Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010 | Permalink
Ο ΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Η αναζήτηση της οικογενειακής ιστορίας μέσα από τα πλοκάμια της μνήμης και τις αποσπασματικές διηγήσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος είναι το υλικό από το οποίο συντίθεται το πολύ συναισθηματικό και κατά τα φαινόμενα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, «Ο ΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» (The visible world), του Αμερικανού συγγραφέα (Τσέχικης καταγωγής) Mark Slouka, ( Εκδ. Πάπυρος, (ωραία) μετάφρ. Τ.Μενδράκος, σελ. 287). Ιστορία και μύθος ανακατεύονται σ’αυτό το ελεγειακό μυθιστόρημα, το οποίο «παγιδεύει» τον αναγνώστη με το αργό και μελαγχολικό του ύφος.

Ο αφηγητής (ο οποίος παραμένει ανώνυμος καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας), είναι ένας πρώτης γενιάς Αμερικανός που οι Τσέχοι γονείς του μετανάστευσαν στις Η.Π.Α λίγο μετά το τέλος του Β Παγκόσμιου πολέμου. Ο αφηγητής που γεννιέται το 1950 μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον με μια μητέρα τελείως φευγάτη και έναν πατέρα ήσυχο και διακριτικό. Ένα μυστικό που κουβαλάει η μητέρα του, καθορίζει όχι μόνο τη δικιά της ζωή αλλά επηρεάζει και τους γύρω της. Από μικρός και από μισόλογα των γύρω του, ο αφηγητής γνωρίζει ότι η μητέρα του κατά τη διάρκεια του πολέμου ερωτεύτηκε έναν άνδρα, τον οποίο δεν μπορεί να ξεχάσει. Κανείς δεν του λέει τίποτα γι’αυτό και όταν εκείνος τολμάει να την ρωτήσει, εκείνη αποφεύγει την απάντηση. Η αυτοκτονία της αρκετά χρόνια μετά όταν ο ήρωας/αφηγητής είναι 34 χρονών του δίνει την αφορμή να ψάξει για το παρελθόν μήπως κατανοήσει συμπεριφορές και γεγονότα τόσων χρόνων.

Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από 3 μέρη. Το πρώτο μέρος με τίτλο «Ο καινούργιος κόσμος, μια αυτοβιογραφία», είναι η αφήγηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας μέσα από τα μάτια καθημερινών γεγονότων, όπως είναι οι συγκεντρώσεις διαφόρων φίλων της οικογένειας, μεταναστών από την Τσεχία, τα μισόλογα πίσω από κλεισμένες πόρτες, οι οικογενειακές διακοπές σε μια λίμνη, η ιστορία της γνωριμίας και του γάμου των γονιών του αφηγητή, διάφορες ιστορίες γύρω από τον πόλεμο και κυρίως την απόπειρα δολοφονίας του Διοικητή της Πράγας, του Ρ.Χάϊνριχ το 1942, ένα γεγονός που σημάδεψε την περίοδο της Ναζιστικής κατοχής της πόλης αφού η κατά λάθος επιτυχημένη απόπειρα συνετέλεσε στην εκτέλεση χιλιάδων Τσέχων μέχρι να βρεθούν οι υπαίτιοι της δολοφονίας.

Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο, «Πράγα, ιντερμέδιο» και είναι η αναζήτηση του οικογενειακού παρελθόντος στην Πράγα όπου μεταβαίνει ο αφηγητής ψάχνοντας απαντήσεις και παραιτούμενος από την δουλειά του στις Η.Π.Α και πηγαίνοντας να ζήσει στη γη των προγόνων του. Πηγαίνει στο Μπρνό της Μοραβίας, τόπο καταγωγής των δικών του, ψάχνει συγγενείς, ανθρώπους που θυμούνται τα γεγονότα της κατοχής και μπορούν να του δώσουν κάποια στοιχεία για την ιστορία της μητέρας του. Βρίσκει πολύ λίγα πράγματα, σχεδόν απογοητευτικά και τότε αποφασίζει να συμπληρώσει την ιστορία βάζοντας δικά του φανταστικά στοιχεία μήπως έτσι μπορέσει να απελευθερωθεί από το βάρος που κουβαλάει.

Το τρίτο μέρος είναι αυτή η ιστορία που επινοεί ο αφηγητής και έχει τίτλο, «1942, ένα μυθιστόρημα». Θεωρώντας ότι η «καρδιά» και ταυτόχρονα η λύση του μυστηρίου είναι η απόπειρα κατά του Χάινριχ, περιγράφει την ερωτική ιστορία μεταξύ ενός Τσέχου αντάρτη εκπαιδευμένου στο Λονδίνο, ο οποίος φτάνει στην Πράγα μαζί με άλλους επτά με σκοπό την εκτέλεση του αρχιδήμιου κατακτητή και μιας κοπέλλας (της μητέρας του αφηγητή) που τον βοηθάει στην αρχή και μετά ερωτεύονται παράφορα ο ένας τον άλλον. Ο συγγραφέας αυθαιρετεί στην αληθινή ιστορία (οι επτά αντάρτες πέθαναν στην εκκλησία των αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου πολιορκούμενοι από τις ναζιστικές δυνάμεις σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την απόπειρα, κατόπιν προδοτικής ενέργειας κάποιου από τους συνεργούς τους), εισάγοντας ένα όγδοο άτομο όπως είναι ο ήρωας της ιστορίας αυτής, το οποίο εμπλέκεται στην απόπειρα δολοφονίας του Χάινριχ ζώντας ταυτόχρονα μια έντονη ερωτική περιπέτεια. Λυρικό και ρομαντικό το κομμάτι αυτό του μυθιστορήματος δίνει μια άλλη τροπή στο βιβλίο, η δράση γίνεται γρήγορη , η αγωνία έντονη και τα συναισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο.

Ρεαλισμός και φαντασία συμπλέουν σ’αυτό το βιβλίο του Σλούκα. Η «κατασκευή» του παρελθόντος είναι αναγκαία για να συνεχίσουμε τη ζωή μας; Εκεί που η αλήθεια συναντάει τον μύθο και εμπλέκονται σε έναν «ατελείωτο χορό» δεν είναι το κοινό στοιχείο κάθε οικογενειακής ιστορίας; Μήπως η ζωή κάθε ενός από εμάς δεν απαρτίζεται από μισοτελειωμένες ιστορίες;
«…Κάποιος είπε κάποτε ότι στο τέλος κάθε ζωής μπαίνει μια τελεία και ότι ο θάνατος νοιάζεται λιγότερο αν το κομμάτι είναι λειψό. Απομένει σ’εμάς, τους ζωντανούς, να ολοκληρώσουμε ένα σχήμα εκεί που δεν υπάρχει, να σώσουμε από τον κατακλυσμό ακόμα κι αυτούς που ποτέ δεν γνωρίσαμε. Σαν ζητιάνοι, πρέπει να συμμαζέψουμε το σύμπαν όσο καλύτερα μπορούμε.»

Ο ανώνυμος αφηγητής του Σλούκα, τόσο οικείος αλλά και τόσο μακρινός ταυτόχρονα, προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του μέσα από τις μνήμες, από αποσπάσματα, από μισόλογα. Η απορία του αναγνώστη στο τέλος παραμένει, πόσο απ’ότι διάβασε είναι μύθος και πόσο είναι πραγματικότητα αλλά στο κάτω-κάτω τι σημασία έχει τελικά…Αυτό που μένει είναι ένα ωραίο και ελκυστικό μυθιστόρημα που αφήνει περιθώρια για πολλές σκέψεις και επηρεάζει με τον άκρατο συναισθηματισμό του τελευταίου μέρους οποιεσδήποτε αντιρρήσεις μπορεί να έχει κάποιος για το άνισο του εγχειρήματος και την δυσαρμονία μεταξύ των τριών κομματιών του βιβλίου. Η ατμόσφαιρα της κατεχόμενης Πράγας, η καθημερινότητα της αποδίδονται εξαιρετικά και με πολύ λυρισμό, τα παιχνίδια της μνήμης και ο διάχυτος ρομαντισμός παραπέμπουν στον «Άγγλο ασθενή» (ίσως πολύ έντονα σε κάποιες σελίδες), ενώ το καθαρά κινηματογραφικό τέλος προσδίδει συγκίνηση και μελαγχολία.

«Μια νύχτα όταν ήμουν πέντε ή έξι χρονών, η μητέρα μου βγήκε από το εξοχικό, όπου μέναμε εκείνη την εποχή. Ξύπνησα, ακούγοντας τον πατέρα μου να φοράει το παντελόνι του στο σκοτάδι. Ήταν πολύ αργά και τα παράθυρα ορθάνοιχτα. Σκοτάδι παντού. Τον ρώτησα που πάει; Κοιμήσου μου είπε. Η μαμά βγήκε για μια βόλτα. Θα γυρίσω αμέσως, συμπλήρωσε.
Αλλά εγώ άρχισα να κλαίω, γιατί η μαμά δεν είχε ξαναβγεί ποτέ για βόλτα στο δάσος και γιατί δεν είχα ξυπνήσει ποτέ, ακούγοντας τον πατέρα μου να φοράει το παντελόνι του στο σκοτάδι. Δεν ήξερα αυτό το μέρος και τα μεγάλα τετράγωνα του φεγγαρόφωτου που έπεφτε από τα παράθυρα στο πάτωμα με τρόμαξαν. Τέλος, μου είπε να είμαι γενναίος, φόρεσε τα παπούτσια του κι έφυγε αναζητώντας την γυναίκα του. Και τη βρήκε, τελικά να κάθεται ακουμπισμένη σ’ένα δέντρο ή στην όχθη μιας λίμνης, σφιχτοτυλιγμένη με τις άκρες του ρούχου της στις γάμπες και με τα ξεφτισμένα αθλητικά της παπούτσια, δεκαπέντε χρόνια αργότερα.
Και αναρωτιέμαι αν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, το φεγγάρι εκείνης της νύχτας ή η μυρωδιά των αγρών, που την έστειλε από το κρεβάτι του πατέρα στο δάσος, λες και με μια απλή μακρινή περιπλάνηση, αρκετά βαθιά, θα μπορούσε να τον βρει, όπως και τον εαυτό της, κοιμισμένους πάνω στα μούσκλια και σκεπασμένους με μια μοναδική κουβέρτα. Φαντάζομαι τον πατέρα μου να κλείνει την ασπροβαμμένη πόρτα του εξοχικού και να περπατάει στο σκοτάδι, φωνάζοντας το όνομά της, όταν απομακρύνθηκε από τα άλλα σπιτάκια. Να αφουγκράζεται το θόρυβο από τον αυτοκινητόδρομο, δυο λαγκαδιές πιο πέρα.
Απορώ πως τη βρήκε μέσα σε τόσο σκοτάδι. Και πως δεν είπε λέξη, απλά την έφερε πίσω – άλλωστε, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει; - κρατώντας την από το μπράτσο σαν ανάπηρη, ακρωτηριασμένη από την οδύνη. Και πως κατά κάποιο τρόπο σε τούτη τη γη, σε τούτη τη ζωή, δεν τον είχε μισήσει ακριβώς γι’αυτό.
Αλλά τώρα πια, θα το ήθελα για λογαριασμό
της, ένα απέραντο δάσος και είκοσι χρόνια μέχρι το χάραμα.»