Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010 | Permalink
Αρχή με McGregor - ανακάλυψη της τελευταίας στιγμής του 2009
Καλή χρονιά με υγεία και ευτυχία γιά όλους. Η βιβλιοφιλική περιήγηση για το 2010 ξεκινάει σήμερα με την παρουσίαση 2 εξαιρετικών μυθιστορημάτων που διάβασα τις τελευταίες ημέρες του προηγούμενου χρόνου. Και τα δύο ανήκουν σε έναν νεότατο Βρετανό συγγραφέα, τον Jon McGregor ( γεν.το 1976) που με κατέπληξε με την ποιότητα της γραφής του και είμαι σίγουρος οτι θα ασχοληθώ ξανά μαζί του στο μέλλον. Ας τα πάρουμε όμως, από την αρχή.

Ο JON McGREGOR είναι ένας συγγραφέας που εντυπωσίασε με το γοητευτικό πρωτόλειο μυθιστόρημά του «ΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (IF NOBODY SPEAKS OF REMARKABLE THINGS)», (Εκδ.Άγρα, μετάφρ.Α.Δημητριάδου,σελ.310), το οποίο εκδόθηκε το 2002 στην Βρετανία και απέσπασε διάφορα βραβεία ενώ ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker, ενώ καθιερώθηκε με το δεύτερο, τελείως διαφορετικό βιβλίο του που εκδόθηκε το 2006 στην Βρετανία, το υπέροχο, «ΤΟΣΟΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΙΑ ΑΡΧΗ (SO MANY WAYS TO BEGIN)», (Εκδ.Άγρα,μετάφρ. Α.Δημητριάδου, σελ.424), υποψήφιο και αυτό για το Booker εκείνης της χρονιάς (2006).

Το «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα», θα μπορούσε να έχει γραφτεί από τον Τζέημς Τζόυς ή και την Βιρτζίνια Γουλφ. Είναι ένα ποιητικό μυθιστόρημα που εμπνέεται από τον Οδυσσέα και την Κα Νταλογουέι αφού αναπαριστά ένα 24ωρο από την ζωή των κατοίκων ενός δρόμου, σε μιά Αγγλική πόλη, την τελευταία ημέρα του καλοκαιριού του 97. Την ημέρα αυτή, στον απρόσωπο αυτό δρόμο έγινε ένα τραγικό συμβάν που έμεινε χαραγμένο σε όσους ήταν παρόντες εκείνη τη στιγμή, με το οποίο όμως δεν ασχολήθηκε καμμία εφημερίδα, δεν απασχόλησε κανένα κανάλι. Ήταν ένα γεγονός σαν τα δεκάδες που συμβαίνουν κάθε μέρα σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Το βιβλίο έχει μιά αργή και σχεδόν «υπνωτιστική» εξέλιξη. Περιγράφει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σε μιά πολυεπίπεδη αφήγηση την καθημερινότητα των ανώνυμων κατοίκων του δρόμου. Από τα παιδάκια που παίζουν στον δρόμο, τον τύπο που προσπαθεί να βάψει, στο ζευγάρι που κάνει έρωτα, στον νεαρό που φωτογραφίζει τους πάντες και τα πάντα, στους νεαρούς που μετά το ξενύχτι παρακολουθούν μισοκοιμισμένοι την κίνηση του δρόμου μέχρι την κοπέλα που τα αφηγείται όλα αυτά μερικά χρόνια αργότερα. Μετανάστες, σκίνχεντς, ένα ζευγάρι που είναι μαζί 60 χρόνια, γυναίκες που βάζουν μπουγάδα. Η απεικόνιση της καθημερινότητας όπως ένας πίνακας ή όπως ένα ποίημα, σε ένα μυθιστόρημα γραμμένο με τον τρόπο που άλλαξε την παγκόσμια λογοτεχνία στις αρχές του 20ου αιώνα.

Πως γίνεται ένα μυθιστόρημα σε «αργή κίνηση» να είναι τόσο συναρπαστικό, δεν ξέρω. Υποθέτω ότι αυτό οφείλεται στην απαράμιλλη ικανότητα του συγγραφέα, στην γλώσσα του, στο στύλ του. Είναι μιά αναγνωστική εμπειρία, που σου αφήνει κάποια κενά στην ιστορία αλλά στο τέλος δεν σε νοιάζει γιατί έχεις μαγευτεί από την ευαισθησία και την δύναμη της γραφής.

