Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2009 | Permalink
"You must remember this, a kiss is still a kiss..."
Από το 1896 που το πρώτο φιλί στην ταινία «THE KISS» (μόλις 22 δευτερολέπτων), αποτυπώθηκε στο σελιλόιντ, μέχρι σήμερα η «μυθολογία» που περιβάλλει τα παθιασμένα κινηματογραφικά φιλιά είναι τεράστια και οι αναφορές σε μερικά από τα πιό διάσημα φιλιά του σινεμά ανεξάντλητες.

«Δεν ξέρω τίποτα για την καταγωγή μου. Γεννήθηκα στο Παρίσι από μητέρα άγνωστη, ενώ ο πατέρας μου φωτογράφιζε πρωταγωνίστριες. Λίγο πριν πεθάνει, μου εξομολογήθηκε ότι όφειλα την ύπαρξή μου σε ένα κινηματογραφικό φιλί.»

Ο ήρωας της γοητευτικής νουβέλας του Γάλλου συγγραφέα και δημοσιογράφου, Eric Fottorino,«ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΙΑ», (Εκδ.Πόλις, μετάφρ.Α.Δαμιανίδη, σελ.242) είναι ένα «θύμα» της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Ζώντας στην σκιά της επιβλητικής προσωπικότητας του διάσημου φωτογράφου του σινεμά πατέρα του, όταν αυτός πεθαίνει αποφασίζει να λύσει το μεγάλο μυστήριο της ζωής του, να ανακαλύψει ποιά γυναίκα τον γέννησε.

«Φαίνεται ότι είναι γραφτό μου να ζω τα γεγονότα προς τα πίσω, και όχι με τη σειρά με την οποία συμβαίνουν στη ζωή, όπως οι ρόδες των αυτοκινήτων στο σινεμά, που δίνουν την εντύπωση ότι γυρνούν αντίστροφα. Ο πατέρας μου είχε υποσχεθεί να μου εξηγήσει αυτή την οφθαλμαπάτη. Το ξέχασε. Μεγάλωσα, κι εκείνος πέθανε χωρίς να μου δώσει εξηγήσεις, ούτε για τη μητέρα μου ούτε γιά κανέναν, ούτε καν για τα ωραία αυτοκίνητα του σινεμά.»

Ο Ζιλ Εκτόρ είναι ένας νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να «κτίσει» την καριέρα του. Επίτηδες διάλεξε ένα επάγγελμα μακριά από τον «μαγικό κόσμο του σινεμά» για να μην είναι μιά ζωή στην σκιά του Ζαν Εκτόρ, του πατέρα του, ο οποίος ήταν διάσημος φωτογράφος πλατό και που το όνομά του έγινε θρύλος στην διάρκεια της άνθησης του γαλλικού σινεμα, της νουβέλ βαγκ (μιά μυθιστορηματική περσόνα, εύρημα του συγγραφέα αποτίοντας φόρο τιμής στους μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας της εποχής όπως ο Αλμεντρός, ο Αλεκάν, ο Κ.Μαρκέρ, ο Φ.Ρουσλώ και άλλοι).

Από την ώρα που πέθανε ο πατέρας του και το διαμέρισμα/στούντιο του έμεινε κενό, η αναζήτηση της μητέρας, τού έγινε έμμονη ιδέα. Ψάχνει σε φωτογραφίες ανέκδοτες κάποιο πρόσωπο που να του θυμίζει κάτι, που να του μοιάζει στα χαρακτηριστικά αλλά τίποτα...Αποφασίζει να δει τις ταινίες της εποχής του 60-70 που δούλεψε ο πατέρας του ως διευθυντής φωτογραφίας μήπως καταλάβει κάτι, δει έστω φευγαλέα ένα πρόσωπο που να του μοιάζει, ένα βλέμμα. Θα ήθελε να ήταν γιός της Ανούκ Αιμέ ή της Ζαν Μορώ αλλά φεύ, είχε προλάβει ο πατέρας του να του χαλάσει το όνειρο. Του είχε πει ότι ήταν μιά γνωριμία της στιγμής, τίποτα ιδιαίτερο, η σχέση με την μητέρα του, που τον έφερε στον κόσμο. Θεωρεί λοιπόν ότι κάπου,σε κάποια ταινία κρύβεται το μυστικό και κλείνεται με τις ώρες σε κάποιες κινηματογραφικές αίθουσες που συνεχίζουν να προβάλουν τέτοιου είδους ταινίες ή να κάνουν κάποια αφιερώματα.

