Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011
posted by Librofilo at Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011 | Permalink
Η γοητεία του Κούντερα
Ποιος απ’όλους εμάς (τους ελάχιστους) που αγαπάμε πραγματικά την λογοτεχνία μπορεί να αντισταθεί μπροστά στη γοητεία της γραφής του Milan Kundera; Είτε είναι μυθιστόρημα αυτό, είτε είναι δοκίμιο, η απόλαυση είναι δεδομένη. Μυθιστορήματα σαν δοκίμια και δοκίμια σαν μυθιστορήματα. Αυτά βγαίνουν από την πένα του μεγάλου Τσέχου τα τελευταία χρόνια, που μπορεί να έχει περάσει πλέον τα 80 του χρόνια (και να μην είναι στην επικαιρότητα όπως παλαιότερα), αλλά η σκέψη του εξακολουθεί να είναι σπιρτόζα και νεανική – να συνεχίζει δε να προκαλεί, έστω κι αν γκρινιάζει μερικές φορές υπερβολικά.

Η «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ», (Εκδ. Εστία, (εξαιρετική) μετάφρ. Γ.Χάρη, σελ.218), είναι μια συλλογή πολλών δοκιμίων γύρω από την τέχνη, ένα σύντομο (αλλά πολύ ουσιαστικό και καίριο στις επισημάνσεις του), πνευματικό ταξίδι στην Ευρώπη του 20ου αιώνα.
Ο Κούντερα συνομιλεί με τον αναγνώστη του περί λογοτεχνίας αποθεώνοντας συγγραφείς όπως ο Μαλαπάρτε, ο Φουέντες, ο Ντανίλο Κις, μιλάει για μυθιστορήματα που τον εντυπωσίασαν, άλλα πασίγνωστα όπως τα «100 χρόνια μοναξιά» του Μάρκες, «Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι ή άλλα λιγότερο γνωστά, όπως «Η Αυλαία» του Γκοϊτισόλο. Ανατέμνει τον «Καθηγητή του πόθου» του Φ.Ροθ, τόσο υπέροχα που σου κόβεται η ανάσα..
«…Η νοσταλγία που διαχέεται στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος απ’τη στιγμή που μπαίνει στη σκηνή ο πατέρας ή η μητέρα του Κέπες δεν είναι απλώς η νοσταλγία των γονιών, είναι η νοσταλγία του έρωτα, του καθαυτό έρωτα, του έρωτα ανάμεσα σε πατέρα και μητέρα, αυτού του συγκινητικού και ξεπερασμένου έρωτα, που μοιάζει να στερήθηκε σήμερα ο κόσμος. (Χωρίς τη μνήμη αυτού που υπήρξε κάποτε ο έρωτας, τι θα έμενε απ’αυτόν, ακόμα και από την έννοια έρωτας;). Αυτή η παράξενη νοσταλγία (παράξενη γιατί δεν σχετίζεται με συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά πηγαίνει πιο μακριά, πέρα από τη ζωή τους, πολύ πιο πίσω) χαρίζει σ’αυτό το φαινομενικά κυνικό μυθιστόρημα μια συγκινητική τρυφερότητα.»

Ο Κούντερα μιλάει για τον ξεχασμένο πλέον Ανατόλ Φρανς που λοιδωρήθηκε όσο ελάχιστοι συγγραφείς τέτοιας εμβέλειας. Με αφορμή κάποιες σκέψεις του για το (μετριότατο κατά την άποψή μου) μυθιστόρημα του τελευταίου για την γαλλική επανάσταση και τις ημέρες της Τρομοκρατίας, «Οι θεοί διψούν» θίγει το πάντα επίκαιρο θέμα της «μαύρης λίστας» που η εκάστοτε «πρωτοπορία» της κάθε χώρας με λογοτεχνική παράδοση (και μεγάλες κόντρες) όπως η Γαλλία επιφυλάσσει. Με χιούμορ και ανάλαφρο στυλ δεν διστάζει να παραδεχθεί και κάποιες μονομανίες του, όπως αυτήν σχετικά με την αξία του Σολζενίτσιν… «Αυτός ο μεγάλος άνδρας ήταν άραγε μεγάλος μυθιστοριογράφος; Που να ξέρω; Δεν άνοιξα ποτέ κανένα του βιβλίο. Οι ηχηρές δημοσιες τοποθετήσεις του (τις οποίες χειροκροτούσα για το σθένος τους) μ’έκαναν να πιστεύω ότι γνώριζα εκ των προτέρων όλα όσα είχε να πει.»

Σελίδες για τη μουσική του Ι.Ξενάκη, του Σαίνμπεργκ, του Μπετόβεν, του Γιάνατσεκ. Σελίδες για λογοτέχνες της Καραϊβικής, για ποιητές της Ανατολικής Ευρώπης, για τον μεγάλο Μπροχ ή τον Τόμας Μαν, για το κιτς και τον ρομαντισμό. Σελίδες για την «Άνοιξη της Πράγας» σε αντιδιαστολή με τον Παρισινό «Μάη του 68», για την ζωγραφική του Φ.Μπέικον και τον μοντερνισμό που δεν έχει σχέση με τον «μοντερνισμό» του μάρκετινγκ γύρω από την τέχνη, για το χιούμορ του Ραμπελαί, για τον Κάφκα, για τις ατελείωτες λίστες του τέλους του 20ου αιώνα, όπως αυτή ενός εβδομαδιαίου περιοδικού που στις «ιδιοφυίες του αιώνα» δεν είχε κανέναν μυθιστοριογράφο, κανένα ποιητή, κανένα θεατρικό συγγραφέα – αλλά δύο σχεδιαστές μόδας, υποθέτω η λίστα της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα ενδέχεται να έχει κάνα-δυό σεφ.

Ο Κούντερα θίγει εθνικοπολιτικές καταστάσεις, την Γιουγκοσλαβία και την καταδικασμένη πορεία της, τον δίλημμα της Ελλάδας και της Αυστρίας και το νόημα της ύπαρξής τους που χαρακτηρίζεται από τον δυϊσμό, «η Ελλάδα…που κατοικεί ταυτόχρονα στον ανατολικοευρωπαϊκό κόσμο (παράδοση του Βυζαντίου, ορθόδοξη Εκκλησία, ρωσόφιλος προσανατολισμός) και τον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο (ελληνορωμαϊκή παράδοση, ισχυροί δεσμοί με την Αναγέννηση, νεωτερικότητα).»

Το σινεμά, αυτή η μοναδική τέχνη του 20ου αιώνα, δεν μένει απέξω από τις επισημάνσεις, σχόλια του συγγραφέα. Ο Κούντερα γκρινιάζει για την πορεία του κινηματογράφου, ο οποίος έχει πάρει ένα δρόμο που αποθεώνει την «τεχνική», εις βάρος της «τέχνης» ενθυμούμενος τις τελευταίες ταινίες του Φελλίνι, τις οποίες αποθεώνει αλλά τονίζοντας και το μεγάλο στοίχημα της κληρονομιάς των αδελφών Λυμιέρ που δείχνει να χάνεται με την επέλαση τα τελευταία χρόνια του εντυπωσιασμού… «Θυμάμαι ένα βραδινό τραπέζι στο Παρίσι, πάνω από είκοσι χρόνια τώρα. Ένας συμπαθητικός και ξύπνιος νεαρός μιλάει για τον Φελλίνι με ανάλαφρα περιπαιχτικό, περιφρονητικό τόνο. Βρίσκει πως η τελευταία του ταινία είναι ειλικρινά αξιοθρήνητη. Τον κοιτάζω σαν υπνωτισμένος Γιατί γνωρίζω καλά την αξία της φαντασίας κι έτσι αισθάνομαι, πριν απ’οτιδήποτε άλλο, έναν ταπεινό θαυμασμό για τις ταινίες του Φελλίνι. Ξαφνικά μπροστά σ΄αυτόν τον λαμπερό νεαρό, στη Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του ’80, δοκιμάζω για πρώτη φορά την αίσθηση που δεν την είχα γνωρίσει ποτέ στην Τσεχοσλοβακία, ούτε τα χειρότερα σταλινικά χρόνια: την αίσθηση πως βρίσκομαι στην εποχή της μετα-τέχνης, σ’έναν κόσμο όπου η τέχνη εξαφανίζεται, γιατί εξαφανίζεται η ανάγκη για τέχνη, η ευαισθησία, η αγάπη για την τέχνη.»

Στο βιβλίο (ενδέχεται να) υπάρχουν δοκίμια για συγγραφείς που δεν γνωρίζεις, για ποιητές που δεν έχεις ξανακούσει, για θέματα που μπορεί να μη σ’ενδιαφέρουν ή να μη σε κεντρίζουν. Η ικανότητα όμως του Κούντερα να αποσπά την προσοχή του αναγνώστη και να τον «βυθίζει» στη μαγεία του ύφους του είναι μοναδική και (κυρίως) αυτό καθιστά το βιβλίο τόσο ελκυστικό και γοητευτικό – ακόμα και αν δεν συμφωνείς με κάποιες από τις επισημάνσεις του, αφήνεσαι στα χέρια του και «ταξιδεύεις», αναρωτιέμαι πόσοι συγγραφείς μπορούν να το καταφέρουν αυτό.







02. Zbigniew Preisner - Enfer La Double Vie De Veronique (Live) by librofilo