Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2010 | Permalink
Αμερικάνικο καθαρτήριο
«Κατάγομαι από το Σικάγο. Πήγα στη Νέα Υόρκη, παντρεύτηκα μια κοπέλα που την έλεγαν Ανν και ενώ ήμασταν στη φάση του «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», κάτι συνέβη. Δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν και αν με ρωτούσατε εκείνη τη στιγμή, θα είχα πει τίποτα, τίποτα δεν συνέβαινε, γιατί για μένα δεν συνέβαινε τίποτα. Στεκόμουν σε ένα μαγαζάκι δίπλα σε ένα βενζινάδικο σε μια γραφική λεωφόρο του Νιου Τζέρσι. Έψαχνα τα γλυκά και τα διάφορα σνακ προσπαθώντας να αποφασίσω τι να πάρω για την Ανν. Εκείνη περίμενε στο αυτοκίνητο. Πηγαίναμε στο σπίτι της μητέρας της και ασφαλώς εγώ θα διάβαζα τις ετικέτες πάνω στα προϊόντα ψάχνοντας να βρω κάτι θρεπτικό. Παρόλο που δεν ήταν όνειρο, το απόκοσμο φως το μαγαζιού το έκανε να φαίνεται σαν να ζούσα στον κόσμο ενός ονείρου, με τη βασική διαφορά ότι, αντίθετα από τον κόσμο των ονείρων, σ’αυτόν εδώ τον κόσμο, στον κόσμο του μαγαζιού, τίποτα ιδιαίτερο δεν συνέβαινε.
Αυτό δεν είναι ακριβές. Συνέβαινε κάτι, απλώς εγώ δεν το έβλεπα. Δεν το έβλεπα επειδή κοίταζα τα ψυγεία και τους διαδρόμους με τα πολύχρωμα προϊόντα. Συγκεντρωνόμουν σε όλες τις πιθανές επιλογές, τις οποίες ύστερα από λίγο είχα περιορίσει σε ένα χοντρό πακέτο φιστίκια, ένα γλυκό με πρωτείνες και ένα αναψυκτικό που υποτίθεται πως έδινε ενέργεια. Όταν πλήρωσα την ταμία, δεν πρόσεξα τα δαχτυλίδια στα χέρια της, ούτε μέτρησα τα ρέστα μου. Όταν πήγα στην πόρτα, δεν πρόσεξα τους λεκέδες από λίπος πάνω στα τετράγωνα καφέ πλακάκια, ούτε τον ουρανό που διαγραφόταν γαλανός μέσα από το παράθυρο. Όταν βγήκα έξω και προχώρησα προς το αυτοκίνητο, το μόνο που πρόσεξα ήταν ότι το αυτοκίνητο έλειπε.»


Αυτές είναι οι εναρκτήριες γραμμές στο φαντεζί και σαγηνευτικό στο θέμα του αλλά μάλλον αδιάφορο τελικά «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ» (American purgatorio) του Αμερικανού συγγραφέα (και άλλα πολλά), John Haskell, (Εκδ. Πάπυρος, μετάφρ.Σ.Ανδρεοπούλου, σελ.275). Ένα μυθιστόρημα αναζήτησης και περιπλάνησης. Αναζήτησης της Ανν αλλά και του εαυτού του αφηγητή- ήρωα του βιβλίου, Τζακ. Περιπλάνησης σε δρόμους, σε χωριά, σε κοινότητες ινδιάνων, σε κοινότητες εναλλακτικές, με ανθρώπους λίγο «αλλού», με ανθρώπους περιπλανώμενους σαν παλιούς προσκυνητές.

