Τρίτη, Μαΐου 12, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 12, 2009 | Permalink
Don't look now
Διαβάζοντας την εξαιρετική νουβέλα της Δάφνης Ντι Μωριέ «ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ», (Εκδ.Μελάνι, μετάφρ.Γ.Αρβανίτη, σελ.128), δεν μπορείς να μη κάνεις τις συγκρίσεις με το ομώνυμο αριστούργημα του ιδιοφυούς Άγγλου σκηνοθέτη Ν.Ρεγκ, το οποίο βασίστηκε στην νουβέλα και κυριολεκτικά την απογείωσε. Είναι μία ευτυχισμένη στιγμή που οι δύο τέχνες (λογοτεχνία και σινεμά), αλληλοσυμπληρώνονται με τέτοιο δημιουργικό τρόπο εισβάλλοντας η μία μέσα στην άλλη, σε σημείο που να μη ξέρεις αν είναι καλύτερο το βιβλίο ή η ταινία. Το «Don’t look now», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος της νουβέλας (και της ταινίας) είναι πολύ παραπάνω από μιά απλή ιστορία, είναι ένα μαεστρικό κείμενο, αληθινό διαμάντι.

««Μην κοιτάξεις» είπε ο Τζον στη γυναίκα του, «αλλά δύο τραπέζια πιο πέρα κάθονται δύο γεροντοκόρες που προσπαθούν να με υπνωτίσουν».»

Ένα ζευγάρι πηγαίνει στην Βενετία γιά διακοπές. Θέλουν να περάσουν λίγες μέρες μαζί μετά το τραγικό γεγονός που τους βρήκε. Έχασαν το πεντάχρονο κοριτσάκι τους...Καθώς οι μέρες περνάνε, η Λόρα(η σύζυγος) βρίσκει το χαμόγελο της, το ρομαντικό σκηνικό της υπέροχης πόλης επιδρά στο να ξαναβρεί τον εαυτό της. Ο Τζον (ο σύζυγος) ηρεμεί επιτέλους. Όταν γνωρίζουν τις δύο δίδυμες γεροντοκόρες όμως τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή. Η μία απο αυτές είναι τυφλή και υποτίθεται ότι βλέπει οράματα σαν μέντιουμ. Υποστηρίζει ότι βλέπει το κοριτσάκι ολοζώντανο δίπλα στους γονείς του. Η Λόρα την πιστεύει και αισθάνεται «ευτυχισμένη».
Βολτάροντας αργότερα στους δρόμους της πόλης η και πηγαίνοντας το βράδυ να φάνε σε ένα απόμερο ρεστωράν, οι δίδυμες είναι πάντα εκεί,μπροστά τους, σαν να τους έχουνε δώσει ραντεβού.
«Εκεί στέκονταν οι δίδυμες, η τυφλή στηριγμένη στο μπράτσο της αδερφής της και το αόμματο βλέμμα της σταθερά καρφωμένο επάνω του. Ένιωσε σαν να πέτρωσε ξαφνικά, ανίκανος να κινηθεί και τον κυρίευσε μια αίσθηση επικείμενης τραγωδίας. Όλη του η ύπαρξη βούλιαξε στην απάθεια και από το μυαλό του πέρασε η σκέψη: Αυτό είναι το τέλος, δεν υπάρχει διαφυγή, δεν υπάρχει μέλλον.»

Οι δίδυμες τους προειδοποιούν...Πρέπει να φύγουν οπωσδήποτε από την πόλη,βλέπουν κάτι κακό να έρχεται προς αυτούς. Κυρίως ο Τζον κινδυνεύει, αλλά από τι; Το άλλο τους παιδί που το έχουν αφήσει στο σχολείο του, μπαίνει στο νοσοκομείο γιά μιά απλή επέμβαση,η Λόρα αποφασίζει να φύγει εσπευσμένα. Ο Τζον αρχιζει να βλέπει συνεχώς μπροστά του το κοριτσάκι τους να φοράει το παλτό του, βλέπει την Λόρα στο καράβι με τις δίδυμες, αλλά πως; η Λόρα υποτίθεται ότι έχει φύγει από την πόλη!!What's going on?

Ιστορία φαντασμάτων, μεταφυσικό θρίλερ, ψυχολογικό βασανιστήριο. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα αριστουργηματικό διήγημα-νουβέλα (στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο,η νουβέλα αυτή,συμπεριλαμβάνεται σε ένα τόμο διηγημάτων της Μωριέ, όπου συνυπάρχουν τα (διάσημα) Πουλιά και άλλες υποβλητικές ιστορίες), όπου δεν μπορείς να αμελήσεις τον αόρατο πρωταγωνιστή που είναι η Βενετία. Η Μωριέ μετατρέπει την γοητευτική και ρομαντική πόλη σε ένα εφιαλτικό σκηνικό βίας (ένας δολοφόνος κυκλοφορεί χωρίς να μπορούν να τον πιάσουν οι αρχές) και παράνοιας. Τα σκοτεινά και πολλές φορές αδιέξοδα δρομάκια, τα κανάλια που δεν φωτίζονται τη νύχτα, η ομίχλη, το υγρό στοιχείο να προβάλλει σαν εχθρός, πιάνεται η ψυχή σου.

Η Ντι Μωριέ ευτύχησε στις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων της. Σχεδόν όλες οι ταινίες (που εγώ ξέρω τουλάχιστον) είναι ισάξιες ή και καλύτερες των μυθιστορημάτων/νουβελών της. Η (μεγαλειώδης) Ρεβέκα και η Ταβέρνα της Τζαμάϊκα από τον αξεπέραστο Χίτσκοκ, η Ραχήλ από τον Χ.Κόστερ και βεβαίως το Μετά τα μεσάνυχτα από τον ιδιοφυή και πολύ μεγάλο σκηνοθέτη Νίκολας Ρεγκ το 1973. Ο Ρεγκ πήρε την νουβέλα της Μωριέ και την απογείωσε προσθέτοντας μιά έντονη ερωτική ατμόσφαιρα εκμεταλευόμενος την μοναδική χημεία των δύο πρωταγωνιστών του, του εξαιρετικού (αν και συνήθως υπερβολικού) Ν.Σάδερλαντ και της (αγαπημένης μου) Τζούλι Κρίστι. Έχει μείνει ιστορική η σεξουαλική σκηνή, όπου η μυθολογία του σινεμά την θεωρεί αυθεντική, αν και πολύ αμφιβάλλω γι'αυτό. Ο Ρεγκ έφτιαξε ένα ψυχολογικό θρίλερ (που διαφέρει όμως αρκετά από την νουβέλα της Μωριέ, αφού ο σκηνοθέτης πρόσθεσε κάποιες σκηνές που αυξάνουν την αγωνία), γεμάτο πάθος, ένταση, σχεδόν παροξυσμικό και άκρως ανατριχιαστικό, το οποίο, αντέγραψε ο Πολάνσκι στο Φράντικ ενώ επηρέασε φανερά τον Σιάμαλαν στην 6η αίσθηση. Η Βενετία μετά από αυτή την ταινία δεν θα είναι ποτέ η ίδια στα μάτια του θεατή, και η «ανάγνωση» της νουβέλας από τον σκηνοθέτη δείχνει πως ένα λογοτεχνικό αριστούργημα μπορεί να μετατραπεί σε κινηματογραφικό επίτευγμα.