«...Η σιωπή δεν βάστηξε πολύ, ο κόσμος χύμησε στον δρόμο φωνάζοντας, άνοιξε διάπλατα πόρτες και παράθυρα.
Μιά γυναίκα ήρθε τρέχοντας από πιό κάτω, σταμάτησε στα μισά, έκανε μεταβολή, χειρονομώντας, τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της.
Ο άντρας πάνω στη σκάλα έκανε ένα τηλεφώνημα από το κινητό πριν κατέβει αφήνοντας το τελευταίο παντζούρι μισοβαμμένο.
Άνθρωποι που δεν τους είχα ξαναδεί έβγαιναν από τα σπίτια τους πήγαιναν να δουν.
Όμως εγώ και η άλλη κοπέλα, η Σάρα, δεν σαλέψαμε από τη θέση μας, κοιτούσαμε με το στόμα ανοιχτό.
Αν ήμασταν πιό κοντά ή πιό μικρές, δεν αποκλείεται να είχαμε πιαστεί χέρι χέρι, σφιχτά, αλλά δεν πιαστήκαμε.
Μου φαίνεται ότι έπιασε την μπίρα της κι ήπιε λίγη ακόμη, μου φαίνεται ότι ήπια κι εγώ.
Δεν μπορώ να θυμηθώ, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κοιτάζαμε μέσα από το παραπέτασμα των ποδιών, προσπαθώντας να δούμε τι γινόταν.

Ύστερα από λίγα λεπτά ο θόρυβος στο δρόμο σαν να καταλάγιασε.
Ο ανθρώπινος κόμπος χαλάρωσε,κάνανε στην άκρη.
Ο κόσμος κοίταζε κατά τον κεντρικό δρόμο,κοίταζε το ρολόι του περίμενε.
Θυμάμαι πως πρόσεξα ότι από πέντε-έξι παράθυρα του δρόμου ακουγόταν ακόμη μουσική, μετά πρόσεξα ότι τα τραγούδια ένα ένα σώπαιναν, σαν τα φώτα που σβήνουν στο τέλος της Οικογένειας Ουώλτονς.
Θυμάμαι πως μύριζε κάτι καμένο και είδα ότι τα αγόρια απέναντι είχαν αφήσει το κρέας στη σχάρα.
Έβλεπα τις πρώτες σπείρες του καπνού να παίρνουν τον ανήφορο.
Έβλεπα πρόσωπα στα παράθυρα.
Έβλεπα τον κόσμο να σηκώνει τα μάτια, να κοιτάζει τη μοναδική πόρτα που ήταν ακόμη κλειστή.
Περιμένοντας ν’ανοίξει, ελπίζοντας να μην.»



Το δεύτερο μυθιστόρημα του McGregor με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή», είναι ένα διαφορετικό μυθιστόρημα. Λες και γράφτηκε από άλλον συγγραφέα, εδώ δεν απεικονίζεται η ημέρα, η στιγμή αλλά έχουμε ένα μυθιστόρημα αυτογνωσίας και μαθητείας. Μιά αναζήτηση ταυτότητας, ουσιαστικής και τυπικής, έναν αγώνα συναισθηματικής επιβίωσης που ξεκινάει από την μεταπολεμική Αγγλία για να έρθει στις μέρες μας.

