Τρίτη, Ιανουαρίου 11, 2011
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 11, 2011 | Permalink
'Ενα βιβλίο "μαγικό"...
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω – ακόμα περισσότερο πώς να παρουσιάσω το «μυθικό» βιβλίο του Κουβανού συγγραφέα Guillermo Cabrera Infante, «ΤΡΕΙΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΙ ΤΙΓΡΕΙΣ» (Tres tristes tigres), (Εκδ. Τόπος, μετάφρ. Γ.Ρούβαλης, σελ.467), ένα βιβλίο (ο συγγραφέας του επέμενε ότι δεν είναι μυθιστόρημα) που θεωρείται σταθμός για την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και το οποίο γράφτηκε δύο φορές, αφού η πρώτη δεν ικανοποίησε τον συγγραφέα (στην αρχική του μορφή είχε τίτλο «Vista del amanecer desde el tropico») για να ολοκληρωθεί το 1967 όταν πια ο Καμπρέρα ζούσε στην Ευρώπη αυτοεξόριστος και τελείως αντίθετος με το καθεστώς της χώρας του.

Οι «…Τίγρεις» είναι ένα πολυεπίπεδο και «διαφορετικό» βιβλίο. Κατά βάση είναι χιουμοριστικό, όχι με την κωμική έννοια του όρου, αλλά με την έννοια του βρετανικού χιούμορ. Είναι δηλαδή (και κατά την προσωπική μου άποψη) ένα Αγγλικό μυθιστόρημα γραμμένο και ποτισμένο (για την ακρίβεια κολυμπάει μέσα) στο τροπικό κλίμα της Κούβας. Έχει την μορφή του non-sense λογοτεχνικού ύφους έχοντας επηρεασθεί αρκετά από το «Τρίσταμ Σάντι» του Λόρενς Στερν, όμως ακολουθώντας τον Φελινικό ρυθμό της υπέροχης «Dolce Vita». Η αφήγηση είναι χαλαρή, δεν υπάρχει κάποιος μύθος / ιστορία, οι γλωσσικοί ακροβατισμοί είναι συνεχείς, οι εικόνες σε κινηματογραφικό ρυθμό γρήγορες και ακολουθώντας τους κανόνες του μοντάζ διαδέχονται η μία την άλλη, ο ρυθμός είναι ξέφρενος και η Κουβανέζικη αλεγρία διάχυτη.

Οι «Τίγρεις» του τίτλου, είναι και θλιμμένοι (όπως είναι ο original τίτλος του βιβλίου) αλλά και «ταλαίπωροι» (όπως τους θέλει ο μάλλον ευφυής ελληνικός τίτλος) αλλά και μονίμως μεθυσμένοι (ή στα όρια…), μονίμως σε αναζήτηση θηλυκών, μονίμως σε κίνηση, μονίμως «φιλοσοφούντες», μονίμως ερωτευμένοι και μελαγχολικοί (με την ιδιότυπη μελαγχολία των ηρώων του Φ.Σ.Φιτζέραλντ και του Τσάντλερ). Και δεν είναι μόνο τρεις…Ο συγγραφέας (και ουσιαστικά alter-ego του Καμπρέρα) Σιλβέστρε, ο παρουσιαστής της τηλεόρασης Αρσένιο Κουέ, ο μουσικός Εριμπό, ο φωτογράφος των καμπαρέ Κόντακ είναι ουσιαστικά οι ήρωες (σαν τους Σωματοφύλακες του Δουμά, 3+1) αλλά γύρω τους περιστρέφονται και μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου, χαρακτήρες όπως ο ποιητικός Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, η τεράστια (σε όγκο και φωνή) Εστρέγια, τραγουδίστρια των μπολέρο, ένα ζευγάρι Αμερικανών τουριστών, ο κος και η κα Κάμπελ (ουχί της γνωστής σούπας..), μια γυναίκα της «υψηλής κοινωνίας» που κάνει ψυχανάλυση και διάφορες άλλες μούρες – γκομενίτσες πλούσιες που ζητάνε περιπέτειες, πουτάνες που ψωνίζονται, μοντέλα που βολτάρουν στην Μαλεκόν «ανάβοντας» τον κόσμο αλλά και το θεότρελλο δίδυμο Κουέ-Σιλβέστρε, τραγουδίστριες και χορεύτριες του Τροπικάνα κ.ο.κ.

