Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009 | Permalink
"Οι καιροί δεν είχαν λογική..."
Γιά μιά παράλογη εποχή μιλάει ο Γαλλοαλγερινός συγγραφέας και ψυχίατρος-ψυχαναλητής Maurice Attia στο βραβευμένο μυθιστόρημά του – αναπαράσταση των τελευταίων ημερών της Γαλλικής κυριαρχίας στην Αλγερία, «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΓΕΡΙ»,(Εκδ.ΠΟΛΙΣ, μετάφ. της Μ.Μηλολιδάκη, σελ.398). Το βιβλίο έχει την μορφή ενός νουάρ αστυνομικού αλλά είναι κατά βάση ένα πολιτικό μυθιστόρημα που πατάει γερά στις παραδόσεις της γαλλικής σχολής αστυνομικών ιστοριών με πολιτική χροιά ή πολιτικών ιστοριών με αστυνομική χροια όπου διέπρεψαν συγγραφείς όπως ο Μανσέτ και ο Ρενάλ.

Ουσιαστικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι το Αλγέρι, η πρωτεύουσα της Αλγερίας και ο κακός χαμός που γινόταν εκεί από το 1954 έως το 1962 σε έναν αιματηρό εμφύλιο που στοίχισε τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και όπου οι απώλειες μόνο των αμάχων κυμαίνονται από 234.000 σύμφωνα με τις ιστορικές έρευνες έως το ένα με ενάμιση εκατομμύριο σύμφωνα με τους Αλγερινούς. Επίσης κάπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι ξεριζώθηκαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους μεταναστεύοντας στην «μητρόπολη» Γαλλία (κυρίως στην Μασσαλία). Μέσα σ’αυτήν την ατμόσφαιρα, ο νεαρός αστυνομικός Πάκο Μαρτίνεθ, γόνος Ισπανών, ο οποίος ζει με την γιαγιά του και ο Αλγερίνος Εβραϊκής καταγωγής συνεργάτης του Μωρίς Σουκρούν βρίσκουν στην κοσμική παραλία της πόλης τα πτώματα δύο νέων. Είχαν δολοφονηθεί πάνω στην ερωτική συνεύρεση. Δύο όμορφα παιδιά, όμως ο ένας ήταν Αραβικής καταγωγής και εκείνη ήταν μιά ξανθιά κοπέλα. Ο νεαρός είχε ευνουχιστεί και τα γεννητικά του όργανα ήταν τοποθετημένα στο στόμα του, ενώ στην πλάτη του κάποιος είχε χαράξει τα αρχικά O.A.S.

Όλα τα στοιχεία συνηγορούν σε ένα πολιτικό έγκλημα. Ο O.A.S. ήταν μιά ακροδεξιά οργάνωση που δημιουργήθηκε γιά να αποτρέψει την ανεξαρτησία της Αλγερίας και δολοφονούσε όχι μόνο Άραβες αλλά και Αλγερινούς γαλλικής καταγωγής που ήταν υπέρ μιάς δίκαιης λύσης ή που ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν την χώρα. Από τα δίχτυα της οργάνωσης δεν ξέφευγαν και όσοι διέπρατταν το λάθος να συνάψουν μικτές σχέσεις. Οι δύο αστυνομικοί όμως αντιλαμβάνονται ότι κάτι άλλο υπάρχει πίσω από τη στυγερή δολοφονία. Εξετάζοντας το συγγενικό περιβάλλον της νεαράς αμέσως διαπιστώνουν την ύπαρξη ενός αδίστακτου πάμπλουτου πατέρα, ο οποίος είναι πλέον καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα, τυχαίο θύμα των επεισοδίων στην πόλη, αλλά και ο οποίος κακοποιούσε σεξουαλικά την κόρη του από την εφηβεία της. Με την μητέρα να την έχει κοπανήσει γιά να ζήσει τη ζωή της, η μικρή υπέφερε κυριολεκτικά υπό τον πατρικό ζυγό. Υπάρχει επίσης ο μεγάλος της αδελφός, ο οποίος είτε λόγω πλήξης, είτε λόγω αντίδρασης στην πατρική αυταρχικότητα, υπηρετεί στις δυνάμεις της O.A.S και καυχιέται ότι θα εξοντώσει όλους τους «αλλόθρησκους». Η υπόθεση έχει ζουμί αλλά θα σκαλώσει μέσα από μιά σειρά φόνων των ανθρώπων που σχετίζονται είτε με τη μιά, είτε με την άλλη πλευρά. Θα σκαλώσει επίσης, διότι στους δρόμους της πόλης γίνονται καθημερινά μάχες, περιοχές αποκλείονται, βόμβες εκρήγνυνται, άντε να ασχοληθείς τώρα με μιά περίπτωση δολοφονίας όταν γύρω σου γκρεμίζεται το σύμπαν.