Ο Ντέηβιντ ήταν ένα παράξενο και μονήρες παιδί. Από μικρός έκανε συλλογή μικροαντικειμένων, και το όνειρό του ήταν να φτιάξει το δικό του μουσείο. Στις προσπάθειες του αυτές συνετέλεσε και η διαμονή του στο Κόβεντρυ της Αγγλίας. Μιά πόλη που βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τις Δυνάμεις του Άξονα και σχεδόν ξαναχτίστηκε από την αρχή. Ενθύμια υπάρχουν παντού ακόμα και στην αυλή του σπιτιού που αγόρασαν, από αυτά τα συγκροτήματα που χτίζονταν να στεγάσουν εργάτες που δούλευαν στην ανοικοδόμηση της πόλης,υλικό άφθονο.
Ο Ντέηβιντ πιάνει δουλειά στο μουσείο ως βοηθός Εφόρου αλλά μιά μέρα από ένα τυχαίο γεγονός μαθαίνει ότι δεν είναι παιδί των γονιών του. Μαθαίνει ότι γεννήθηκε στο Λονδίνο από μιά Ιρλανδή μικρή κοπέλα που δούλευε σε ένα πλουσιόσπιτο. Ήταν γόνος μιάς ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και προκειμένουν να εγκαταλειφθεί σε κάποιο ίδρυμα, υιοθετήθηκε από την «μητέρα» του που δούλευε ως νοσοκόμα στο μαιευτήριο. Παθαίνει σοκ και αρχίζει να ψάχνει το παρελθόν του χωρίς επιτυχία. Στο μεσοδιάστημα σε ένα επαγγελματικό του ταξίδι στο Αμπερντήν, στο απώτατο άκρο της Σκωτίας, γνωρίζει την Έληνορ μιά μαθήτρια (τότε) του σχολείου που ονειρεύεται να σπουδάσει γεωλόγος και να φύγει από την πόλη της. Παντρεύονται στα βιαστικά και αρχίζουν την κοινή τους ζωή στο Κόβεντρυ όπου παρά τις προσπάθειές της, η Έληνορ δεν καταφέρνει να γραφτεί στο εκεί Πανεπιστήμιο που ήταν τότε στα σπάργανα. Ο γάμος τους αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα που τα επιτείνουν η κατάθλιψη της Έληνορ και η εμμονή του Ντέηβιντ να βρει την πραγματική του μητέρα που αποβαίνει εις βάρος της επαγγελματικής του ανέλλιξης.

Ένα μυθιστόρημα που μιλάει για καθημερινές απλές καταστάσεις, αλλά με ένα απαράμιλλο στυλ. Το λυρικό ύφος και η ευαίσθητη ματιά του ΜακΓκρέγκορ μετατρέπουν μιά απλή ιστορία σε ένα αριστούργημα. Η ενδο-οικογενειακή βία που ζούσε η Έληνορ να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ηρεμία που της προσφέρει ο Ντέηβιντ και εκείνη να πέφτει σε κατάθλιψη που ούτε η γέννηση της κόρης τους αποτρέπει. Οι σχέσεις του Ντέηβιντ με την «μητέρα» του και η αναζήτηση της βιολογικής του μητέρας που με την βοήθεια της τεχνολογίας βρίσκει ένα διέξοδο. Η πολιτικοοικονομική κατάσταση στο απρόσωπο και βιομηχανοποιημένο Κόβεντρυ, το επαγγελματικό «άδειασμα» του Ντέηβιντ, περνάνε μέσα από το πρίσμα της καθημερινότητας με ηρεμία και σοφία που κανονικά συναντάς σε μεγαλύτερους ηλικιακά συγγραφείς.

Εξαιρετικά δομημένο το βιβλίο μας πηγαίνει μπρος-πίσω στον χρόνο με το κάθε κεφάλαιο να έχει ως επικεφαλίδα τα αντικείμενα που μαζεύει ο Ντέηβιντ, (Σελίδα κομμένη από την Aberdeen Press & Journal, τσαλακωμένη, Αύγουστος 1968, ή, Δύο τηλεγραφήματα, Νοέμβριος 1939 και Απρίλιος 1940, ή, Ταμπακιέρα κατάλληλη για να φυλάς κουμπιά, χάντρες, παραμάνες, δεκαετία του 1960) κρατώντας τον αναγνώστη σε μιά συνεχή αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω, ενώ η ευφυέστατη ανατροπή του τέλους μας επισημαίνει ότι καλό θα είναι να μην εμπιστεύεται κανείς τυφλά όλες τις πηγές πληροφοριών.

Και τα 2 μυθιστορήματα ευτύχησαν να μεταφραστούν στα Ελληνικά από την πάντα ικανότατη κα Α.Δημητριάδου που έγραψε και ένα έξοχο επίμετρο στο «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα». Περισσότερες πληροφορίες (βιογραφικό κλπ.) για τον συγγραφέα μπορούμε να βρούμε στην (κατατοπιστικότατη) ιστοσελίδα του με απόψεις και κριτικές για το έργο του καθώς και πληροφορίες για το επερχόμενο μυθιστόρημα του «Even the dogs».