Όλοι αυτοί κινούνται στους δρόμους της Αβάνας – της νυχτερινής ως επί το πλείστον. Μιας Αβάνας ζωντανής και γεμάτης χρώματα και ρυθμούς που (στην κυριολεξία) δεν κοιμάται ποτέ. Οι επαναστάτες του Κάστρο είναι στα βουνά ακόμα, η δικτατορία του Μπατίστα ψυχορραγεί και οι μέρες και νύχτες ξέφρενες. Γενικώς η πολιτική δεν παίζει κανένα ρόλο στο μυθιστόρημα, ο Σιλβέστρε κάποια στιγμή πάνω στο μεθύσι του λέει ότι θα πάει να βρει τους επαναστάτες στη Σιέρα ενώ κάποιες αναφορές μικρές υπάρχουν για το καθεστώς Μπατίστα. Ποτά, μεθύσια, μουσικές, συζητήσεις επι παντός του επιστητού που διακόπτονται απότομα στη θέα μιάς ωραίας γυναίκας, παιχνίδια με τις λέξεις, με τις έννοιες, με την λογοτεχνία (υπάρχουν κεφάλαια όπου οι ήρωες αφηγούνται την δολοφονία του Τρότσκι με τον τρόπο διάφορων συγγραφέων).

Στην αρχή το αναγνωστικό σοκ είναι μεγάλο, μετά μπερδεύεσαι από τα πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν, από την αφήγηση που δεν έχει συνοχή (με την γραμμική έννοια), γρήγορα όμως σε παρασύρει η γοητεία και το παιχνίδι με τις λέξεις και περνάς τόσο καλά όσο σε ελάχιστα βιβλια. Εδώ είναι και το «μυστικό» για να απολαύσει κανείς αυτό το ιδιόμορφο μυθιστόρημα. Πρέπει να «αφεθεί» στον ρυθμό του, να γευτεί τις μυρωδιές και τους χυμούς του, να νιώσει βαθιά στο πετσί του την υγρασία και τον ερωτισμό της Αβάνας, να κλείσει για λίγο το βιβλίο και να «ταξιδέψει» με το κάμπριο του Κουέ στην Μαλεκόν με το αεράκι της θάλασσας να τον χαϊδεύει. Δεν έχω διαβάσει βιβλίο να περιγράφει τόσο ωραία και τόσο ζωντανά την νυχτερινή Αβάνα – και μπορεί η ιστορία της Εστρέγια της χοντρής μαύρης τραγουδίστριας να συγκινεί και σχεδόν να ταυτίζεσαι με τον Ερεμπό που μαγεύεται από τη φωνή της αλλά η πρωταγωνίστρια, η ηρωίδα του βιβλίου είναι η Αβάνα και η μουσική της που περιγράφεται έτσι όπως ίσως να μην υπήρξε ποτέ παρά μόνο στη φαντασία του συγγραφέα – όπως μόνο το Δουβλίνο του Τζόυς, η Τεργέστη του Σβέβο, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες, η Ρώμη του Φελίνι υπάρχουν. Ο Καμπρέρα αφήνει την φαντασία του (αλλά και την νοσταλγία του) να οργιάσει και η πόλη αποκτάει τις μυθικές διαστάσεις του Μακόντο του Μάρκες,πλανεύτρα και ξελογιάστρα χορεύοντας στους κουβανοαφρικάνικους ρυθμούς.

«Συνεχίσαμε το ταξίδι κάτω απ’τη σκιά των αειθαλών δέντρων (δάφνες ή πικροδάφνες, τζακαράντες, φλαμπουαγιάν ανθισμένα κι από μακριά οι τεράστιοι φίκοι του πάρκου που χώριζε στα δύο η λεωφόρος που ποτέ δεν θυμάμαι πως λέγεται κι όπου αυτοί οι γίγαντες μοιάζουν μ’ένα και μόνο δέντρο Μπο επαναλαμβανόμενο σ’ένα βλάσφημο παιχνίδι με καθρέφτες) κι όταν φτάσαμε στα πεύκα πιο κοντά στην ακτή, ένιωσα τη μυρωδιά της θάλασσας, αλμυρή, διαπεραστική σαν ένα κοχύλι που ανοίγει και σκέφτηκα, όπως ο Κόντακ, ότι η θάλασσα είναι ένα αιδοίο, άλλος ένας κόλπος. Πέρασαν δίπλα μας τα Λας Πλαγίτας, Κόνεϊ Άϊλαντ και το Ρούμπα Παλάς και το Παντσίν και η Ταβέρνα του Πέδρο (που τη νύχτα ήταν ένα μουσικό όστρακο με το μαύρο μαργαριτάρι του Τσόρι να τραγουδάει και να παίζει και να γελάει με τον εαυτό του και με τα πάντα: ένας από τους πιο αξιόλογους κλόουν στον κόσμο κι ίσως ο πιο ανώνυμος) και τα μπαράκια, καφενεία, οι πάγκοι με τα τηγανητά που υποδείκνυαν, όπως στη Λεωφόρο του Λιμανιού, ότι ο περίπατος άρχιζε και τελείωνε, κι η λεωφόρος του Μπίλτμορ άλλαξε τις χουρμαδιές της Πέμπτης Λεωφόρου με βασιλικούς φοίνικες, κοιλαράδες κι επιβλητικούς και κατάλαβα ότι προς τα εκεί κατευθυνόμασταν, στο δρόμο της Σάντα Φε. Σύντομα (γιατί ο Κουέ πάτησε γκάζι) αφήσαμε πίσω τη Βιγιανουέβα και το picken-chicken (picking-chicking) που θυμάμαι ιδιαίτερα μια νύχτα εκεί, και τα γήπεδα του γκολφ για να δούμε το αγκυροβόλι και τα γιοτ τα αραγμένα και στο βάθος ο κόλπος και πίσω απ’τον ορίζοντα το φράγμα των λευκών και των χοντρών και στέρεων σύννεφων που ήταν σαν ένας άλλος τοίχος του Μαλεκόν.
-Έχεις πάει στο Μπαρλοβέντο;
-Ναι, νομίζω ότι πήγαμε μαζί. Είναι εκείνη η γειτονιά…
-Εννοώ στο μπαρ Λοβέντο, είπε ο Κουέ.
Η Χαϊμανίτας είναι μια λαϊκή πλαζ, αλλά από τον δρόμο της Σάντα Φε δεν είναι παρά κάτι χαμηλά, άσχημα τσιμεντένια κτήρια κι ένας σταθμός πρώτων βοηθειών και κάνα δυο κακόφημα μπαρ κι ένα ποτάμι με έναν βάλτο ολόγυρα κι όπου τα στάσιμα νερά ούτε μπλε ούτε καφετιά ούτε πράσινα παρά γκρίζα βρόμικα λαμπυρίζουν στον ήλιο, γιατί η θάλασσα μόλο που δεν φαίνεται βρίσκεται εκεί κοντά, δυο βήματα, κι η αύρα μπαίνει απ’το κανάλι του ποταμού σαν ν’ανεβαίνει από μια καμινάδα.
-Δεν θυμάμαι, θυμάμαι πως είπα. Έτσι λέγεται;
-Όχι. Λέγεται Η Οδύσσεια.
-Κι ο ιδιοκτήτης Όμηρος. Σιγά μη λέγεται Η Αινειάδα! Πλάκα μας κάνεις τώρα;
-Καθόλου, το μπαρ λέγεται Λαοδισέα κι είναι το επώνυμο του ιδιοκτήτη, του Χουάν. Χουάν Λαοδισέα.
-Από το αλλόκοτο γεννιέται η ποίηση.
-Είναι ένα απίστευτο μέρος. Θα δεις.
Στρίψαμε δεξιά, σε μια λεωφόρο καινούργια με την άσφαλτο μαύρη ακόμα, με φανάρια από τσιμέντο ψηλά και καμπυλωτά, που έσκυβαν προς τον δρόμο όπως οι flappers του Φιτζέραλντ πάνω στον έρωτα, σαν λαιμοί προκατακλυσμιαίων θηρίων πίσω από το θήραμα, σαν αρειανοί που κατασκοπεύουν τον περιπατητικό πολιτισμό μας. Στο βάθος υπήρχε ένα ξενοδοχείο ή μια απόπειρα ξενοδοχείου, ένα τετράγωνο κτήριο. Στρίψαμε αριστερά, πηγαίνοντας παράλληλα στη θάλασσα, όπως τα κανάλια αυτής της Βενετίας των πλουσίων, όπου οι ευτυχείς ιδιοκτήτες μπορούν να φυλάξουν το αμάξι τους στο car-port και το σκάφος τους στο yacht-port περιβαλλόμενοι από όλες τις δυνατότητες διαφυγής. Καταλάβαινα ότι αυτός ήταν ο παράδεισος των Κουέ. Το σχέδιο (ή η υλοποίηση του) ήταν ψεύτικο, φαντασιακό, αλλά όπως σ’όλα τα πράγματα σ’αυτή τη χώρα η φύση του χάριζε την πραγματική της ομορφιά. Είχε κάποιο δίκιο ο Ταξιδευτής. Για παραπάνω από έναν λόγο το μέρος ήταν απίστευτο. Φτάσαμε στο μπαρ, που βρισκόταν πάνω σε μια ξύλινη γέφυρα, σ’ένα από τα πλαϊνά κανάλια και έβγαζε σε μια μεγάλη λίμνη, επίσης τεχνητή, όπου ο ήλιος καθρεφτιζόταν και πολλαπλασιαζόταν σε χιλιάδες ψήγματα, σε φλέβες θαλασσινού χρυσού. Μπροστά στο μπαρ υπήρχε μια μικρή ζούγκλα από κολπίσκους και αρμυρίκια. Είδα πέντε φοίνικες με γιγάντιες μαλάνγκες να καλύπτουν τους κορμούς τους και ένα από τα αναρριχητικά είχε ξεραθεί και ο έκτος φοίνικας έμοιαζε γυμνός ανάμεσα στους πλησίον του.
-Ιδού και το αμήν, είπε ο Κουέ. Σκέφτηκα ότι είχε θελήσει να πει η ακμή.
-Βάλε όπισθεν, του ζήτησα.
-Γιατί:
-Βάλε όπισθεν, σε παρακαλώ.
-Θέλεις να επιστρέψεις στην Αβάνα;
-Όχι, να κάνεις πίσω είκοσι, τριάντα μέτρα. Με την όπισθεν, χωρίς να στρίψεις.
-Με την όπισθεν;
-Ναι.
Το έκανε. Με την ίδια ιλιγγιώδη ταχύτητα όπως φτάσαμε έκανε πίσω πενήντα μέτρα.
-Τώρα προχώρα αργά. Πλησίασε αργά.
Το έκανε κι έκλεισα ένα μάτι. Είδα πως τα κανάλια, οι προβλήτες κι η παράλληλη θάλασσα περνούσαν αργά και τέλος πως το μπαρ και η λίμνη και η βλάστηση πλησίαζαν με μία μόνο διάσταση, επίπεδα, και παρ’όλο που υπήρχε χρώμα και τα πράγματα τα θυμόμουν όπως τα’χα δει νωρίτερα, σε βάθος, το φως παλλόταν στο τοπίο κι ήταν σαν το σινεμά. Ένιωσα Φίλιπ Μάρλοου σ’ένα μυθιστόρηματ ου Ρείμοντ Τσάντλερ. Ή καλύτερα Ρόμπερτ Μοντγκόμερι στη βερσιόν μιας νουβέλας του Τσάντλερ. Ή, ακόμα καλύτερα, η κάμερα που έκανε το μάτι του Μοντγκόμερι-Μάρλοου-Τσάντλερ στις καλύτερα αλησμόνητες στιγμές του Η Κυρά της Λίμνης, ιδωμένου στο Αλκαζάρ στις 7 Σεπτεμβρίου 1946. Το είπα στον Κουέ. Χρειάστηκε να του το πω.
-Μα το Θεό, είσαι και τελείως τρελός, μου είπε και κατέβηκε. Για δέσιμο, πρόσθεσε ως τελική διάγνωση.»

Δεν ξέρω εάν είναι το «μεγάλο» μυθιστόρημα της Κουβανέζικης λογοτεχνίας – για μένα παραμένει ανυπέρβλητο το αριστούργημα του Lezama Lima , «Paradiso» - αλλά σίγουρα αποτελεί ορόσημο και σημείο αναφοράς για την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Η έκδοση του «Τόπου» είναι εξαιρετική και δεν μπορώ (παρά κάποιες επι μέρους ενστάσεις) να μην υποκλιθώ μπροστά στη δουλειά του μεταφραστή Γ.Ρούβαλη.
Ο Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε (1922-2005) ήταν συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός κινηματογράφου και σεναριογράφος. Ξεκίνησε την καριέρα του ως κινηματογραφικός κριτικός και ανέλαβε την διεύθυνση του Ινστιτούτου Κινηματογράφου της Αβάνας μετά την επικράτηση της Επανάστασης. Μετά την απαγόρευση του πρωτοποριακού φιλμ μικρού μήκους PM που γύρισε με τον Λεάλ (την ιστορία του φιλμ αναφέρω εδώ) και το κλείσιμο του (επιτυχημένου αλλά ενοχλητικού) λογοτεχνικού ένθετου Lunes της εφημερίδας Revolucion, το 1961 και έχοντας πέσει σε δυσμένεια από το καθεστώς, εστάλη ως πολιτιστικός ακόλουθος στις Βρυξέλες όπου υπηρέτησε ως το 1965. Στη συνέχεια αυτοεξορίστηκε διακόπτοντας κάθε σχέση με το καθεστώς του Κάστρο, ζώντας αρχικά στην Μαδρίτη και μετέπειτα στο Λονδίνο. Οι «ΤΡΕΙΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΙ ΤΙΓΡΕΙΣ» θεωρήθηκαν από την διεθνή κριτική ως μυθιστόρημα ισάξιο του «Οδυσσέα» του Τζόυς και κανένα άλλο μυθιστόρημα του Καμπρέρα δεν γνώρισε τέτοια αποδοχή ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, από τον Χιλιανό σκηνοθέτη Ραούλ Ρουίζ το 1968. Ο Καμπρέρα Ινφάντε βραβεύτηκε για το σύνολο του έργου του το 1997 με το βραβείο Θερβάντες. Ως σεναριογράφος ήταν πολύ αντιφατικός και γνώρισε τεράστια επιτυχία με το σενάριο του (πολύ καλού) φιλμ Vanishing point του Σαράφιαν, ενώ έγραψε διάφορα άλλα σενάρια συμπεριλαμβανομένης μιας μεταφοράς του «Κάτω απ’το ηφαίστειο» του Λόουρυ αλλά και της μάλλον αποτυχημένης ταινίας του Άντι Γκαρσία, «Αβάνα, χαμένη πόλη».

Υ.Γ. Για το βιβλίο μπορείτε να διαβάσετε στο μπλογκ του Β.Δρόλια, ενώ ο (έχων πάντα τις κεραίες ανοιχτές) Πανδοχεύς του επιφύλασσε ιδιαίτερη τιμή