Τρίτη, Απριλίου 21, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 21, 2009 | Permalink
«Ο σκλάβος δεν θέλει την ελευθερία του,αλλά έναν δικό του σκλάβο.»
Θα μπορούσε να θεωρηθεί προφητικό το συναρπαστικό μυθιστόρημα «ΕΙΧΑΜΕ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ» («THE LAST INTEGRATIONIST») του Αφρο-Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Jake Lamar, απόφοιτου του Χάρβαρντ που πλέον ζει και εργάζεται στο Παρίσι, (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Μ.Σκαμαγκα, σελ.482). Διαποτισμένο από ειρωνία, πολιτική ανορθοδοξία και χωρίς να φοβάται να γράψει πικρές αλήθειες το βιβλίο του Λαμάρ (που είναι το πρώτο του,γραμμένο το 1996), τοποθετείται χρονικά στο εγγύς μέλλον (άνετα θα μπορούσε να είναι το 2009), σε μιά Αμερική πλήρως συντηρητική, σχεδόν φασιστική όπου ο ρατσισμός επιφανειακά δεν υπάρχει αλλά ουσιαστικά είναι περισσότερο έντονος από ποτέ.

Οι κεντρικοί χαρακτήρες της ιστορίας είναι δύο. Εν πρώτοις, ο υπερσυντηρητικός μαύρος δικηγόρος Μέλβιν Χάτσινσον που αναλαμβάνει το Υπουργείο Δικαιοσύνης μιάς νεοεκλεγμένης κυβέρνησης των Η.Π.Α με πρόεδρο έναν χαρισματικό και αδιάφορο ζεν-πρεμιέ πολιτικό. Το κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι η προστασία του φιλήσυχου πολίτη από την εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά, οπότε ο Χάτσινσον αναλαμβάνει να υλοποιήσει αυτή την πολιτική επιβάλλοντας σκληρές έως απάνθρωπες ποινές στους ενόχους. Η θανατική ποινή (και μάλιστα με τον παλιό καλό και "οικονομικό" τρόπο της αγχόνης), είναι σε ημερήσια διάταξη και το σύνθημα των οπαδών του ιδιαίτερα δημοφιλούς αυτού μαύρου πολιτικού είναι «Κρέμασε τους,όλους Χατς». Η δημιουργία «ειδικών κέντρων αποκατάστασης» γιά προβληματικούς νέους και οι περίπολοι από τάγματα πολιτών που φυλάνε την τάξη στους δρόμους είναι «εκ των ων ουκ άνευ» σε μία χώρα βαθιά διχασμένη.
Το εγκεφαλικό επεισόδιο που χτυπάει τον Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να ανέλθει ο Χάτσινσον σε υψηλότερα αξιώματα, αλλά ο τύπος είναι τελείως «σαλεμένος». Μετά τον χαμό της μονάκριβης κόρης του σε ατύχημα στο ράφτινγκ, πίνει από το πρωί και διακατέχεται από μία μανία εκδίκησης προς τους πάντες – θέλει «να τους σκοτώσει όλους».
Ο έτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας, είναι η ανηψιά του Χάτσινσον, η νεαρή φωτογράφος Έμα Πήρσον. Κόρη ενός ιδιόρρυθμου μουσικού της τζαζ, που ουσιαστικά έγραψε ένα κομάτι στην καριέρα του και μ’αυτό έκανε μεγάλη επιτυχία και της (τελείως διαφορετικής από τον ίδιον) αδερφής του Χάτσινσον, συζεί με έναν λευκό δημοσιογράφο, τον Σεθ, που δουλεύει σε ένα ριάλιτι τύπου Όπρα, το οποίο ετοιμάζεται γιά το καινούριο σόου που προβλέπεται ότι θα «σκίσει» - θανατικές εκτελέσεις live…
Η Έμα είναι μιά κοπέλα χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις που υποφέρει από τον διάχυτο ρατσισμό των ανθρώπων. Δεν έχει πρόβλημα με τις διαφυλετικές σχέσεις (ποτέ δεν την απασχόλησε τι χρώμα θα έχει ο σύντροφός της), και απορρίπτεται από όλους. Προσπαθεί να «ακολουθήσει το όνειρό της» και να καθιερωθεί ως φωτογράφος αλλά τα θέματα της (να φωτογραφίζει διαφυλετικά ζευγάρια την ώρα που κάνουνε έρωτα) εκλαμβάνονται ως πορνογραφικά και ντεμοντέ. Από τους ομόχρωμούς της στιγματίζεται ως «προδότης» της φυλής αφού το να ζεί με έναν λευκό θεωρείται δείγμα ιδεολογικής παρακμής και από τους λευκούς αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο, ως άνθρωπος «κατώτερης ράτσας», με χαρακτηριστική την αντιμετώπιση από την «πεθερά» της, η οποία χέζει καθημερινά μπροστά από την πόρτα του υπνοδωματίου του ζευγαριού...

Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας και δίνουν τον τόνο στον ρυθμό του μυθιστορήματος που ορισμένες φορές είναι εκρηκτικός. Ο φανατικός και ακτιβιστής Ρασίντ, ο οποίος απορρίπτει κάθε μορφή διαφυλετικής σχέσης ή συμπεριφοράς. Ο βοηθός του Χάτσινσον, ο λομπίστας Μπιντλ, που από τη μιά προσπαθεί γιά την ανέλιξη του προϊσταμένου του σε υψηλότερα αξιώματα και από την άλλη ραδιουργεί εναντίον του. Η μητέρα της Έμας που υποφέρει από παραισθήσεις και μανία καταδίωξης, αλλά την «κρίσιμη στιγμή» λειτουργεί ανθρώπινα και με συμπόνοια ενώ η μητριά της Έμας, η λευκή Γουίλοου, μετά την οικογένεια της Έμας είναι έτοιμη να «σημαδέψει» και την πολιτική καριέρα του Χάτσινσον αφού τους δυό τους συνδέει ένα «στιγμιαίο λάθος».

Ο Λαμάρ έχει μιά μεγάλη ικανότητα στην δημιουργία μιάς ιδιαίτερα συναρπαστικής ιστορίας που κρατάει σε συνεχή αγωνία τον αναγνώστη.Η ειρωνία στην γραφή του και οι ανατροπές στην ιστορία σε συνδιασμό με τους προβληματισμούς που εγείρει γιά το δυστοπικό μέλλον της χώρας δημιουργούν το έντονο ενδιαφέρον της πλοκής που καθιστά το βιβλίο ευκολοδιάβαστο (παρά την έντονη πολιτικολογία και τις αναφορές στο πολιτικό σύστημα της χώρας) και καθηλωτικό.

Ο συγγραφέας «προβοκατόρικα» περιγράφει την πορεία των διαφυλετικών σχέσεων σε μιά χώρα διχασμένη μεταξύ δήθεν προοδευτικότητας και δήθεν άνεσης στην συμβίωση των διαφορετικών εθνοτήτων. Παρατηρούμε ότι ο ρατσισμός των μαύρων είναι πιό έντονος από των λευκών, οι οποίοι ταλαντεύονται μεταξύ των προσωπικών τους ενοχών, political correctness, και καθωσπρεπισμού. Περιγράφει την μετεξέλιξη της μαύρης φυλής, μακριά από τα οράματα του Λούθερ Κινγκ (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου που χρησιμοποιήθηκε στην Γαλλική του έκδοση). Ο Χάτσινσον θα μπορούσε να ήταν ένας Ομπάμα, ακολουθεί «λευκή» πολιτική, γιά τους φανατικούς ομόχρωμους του, θεωρείται «λακές των λευκών». Και ενώ στη νιότη του είναι «black and proud», όταν «καθιερώνεται» στην δικηγορία και γίνεται μέλος της κυβέρνησης του (κατάλευκου και γοητευτικού) Προέδρου Μακ Κράκεν «παίζει το παιχνίδι των λευκών» και είναι ο εκφραστής μιάς ακροδεξιάς και καθόλου δημοκρατικής πολιτικής. Όταν συνειδητοποιεί ότι είναι ο βασικός υπεύθυνος (έστω και άθελα του) γιά το πρόγραμμα «ευγονικής» και «γενετικών πειραμάτων» στα Κέντρα Αποτοξίνωσης φλιπάρει.

Ο Λαμάρ οδηγεί την δυστοπία του σε μονοπάτια δύσβατα και αφήνει ανοιχτό ιδεολογικά το τέλος του βιβλίου. Η Έμα Πήρσον φεύγοντας γιά την Ευρώπη βρίσκει τον εαυτό της, αναπροσδιορίζει τις αξίες της, επανεκτιμά την ανθρώπινη επαφή και βλέπει τα πράγματα όπως είναι. Στο κάτω-κάτω κάνει πράξη τους στίχους του παλιού τραγουδιού, που μουρμούριζε ο Σεθ στο αυτοκίνητο:
"I don't need you to worry for me cause I'm alright
I don't want you to tell me it's time to come home
I don't care what you say anymore, this is my life
Go ahead with your own life and leave me alone
I never said you had to offer me a second chance
I never said I was a victim of circumstance
I still belong, don't get me wrong
And you can speak your mind
But not on my time
"

Πίσω όμως στις Η.Π.Α. το διαφυλετικό παιδί, ο «αιώνια προβληματικός» Μάιλς, που είχε αποκαλέσει τον εαυτό του «γκρι» (ως προς το χρώμα), αργοσβήνει, θύμα της ευγονικής πολιτικής της κυβέρνησης. Γιά τύπους σαν κι αυτόν (που την «ζωή τους έχουν ρημάξει, δεν έχει πλοίο, δεν έχει οδό»), το μέλλον προβλέπεται μάλλον σκοτεινό και αδιέξοδο.