Μέσα από παράλληλες αφηγήσεις, παρακολουθούμε την συναρπαστική ιστορία που έχει πολλές ανατροπές. Ο κύριος αφηγητής είναι ο Μαρτίνεθ, μέσα από την ματιά του και την πολιτική του στάση διαβάζουμε γιά τα γεγονότα ως ένα alter ego της ματιάς του συγγραφέα, ο οποίος γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1949, και υποθέτω ότι παιδί ακόμα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα. Η ματιά του Μαρτίνεθ είναι αυτή του Γάλλου που γεννήθηκε εκεί, θεωρεί την Αλγερία χώρα του, πιστεύει στην ανεξαρτησία της από την Γαλλία, και οραματίζεται μιά κοινωνία όπου Αλγερίνοι γαλλικής καταγωγής και μουσουλμάνοι πρώην φελλάχοι ζουν μαζί ειρηνικά. Είναι η ματιά του Αλμπέρ Καμύ που αναγκάστηκε κι αυτός να φύγει μαζί με τους περισσότερους Γάλλους από τη χώρα. Είναι η στάση που κατηγορήθηκε από όλους ως «προδοτική» αφού οι περισσότεροι μουσουλμάνοι υποστήριζαν το F.L.N και μάχονταν να διώξουν τους Γάλλους, ενώ αρκετοί (ίσως η πλειοψηφία) των γαλλικής καταγωγής Αλγερίνων θεωρούσαν τον Ντε Γκώλ προδότη και ότι τους άφηνε στην τύχη τους δίνοντας την ανεξαρτησία στην χώρα, οπότε συνέδραμαν τους τρομοκράτες παρακρατικούς της O.A.S.

Ο ήρωας γνωρίζει ότι θα αναγκαστεί να φύγει από την χώρα. Ήδη στο αστυνομικό τμήμα τον αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και φανερή εχθρότητα απομονώνοντάς τον. Η γιαγιά του έχει αρχίσει να τα χάνει από την γεροντική άνοια ενώ η αγαπημένη του, η Ιρέν που έχει ήδη χάσει το ένα της πόδι σε μία έκρηξη στο Καζίνο της πόλης κατά τη διάρκεια ενός χορού, κάποια στιγμή φεύγει γιά την Μασσαλία αλλά βιώνει εκεί την δυσφορία των ντόπιων και την εχθρότητα προς τους «ξένους» και αναγκάζεται να ξαναγυρίσει στο Αλγέρι, βρίσκοντας το μαγαζί της ανατιναγμένο (διότι τόλμησε να φύγει...). Ο Μαρτίνεθ παλεύει με φαντάσματα, με τον εαυτό του, με την εξουσία. Φαντάσματα της παιδικής του ηλικίας από τον Ισπανικό εμφύλιο, όταν μικρό παιδάκι έμεινε ορφανό, διότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές, όντας αναρχικός και έτσι αναγκάστηκε η γιαγιά του να καταφύγει στο Αλγέρι. Μπερδεμένος από την πολιτική κατάσταση, βλέπει Γάλλους να σκοτώνουν Γάλλους, Μουσουλμάνους να σκοτώνουν Γάλλους, Γάλλους να σκοτώνουν Μουσουλμάνους όλοι χορεύουν στην πίστα του θανάτου. Ξέρει ότι μετά την επικείμενη ανεξαρτησία, η κατάσταση θα χειροτερέψει αλλά και ότι εκεί που θα πάει θα περάσει δύσκολα αφού οι «μητροπολιτικοί» Γάλλοι μόνο φιλικά αισθήματα δεν τρέφουν προς τους Γαλλοαλγερίνους. Η υπόθεση θα ξεδιαλυνθεί μετά από μιά σειρά φόνων, μετά από μπερδέματα, μετά από καιρό. Αν και όταν ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, κανείς από τους (εναπομείναντες) πρωταγωνιστές δεν θα είναι πιά ο ίδιος.

Μυθιστόρημα συναρπαστικό, με κινηματογραφικό ρυθμό και με έξοχο στυλ. Αρκετά μπερδεμένο με τις πολιτικές ίντριγκες και με τις διάφορες οργανώσεις που μάχονται η μία την άλλη. Ο Ατιά θίγει πράγματα που στην Γαλλία θεωρούνται ιδιαίτερα οδυνηρά και επί χρόνια δεν συζητούντο και δεν θίγονταν, όπως και να έχει, είναι μιά πολύ δυσάρεστη ιστορία γιά τους Γάλλους, ακόμα και η υποδοχή των «συμπατριωτών» τους προσφύγων (τους οποίους κοροϊδευτικά αποκαλούσαν «pieds noir-μαύρα πόδια») δεν τους τιμάει ιδιαίτερα. Ο συγγραφέας είναι εξαιρετικός στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων και δίνει τα ρέστα του στις σκηνές των οδομαχιών στα σοκάκια της κάσμπα.

Ο αναγνώστης θα βοηθηθεί πολύ από το επίμετρο της (πολύ καλής) έκδοσης, όπου υπάρχουν δύο εμπεριστατωμένες αναλύσεις της ιστορίας και της πολιτικής κατάστασης της Αλγερίας. Προτείνω να διαβαστούν στην αρχή και όχι στο τέλος, ώστε να μπει κάποιος στο κλίμα αλλιώς κινδυνεύει να μπερδευτεί από τις πρώτες σελίδες και να μη καταλαβαίνει ποιός μάχεται ποιόν και γιατί γίνονται όλα αυτά. Αν και μόνο από την ακόλουθη φράση του Α.Καμύ πιστεύω ότι μπαίνουμε στο νόημα της αλληλοσφαγής:

«...Οφείλω να καταδικάσω την τρομοκρατία που ασκείται τυφλά, στους δρόμους του Αλγερίου επί παραδείγματι, και που μιά μέρα μπορεί να πλήξει τη μητέρα μου ή την οικογένειά μου. Πιστεύω στην δικαιοσύνη, αλλά θα υπερασπιστώ τη μητέρα μου πριν από τη δικαιοσύνη.»