Δευτέρα, Δεκεμβρίου 20, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Δεκεμβρίου 20, 2010 | Permalink
"Όλα όσα έχω τα κουβαλάω μαζί μου..." - η περίπτωση της Χέρτα Μύλερ
Αποτέλεσε τεράστια έκπληξη για μένα η απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2009 στην Herta Müller . Μια συγγραφέα και ποιήτρια την οποία αγνοούσα παντελώς – αισθάνεσαι πάντα σαν αδιάβαστος μαθητής όταν αντιλαμβάνεσαι ότι σου ξεφεύγουν πράγματα / ονόματα / καταστάσεις γύρω από ένα «πεδίο» (συγκεκριμένα την ξένη λογοτεχνία) που θεωρείς ότι παρακολουθείς από κοντά. Μπορείς να δεις το θέμα από δύο πλευρές. Από τη μια να πεις ότι φοβεροί και τρομεροί ξένοι συγγραφείς μένουν αμετάφραστοι στα ελληνικά ή ότι είμαστε σε μια «επαρχιακή» κατάσταση και δεν ενημερωνόμαστε για τα μοντέρνα ρεύματα στην λογοτεχνία και από την άλλη πλευρά να πεις ότι η Σουηδική Ακαδημία πρωτοτύπησε για μια ακόμα φορά επιλέγοντας να βραβεύσει με το μεγαλύτερο διεθνές βραβείο μια δημιουργό που είναι σχετικά άγνωστη στον μη γερμανόφωνο κόσμο – θεωρία που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Το σύνολο των έργων της Μύλερ παραμένει αμετάφραστο στα Αγγλικά και τα Ισπανικά.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις μου έδωσε η ανάγνωση δύο βιβλίων της Χέρτα Μύλερ. Το πρόσφατα εκδοθέν μυθιστόρημα της, «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ» και τη νουβέλα «ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1993. Και τα δύο βιβλία είναι εκπληκτικά. Δεν είναι τα πιο ευκολοδιάβαστα που θα βρει κανείς, ούτε τα πιο συναρπαστικά από άποψη πλοκής. Η γλώσσα της Μύλερ είναι ποιητική, χρειάζεται προσοχή, δεν σ’αφήνει να χαλαρώσεις ούτε λεπτό, αλλά μετά την ανάγνωση βγαίνεις «πλουσιότερος» και «ωριμότερος» ως αναγνώστης. Ας τα πάρουμε λοιπόν με χρονολογική σειρά.

Η νουβέλα «ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ» (Reisende auf einem Bein), (Εκδ. Ηρόδοτος, μετάφρ. Κ.Χατζή, σελ.214), είναι ένα λυρικό αφήγημα με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η Χέρτα Μύλερ γεννήθηκε σε μια γερμανόφωνη περιοχή της Ρουμανίας και κατάφερε να διαφύγει στην Γερμανία το 1987. Στην νουβέλα της αυτή που εκδόθηκε στην Γερμανία το 1989, η ηρωίδα της είναι μια νεαρή γυναίκα που καταφέρνει να πάρει διαβατήριο και βίζα από μια χώρα της «Ανατολής» (στο βιβλίο η Ρουμανία δεν αναφέρεται) και να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο.

Λίγο προτού διαφύγει είχε γνωριστεί σε μια παραθαλάσσια πόλη της χώρας που διέμενε με τον Φραντς, έναν νεαρό Γερμανό που παραθέριζε εκεί. Η ερωτική της ιστορία με τον Φραντς είναι κάτι που περιμένει να συνεχιστεί στο Βερολίνο αλλά με το που φτάνει εκεί διαπιστώνει ότι εκείνος έχει στείλει έναν φίλο του τον Στέφαν να την παραλάβει και να την βοηθήσει στην διαμονή της. Η Ιρένε βρίσκεται σε ένα συναισθηματικό χάος, διαισθανόμενη ότι ο Φραντς δεν θέλει κάποιο «δέσιμο» μαζί της και ότι προσπαθεί να την «πλασάρει» στον διακριτικό και ευγενή Στέφαν. Μέλος της παρέας τους είναι και ο ομοφυλόφιλος Τόμας με τον οποίο κάνει περισσότερη παρέα η Ιρένε. Από την άλλη βιώνει με τον δικό της τρόπο την ταλαιπωρία της να βγάλει άδεια παραμονής στη Γερμανία και να προσπαθεί να συγχρονιστεί με τους διαφορετικούς ρυθμούς της «Δύσης».