Σε μία τέτοια προβολή γνωρίζει την μυστηριώδη Μεϊλίς. Μιά όμορφη και γοητευτική γυναίκα, παντρεμένη με ένα παιδί με την οποία αναπτύσσει μιά παθιασμένη ερωτική σχέση. Η σχέση όμως αυτή γίνεται βασανιστική και εμμονική - κυρίως από την πλευρά της Μεϊλίς ή οποία γίνεται όλο και πιό τολμηρή διακινδυνεύοντας τον γάμο της. Ο Ζιλ από τη μιά ψάχνει στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες μία μητέρα και από την άλλη βιώνει μία σχέση πάθους με μία γυναίκα που του θυμίζει τις σταρ των ταινιών που φωτογράφιζε ο πατέρας του. Ο Ζιλ βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’αυτό το δισυπόστατο παιχνίδι, σε μια ζωή μεταξύ έρωτα και φαντασίας που ούτε μπορεί να διανοηθεί που μπορεί να τον βγάλει...

Το μυθιστόρημα έχει εξαιρετική ατμόσφαιρα, σαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία του Τρυφώ, του Σαμπρόλ και των άλλων μεγάλων δημιουργών της άνθησης του γαλλικού σινεμά. Τις περισσότερες στιγμές νομίζεις ότι είσαι σε μιά αίθουσα και παρακολουθείς τον Ζαν Πιερ Λεώ ή τον Μωρίς Ρονέ να ψάχνουν στα καφέ την Ρόμι Σνάιντερ ή την Ανούκ Αιμέ. Ιδανικό βιβλίο για σινεφίλ και «νοσταλγούς του παρελθόντος», μιά ιστορία σε άσπρο-μαύρο, φόρος τιμής στις ταινίες αυτές. Είναι ένα μυθιστόρημα «ενηλικίωσης» και αναζήτησης ενός ή και πολλών προσώπων, μια ιστορία εμμονής, από αυτές που νιώθεις την «ασφυξία» και τα «αδιέξοδα» του ήρωα που τόσο υπέροχα μετέφεραν στον φακό οι έξοχοι Γάλλοι δημιουργοί της «νουβέλ βαγκ» και τώρα μετατρέπει σε λογοτεχνία ο Φοτορινό.

Ο συγγραφέας παρότι περιγράφει μιά παθιασμένη σχέση και μιά εμμονική αναζήτηση, έχει ένα ύφος αφήγησης χαλαρό χωρίς εξάρσεις, ήρεμο και αποστασιοποιημένο από τα δρώμενα. Το απότομο και κάπως αμήχανο τέλος του μυθιστορήματος αφήνει ερωτηματικά και εκκρεμότητες, από την άλλη όμως ταιριάζει με το στυλ του βιβλίου.
Η γραφή του Φοτορινό θυμίζει Μοντιανό και το υπέροχο «Cafe της χαμένης νιότης»,θυμίζει Ασουλίν (εξάλλου είναι και οι δύο συνάδελφοι στον Le Monde), έχει το «άρωμα» του Παρισιού πολύ έντονο σε σημείο που κάποιες στιγμές να ξεχνιέσαι και να νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο καφέ «Φλορ αν λ’Ιλ»,στο βάθος της αίθουσας,στο «τραπέζι με την ράχη στον καθρέφτη», γενικώς σε ταξιδεύει σε μιά άλλη εποχή (που όπως λέει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του) δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, ούτε e-mails και αν ήταν άσχημος ο καιρός το γράμμα δεν ερχόταν...

Υ.Γ. Γιά το βιβλίο έχουν γράψει οι συν-bloggers Alef , Σταυρούλα Σκαλίδη, Πατριάρχης Φώτιος, Λευχείμων και Περίτεχνος.