Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011 | Permalink
Ένα διαφορετικό "auto da fe"
Είναι πολλά τα συναισθήματα που σου προκαλεί το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας συγγραφέως Lionel Shriver, με τον χαρακτηριστικό τίτλο, «ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΕΒΙΝ» (We need to talk about Kevin), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Γ.Αρβανίτη, σελ.579). Κατ’αρχήν δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Καθώς διαβάζεις και προχωράς η φρίκη σε διακατέχει – κυρίως αν είσαι γονιός. Απώθηση και ταυτόχρονα έλξη σε κυριεύουν – θέλεις να πας παρακάτω, να διαβάσεις κι’άλλη μια σελίδα και την ίδια στιγμή θέλεις να το πετάξεις από τα χέρια σου, νιώθεις να σε καίει.

Άβολο, προκλητικό, «politically incorrect»(όσο δεν πάει), σχιζοφρενικό, θλιμμένο, οργισμένο, το μυθιστόρημα της Σράιβερ είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας στηριγμένο όμως σε δεκάδες παρόμοια γεγονότα σαν αυτό που αφηγείται. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι τα αφηγείται από τη μεριά που δεν ακούγεται ποτέ – από τη μεριά της μητέρας ενός έφηβου δολοφόνου.

Σχεδόν 2 χρόνια έχουν περάσει από τα γεγονότα της μοιραίας Πέμπτης όταν ο (παρά 3 ημέρες) δεκαεξάχρονος Κέβιν Κατσαντουριάν, δολοφονεί στο γυμναστήριο του σχολείου του σε ένα μεγαλοαστικό προάστειο της Ν.Υόρκης, εφτά συμμαθητές του, έναν υπάλληλο της σχολικής καντίνας (που κατά τύχη βρέθηκε εκεί) και την δημοφιλέστερη καθηγήτρια του σχολείου του. Η Ίβα Κατσαντουριάν, η μητέρα του Κέβιν, αναπλάθει την οικογενειακή ιστορία γράφοντας μια σειρά από γράμματα στον σύζυγό της Φράνκλιν για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τι έχει απογίνει – απλά δεν είναι εκεί. Η Ίβα, έχει «τελειώσει» πια από δίκες, αγωγές κλπ. Έχει πουλήσει τα πάντα για να τα βγάλει πέρα και δουλεύει σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο βιώνοντας από τη μια την απόλυτη μοναξιά ως στιγματισμένη «μητέρα του δολοφόνου» (άρα στα μάτια της κοινωνίας, είναι η βασική υπαίτιος του «πως κατέληξε το παιδί της»…), από την άλλη φροντίζοντας να επισκέπτεται ανά δεκαπενθήμερο, τον γιό της στις φυλακές με τον σκοπό να καταλάβει το «γιατί»…

Αυτό το «γιατί», το ερώτημα δηλαδή των κινήτρων μιας τόσο αποτρόπαιης πράξης κυριαρχεί στο βιβλίο. Απάντηση (τουλάχιστον σαφής) δεν θα υπάρξει. Η Ίβα βρίσκεται μπροστά σ’αυτό το «γιατί» συνέχεια. Όλοι αυτό την ρωτάνε, από τους δημοσιογράφους μέχρι τα πεθερικά της. Εκείνη ξέρει, το ήξερε από καιρό. Βαθιά μέσα της το έβλεπε να έρχεται και απόδιωχνε τη σκέψη. Στα γράμματα της, στην εξιστόρηση της, η Ίβα «ξεγυμνώνεται» και ομολογεί. Τον μισούσε τον Κέβιν, τον αντιπαθούσε από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Τα αισθήματα όμως ήταν αμοιβαία. Ο μικρός φρόντισε να της κάνει τη ζωή κόλαση – λες και είχε καταλάβει ότι εκείνη δεν τον ήθελε…

Η Ίβα ήταν πλούσια και φρόντιζε να το χαίρεται. Από Αρμένικη οικογένεια, της είχαν έρθει όλα ευνοϊκά. Λάτρευε τα ταξίδια, και έκανε το χόμπυ της επάγγελμα. Έφτιαξε έναν ταξιδιωτικό οδηγό για φτηνά αλλά αξιοπρεπή καταλύματα στην Ευρώπη και έβγαλε πολλά λεφτά. Σιγά-σιγά η έκδοση προχώρησε και σε άλλες ηπείρους το ίδιο επιτυχημένα – το χρήμα έρεε. Γνωρίζει έναν φωτογράφο τον Φράνκλιν που είναι το άκρως αντίθετό της. Συντηρητικός, αθλητικός, ένας «Αμερικάνος» με τα όλα του. Δεν παραδέχεται καμμία χώρα μπροστά στη δικιά του, λατρεύει τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, τον Ρήγκαν, το μπέιζμπολ. Η Ίβα ερωτεύεται τρελλά, παντρεύονται, περνάνε καλά και κάποια στιγμή, εκείνη μένει έγκυος και συνειδητοποιεί ότι ήρθε ο καιρός να γνωρίσει «μια πραγματικά ξένη χώρα»…

«Ιδού ένα θλιβερό δείγμα: ώριμη γυναίκα ετών τριάντα εφτά, ευτυχισμένη στον γάμο της, πληροφορείται την πρώτη της εγκυμοσύνη και παραλίγο να λιποθυμήσει από τρόμο, αντίδραση την οποία κρύβει από τον ενθουσιασμένο σύζυγό της, φορώντας ένα σεμνό, λουλουδάτο, τιραντέ φουστάνι. Ευλογημένη με το θαύμα της ζωής εντός της, αυτή προτιμάει να ασχοληθεί με τις φλέβες στα πόδια της και τα ποτηράκια κρασί που έπινε άλλοτε. Μόνη στο διαμέρισμά της χτυπιέται στους ρυθμούς μιας κακόγουστης μουσικής χωρίς να σκέφτεται καθόλου το αγέννητο παιδί της. Σε μια φάση που θα έπρεπε να αισθάνεται με όλο της το είναι την αληθινή σημασία του εμείς, αυτή επιλέγει να γκρινιάζει για το κατά πόσο είναι δικό της το μωρό που περιμένει. Κι ενώ θα έπρεπε να έχει μάθει καλά το μάθημά της, ακόμη κάνει θέμα το πώς στις ταινίες του σινεμά η γέννηση ενός μωρού συγχέεται με την αποβολή ενός υπερμεγέθους σκουληκιού. Είναι μια υποκρίτρια που δεν ικανοποιείται με τίποτε: αφού έχει παραδεχτεί ότι το να τριγυρίζει στην υφήλιο δεν είναι το μαγικό μυστηριώδες ταξίδι που κάποτε παρίστανε ότι ήταν – ότι αυτές οι επιπόλαιες περιπλανήσεις στην πραγματικότητα έχουν γίνει κουραστικές και μονότονες -, τη στιγμή που αυτό το σουλάτσο της απειλείται γιατί προέχουν οι ανάγκες ενός άλλου, αυτή αρχίζει και πάλι να λιώνει για τη δήθεν υπέροχη παλιά ζωή της, τότε που έλεγχε ποιοι από τους ξενώνες νεότητας του Γιόρκσιρ διέθεταν και κοινόχρηστη κουζίνα. Και, το χειρότερο απ’όλα, πριν καν ο δύστυχος γιός της καταφέρει να επιζήσει στο αφιλόξενο κλίμα της σφιγμένης, απρόθυμης μήτρας της, ομολογεί αυτό που εσύ Φράνκλιν, απαγόρευσες επισήμως να ειπωθεί: κάνοντας πρώτα το καπρίτσιο της, μετά αλλάζει γνώμη, λες και το παιδί είναι ένα ρούχο που το παίρνεις στο σπίτι σου, το δοκιμάζεις και – αφού φέρεις μερικές στροφές για να καταλήξεις, αχ, όχι, είναι κρίμα, αλλά ειλικρινά δεν μου πάει – το επιστρέφεις στο κατάστημα.»

Ο Κέβιν από την κούνια του είναι ένα θυμωμένο παιδί. Πανέξυπνος αλλά δυσλειτουργικός μέχρι εκεί που δεν φαντάζεται κανείς. Η Ίβα παρατάει την καριέρα της αλλά δύσκολα τα βγάζει πέρα μαζί του – το παραδέχεται και η ίδια, έχει μια εγγενή ψυχρότητα και ένα «τουπέ», πράγμα που πλήρωσε ακριβά στην έκθεσή της προς τα μήντια- σε αντίθεση με τον Φράνκλιν που την «καταβρίσκει» με τον ζόρικο μικρό και προσπαθεί να τον «μυήσει» στις «αρετές» του American way of life. Τα «κατορθώματα» του Κέβιν, στο σχολείο και στο σπίτι δεν έχουν τελειωμό, η Ίβα αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον γιό της, αλλά και από τον σύζυγό της που δεν παρατηρεί τίποτα χαμένος μέσα σε ένα ροζ οικογενειακό σύννεφο. Η έλευση του δεύτερου παιδιού τους, της Σίλιας μετά από κάποια χρόνια, θα αλλάξει την Ίβα -επιτέλους ένα "φυσιολογικό παιδί"- αλλά από την άλλη, θα απογειώσει την εφευρετικότητα του Κέβιν στις μοχθηρές πράξεις, εκείνο που κανείς τους δεν έχει παρατηρήσει ποτέ, είναι η ιδιοφυία και η μεθοδικότητα του «απροσάρμοστου» γιού τους..

Η συγγραφέας δημιουργεί μια ηρωίδα διαφορετική. Μια μάνα που ομολογεί από την πρώτη σελίδα ότι σιχαίνεται την εγκυμοσύνη, τα πλαστικά παιχνίδια, τα παιδικά χαζοτράγουδα, βαριέται θανάσιμα να φροντίζει το μωρό, μισεί τον εαυτό της τον ίδιο βλέποντας την να κάνει αυτές τις δουλειές. Η Σράϊβερ βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο (φράση κλισέ αλλά δεν μπορώ να βρω αντιπροσωπευτικότερη) και θίγει το τεράστιο θέμα της μητρότητας και το δίλημμα που προκύπτει όταν «η μανούλα είναι δυστυχισμένη». Στο κατατοπιστικό επίμετρο που κλείνει τις σελίδες του βιβλίου, θίγοντας το θέμα που βασανίζει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα – «Στράβωσε ο Κέβιν από την ψυχρότητα της μητέρας του ή γεννήθηκε στραβός;», η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι οι αναγνώστες της διχάστηκαν. Άλλοι ακολούθησαν το δόγμα: «οι γονείς έχουν τα παιδιά που τους αξίζουν», βλέποντας την Ίβα ως αποκλειστική υπεύθυνο του μακελλειού που προκάλεσε ο γιός της και άλλοι είδαν ότι η κατάληξη του Κέβιν ήταν αναπόφευκτη, το παιδί ήταν πραγματικά Κακό και ότι και να έκανε η μητέρα (οι γονείς) ήταν μάταιο.

Το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα – αληθινή αποκάλυψη, είναι πάνω απ’όλα ένα ιδιαίτερα καλογραμμένο βιβλίο το οποίο αγγίζει τον καθένα μας. Μπορεί να διαβαστεί και ως επιστημονικό σύγγραμμα για το πώς ένα γεγονός επηρεάζει μια ολόκληρη πόλη, μια κοινωνία. Είναι μια ψυχολογική μελέτη εκπληκτική η οποία ανατέμνει το προφίλ των ηρώων-πρωταγωνιστών με χειρουργική λεπτομέρεια. Η Ίβα είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας μεγάλου μεγέθους και το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» ένα βιβλίο που θα μείνει στην λογοτεχνική ιστορία αλλά και στην μνήμη του κάθε αναγνώστη.

Το βιβλίο κέρδισε το βραβείο «Orange» του 2005, και γυρίζεται ταινία με πρωταγωνίστρια την (μοναδική) Τίλντα Σουίντον – δεν θα μπορούσα να διανοηθώ άλλη στον ρόλο. Για το βιβλίο έχει γράψει και η (as usual) πολύ ενημερωμένη Αγιάτη στο blog της.




Εύχομαι ένα ευτυχισμένο και (όσο γίνεται πιο) χαμογελαστό 2011.