Η Ιρένε κινείται στους δρόμους του Βερολίνου σαν να βρίσκεται σε μια άλλη διάσταση. Βλέπει μελαγχολία και μιζέρια στους ανθρώπους, ένα πράγμα που της φαίνεται ακατανόητο, διότι (κατά την εκτίμησή της) τα έχουν όλα. Τα μαγαζιά είναι γεμάτα ρούχα και τρόφιμα κάθε είδους, αλλά οι άνθρωποι είναι απομονωμένοι και δυστυχείς για λόγους ασαφείς και μπερδεμένους. Στην «άλλη χώρα» λέει οι λόγοι του να είναι κάποιος δυστυχής, ήταν ολοφάνεροι – εδώ τι φταίει; Εικόνες μέσα στο μυαλό της Ιρένε εναλάσσονται, σελίδες γεμάτες σεξουαλικούς και άλλους συμβολισμούς, η τρέλλα και η παράνοια παραμονεύουν και κάτι εφιαλτικό διαχέεται μέσα από την όλο λυρισμό γλώσσα της συγγραφέως. Η νουβέλα είναι ένα μικρό διαμάντι, χαρακτηριστικό παράδειγμα υπαινικτικής αφήγησης – η ηρωίδα αισθάνεται αλλοτριωμένη και αποπροσανατολισμένη, λίγο στα όρια της τρέλλας, σίγουρα διχασμένη.

Ο ήρωας του αριστουργηματικού μυθιστορήματος, της εξαιρετικής αυτής συγγραφέως, «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ» (Atemschaukel), (Εκδ.Καστανιώτη, (εξαιρετική) μετάφρ. Γ.Λαγουδάκου, σελ.258), αντιμετωπίζει άλλου είδους προβλήματα. Ο νεαρός (17 χρονών) Λέοπολντ είναι ένας από τους χιλιάδες Ρουμάνους Γερμανικής καταγωγής που το 1945 εκτοπίζονται σε ένα Σοβιετικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, αμέσως μετά την συνθηκολόγηση της Ρουμανίας και την επέλαση του Κόκκινου Στρατού της Ε.Σ.Σ.Δ. στο εσωτερικό της. Όλοι οι μέχρι 45 χρονών ενήλικες που είχαν Γερμανική καταγωγή και ζούσαν σε ένα συγκεκριμένο χώρο του Ρουμανικού κράτους έπρεπε να «εργαστούν» για την «ανοικοδόμηση» της Σοβιετικής Ένωσης. Η μητέρα της Μύλερ πέρασε 5 χρόνια σε ένα τέτοιο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, ένα θέμα ταμπού που δεν συζητείτο ανοιχτά και που σημάδεψε την παιδική ηλικία της συγγραφέως.

Ο Λέοπολντ είναι ομοφυλόφιλος, γνωστός στην πιάτσα της πόλης του, ως «το πιάνο», ασφυκτιά στα στενά όρια του περίγυρου του, σκοπεύει κάποια στιγμή να φύγει και αντιμετωπίζει χαλαρά την εκτόπιση ανίκανος να αντιληφθεί τι θα συναντήσει μπροστά του. Ετοιμάζεται για την εκτόπιση παίρνοντας ως βαλίτσα το κουτί ενός γραμμοφώνου, όπου εκτός από κάποια ρούχα βάζει μέσα και βιβλία – τα οποία αργότερα θα του χρησιμεύσουν ως αντάλλαγμα για λίγο ψωμί. Οι χιλιάδες που θα μπουν στα τρένα που θα τους οδηγήσουν στα βάθη της Ρωσίας αντιπροσωπεύουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και αρκετοί γνωρίζονται μεταξύ τους. Σιγά-σιγά θα αντιληφθούν ότι τα χειρότερα είναι μπροστά τους και αυτό που θα περάσουν θα σημαδέψει όσους επιζήσουν για όλη τους τη ζωή.

Το μυθιστόρημα γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση δεν περιγράφει απλά τον εγκλεισμό του Λέοπολντ και των συγκρατούμενων του. Ουσιαστικά περιγράφει συναισθήματα. Η πείνα και ο φόβος κυριαρχούν σε κάθε κεφάλαιο, σε κάθε σελίδα. Η πείνα στο βιβλίο έχει έναν Άγγελο, διότι είναι τέτοια η έντασή της που ξεπερνάει κάθε γήινο συναίσθημα. Ο «Άγγελος της πείνας» έχει χίλια μάτια αλλά μόνο ένα στόμα. Υπάρχει σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε κίνηση, σε συνοδεύει παντού. Εάν πας αργοπορημένος για φαγητό, εάν πας πιο νωρίς. Εάν κρατάς ένα κομμάτι ψωμί στα χέρια σου που θες να το ανταλλάξεις με του διπλανού σου, γιατί το ψωμί που κρατάει ο άλλος νομίζεις ότι είναι πάντα περισσότερο. Η πείνα του συζύγου που κλέβει τη σούπα της γυναίκας του όταν εκείνη δεν βλέπει, η πείνα που σε αναγκάζει να κάνεις πράγματα που ούτε τα είχες ποτέ σου διαννοηθεί. Ο φόβος ότι μπορεί αυτή η μέρα να είναι η τελευταία σου, ο φόβος ότι αύριο δεν θα βρεις να φας, ο φόβος ότι δεν θα ξαναβγείς από κει μέσα. Το κρύο να κυριαρχεί κάθε ώρα και κάθε στιγμή του 24ώρου, το κρύο των συναισθημάτων, το κρύο από την οικογένεια που κάποια στιγμή χρόνια μετά στην πρώτη κάρτα που λαμβάνει ο Λέοπολντ, το μόνο που υπάρχει είναι μια ραμμένη (πάνω στην κάρτα) φωτογραφία ενός μωρού και τα λόγια: «Ρόμπερτ, γενν. Την 17η Απριλίου 1947

«Η καρτ ποστάλ του Ερυθρού Σταυρού έφτασε στο στρατόπεδο τον Νοέμβριο. Ήταν εφτά μήνες καθ’οδόν. Από το σπίτι την έστειλαν τον Απρίλιο. Είχαν περάσει ήδη εννιά μήνες από τότε που το ραμμένο παιδί ήρθε στον κόσμο.
Την κάρτα με τον αδελφό-υποκατάστατο την έβαλα μαζί με το άσπρο μαντίλι κάτω κάτω στη βαλίτσα. Στην κάρτα ήταν γραμμένη μονάχα μια αράδα, κι εγώ δεν υπήρχα ούτε καν με μία λέξη. Ούτε καν στο λευκό κάτω από την αράδα.
Στο ρώσικο χωριό είχα μάθει να ζητιανεύω για να φάω. Να ζητιανέψω στη μητέρα για να με αναφέρει δεν ήθελα. Τα δύο επόμενα χρόνια πίειζα τον εαυτό μου να μην απαντήσω στην κάρτα. Να ζητιανεύω είχα μάθει τα δύο προηγούμενα χρόνια από τον άγγελο της πείνας. Τα δύο επόμενα χρόνια έμαθα από τον άγγελο της πείνας τη σκληρή περηφάνια. Ήταν τόσο ωμή όσο και το να παραμένεις σταθερός με το ψωμί. Με βασάνιζε φριχτά. Κάθε μέρα ο δικός μου άγγελος της πείνας μου έδειχνε τη μητέρα να ταϊζει το παιδί-υποκατάστατο προσπερνώντας τη δική μου ζωή. Περιποιημένη και χορτάτη πηγαινοέρχεται με το άσπρο παιδικό της καροτσάκι μέσα στο κεφάλι μου. Κι εγώ την παρακολουθούσα από κάθε σημείο όπου δεν υπήρχα, ούτε καν στο λευκό κάτω από την αράδα.»

Η ελεγεία της Μύλερ είναι γεμάτη από ολοζώντανες, απίστευτες εικόνες και μεταφορές. Περιγράφει τη φρίκη με τρόπο αλληγορικό και ποιητικό, με λυρικότητα αλλά και γλώσσα που τσακίζει, δυνατή σαν σπαθί. Τα περισσότερα βιβλία-μυθιστορήματα ή αυτοβιογραφίες που αναφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης είτε Ναζιστικά (όπως του Π.Λέβι) ή Σοβιετικά γκουλάγκ (όπως του Σολζενίτσιν) είναι μαρτυρίες εκ των ένδον, αξέχαστες και συγκλονιστικές. Η γραφή όμως της Μύλλερ σε εκπλήσσει συνεχώς, και κάθε σελίδα σε περιμένει διαφορετική μην αφήνοντάς σε να πάρεις ανάσα καθώς βουλιάζεις μέσα στη φρίκη.

Η Χέρτα Μύλερ γεννήθηκε το 1953 στο Νίτσκιντορφ της επαρχίας του Μπανάτ, μια γερμανόφωνη περιοχή της νοτιοδυτικής Ρουμανίας. Σπούδασε Γερμανική και Ρουμανική Φιλολογία, εργάσθηκε ως μεταφράστρια και η άρνηση της να συνεργασθεί με το καθεστώς Τσαουσέσκου συνετέλεσε στην ουσιαστική απομόνωσή της. Διέφυγε στην Γερμανία το 1987 με τον σύζυγο της και από τότε ζει στο Βερολίνο. Περισσότερο γνωστή ως ποιήτρια και με πάρα πολλά γερμανικά βραβεία όλα αυτά τα χρόνια έχει εκδώσει το σύνολο του έργου της κατευθείαν στα γερμανικά με μόνο τα δύο πρώτα της βιβλία να έχουν εκδοθεί (λογοκριμένα) στην Ρουμανία. Το 2009 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.