Ο Τζακ χάνει την Ανν ουσιαστικά μπροστά στα μάτια του. Γυρίζει σπίτι και πάνω στο γραφείο της, βρίσκει έναν χάρτη των Η.Π.Α. Όταν τον ξεδιπλώνει βλέπει κεντραρισμένη την Ν.Υόρκη και μια γραμμή με μαρκαδόρο που ενώνει την Ν.Υόρκη με το Λέξινγκτον,Κεντάκι που ήταν κλεισμένο σε κύκλο. Από εκεί υπάρχει μια γραμμή προς το Μπόουλντερ,Κολοράντο και μετά υπάρχει ένας κύκλος γύρω από το Σαν Ντιέγκο,Καλιφόρνια, από εκεί που καταγόταν η Ανν. Ο Τζακ παίρνει τον χάρτη, αγοράζει ένα μεταχειρισμένο Nissan Pulsar (καθόλου τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου που κάνει τα δικά του στον δρόμο)και κατευθύνεται προς τις σημειωμένες πόλεις. Στο διάβα του θα συναντήσει διάφορους περίεργους τύπους, θα ξεμείνει από λεφτά, θα καπνίσει και θα πιεί ότι βρει μπροστά του, θα δει τον κόσμο με άλλο μάτι.

Τι συμβαίνει όμως με την Ανν; Είναι νεκρή; Η σκηνή στο βενζινάδικο επανέρχεται συνεχώς στην μνήμη του Τζακ διαφορετικά. Θυμάται λεπτομέρειες, υπήρχε πραγματικά ένα άλλο αυτοκίνητο που ήρθε πολύ κοντά και τους χτύπησε ή το φαντάζεται; Τι ακριβώς έγινε εκείνη την μοιραία στιγμή; Το ταξίδι του Τζακ τον βγάζει από το «comfort zone» του, από την άνεση και την βολή του, τώρα γίνεται πιό προσεκτικός, βλέπει πιό καθαρά ανθρώπους και συμπεριφορές και επιτέλους αρχίζει να σκέφτεται. Οι άνθρωποι που συναντάει είναι λογιών-λογιών. Περίεργα κορίτσια με μακριά ξανθά μαλλιά, διεστραμμένοι γέροι, υπερήλικες και ξεχασμένοι σε άλλη εποχή χίπις, ινδιάνοι ορίτζιναλ και fake.

Η αβεβαιότητα κυριαρχεί στο μυθιστόρημα του Χάσκελ. Αβεβαιότητα για όλα, για την σχέση του ήρωα με την Ανν, για το τι πραγματικά συνέβη στο βενζινάδικο, για την μεχρι τότε ζωή του. Όλα ανατρέπονται στην πορεία του Τζακ στις μεσοδυτικές πολιτείες των Η.Π.Α. Το βιβλίο χωρίζεται σε 7 κεφάλαια που έχουν ως τίτλο το καθένα, ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που σε πρώτη ανάγνωση είναι δύσκολο να κατανοήσεις επακριβώς τι ρόλο παίζουν στο μυθιστόρημα που παραμένει ερμητικά κλειστό και ομιχλώδες ακόμα και μετά το αρκετά ευρηματικό φινάλε του.

Ο Τζακ βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου και ο δρόμος του από την «Κόλαση» στον «Παράδεισο» περνάει μέσα από το «Καθαρτήριο», το ταξίδι στην ενδοχώρα των Η.Π.Α. που είναι και ο «τόπος» των θανάσιμων αμαρτημάτων. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική της Οδύσσειας του Ομήρου σε συνδυασμό με την τριλογία του Δάντη για να περιγράψει την περιπλάνηση του ήρωά του. Οι μονόλογοι του Τζακ όμως είναι κάποιες στιγμές αφόρητα κουραστικοί δοκιμάζοντας τα νεύρα του αναγνώστη, διότι καλή η πρόθεση και η ιδέα αλλά το πράγμα κουράζει τραβώντας σε μάκρος.

Ο Χάσκελ φαίνεται ένας ενδιαφέρων συγγραφέας που υιοθετεί το ζεν ύφος του Μουρακάμι ενώ η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος φέρνει στο νου ταινίες του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, λίγο cool, λίγο «βαθυστόχαστο-μη-μας-πούνε-και-επιφανειακούς» indie feeling. Μέσα στο βιβλίο (το μυαλό του ήρωα) ανακατεύονται ο Μπίλυ Μπαντ του Μέλβιλ, μιά ιστορία του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, απόηχοι από ποιήματα του Κητς – τα βάζουμε όλα στο μίξερ, ε όλο και κάτι θα βγει...Θα το έβλεπα άνετα στο σινεμά, υποθέτω ότι η αλληγορία του συγγραφέα θα λειτουργούσε καλύτερα εκεί, ως μυθιστόρημα δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει.