Πόλη,πριν από 1,5 χρόνο,βρήκα το βιβλίο του Παμούκ εκτός από την κανονική έκδοση και με τη μορφή λευκώματος (στα Αγγλικά).Δυστυχώς έψαχνα άλλα πράγματα μέσα στο ωραιότατο βιβλιοπωλείο της Ιστικλάλ (γκραβούρες συγκεκριμένα),και έτσι δεν αγόρασα το βιβλίο σε αυτή του την μορφή που έδινε μεγαλύτερο βάρος στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες,οι οποίες αδικούνται στην Ελληνική (φροντισμένη κατά τα άλλα)έκδοση της Ωκεανίδας.Ο Ara Guler είναι μιά ξεχωριστή περίπτωση φωτογράφου,στο υπέροχο καφενείο-γκαλερί του,σε ένα σοκάκι του Πέραν βυθίζεσαι μέσα στον ασπρόμαυρο κόσμο του.Μακρυγορώ όμως και ξεφεύγω,είναι μεγάλη η έλξη και η απώθηση που νιώθω γιά την Κωνσταντινούπολη και δεν μπορώ να συγκρατηθώ.
Συνελόντι ειπείν,όποιος δεν έχει ασχοληθεί με τον Παμούκ,το ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ είναι το κατάλληλο βιβλίο εάν θέλει να αρχίσει να διαβάζει ένα σίγουρο μελλοντικό Νόμπελ λογοτεχνίας.
