Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014 | Permalink
Υπάρχει τελικά;
«ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ: Άρχισε να διαμορφώνεται το 1871-72. Λέγεται ότι ο δήμαρχος Παναγής Κυριακός τίμησε μ’αυτόν τον τρόπο την κόρη του, της οποίας το όνομα ήταν Βικτωρία. Από την πλατεία αρχίζει και η οδός Ελπίδος, ίσως από το όνομα της άλλης κόρης του δημάρχου. Κατ’άλλη εκδοχή το όνομα δόθηκε στην πλατεία προς τιμήν της βασίλισσας της Αγγλίας, Βικτωρίας. Γνωστή και ως πλατεία Κυριακού, από το όνομα του δημάρχου Αθηναίων Παναγή Κυριακού (1870-1879), ο οποίος ήταν κάτοικος της περιοχής. Έχει υπόγειο σταθμό των Η.Σ.Α.Π., ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1948 και μιμείται τον σταθμό της Βικτώριας του Λονδίνου. Χαρακτηριστικό του αθηναϊκού σταθμού τα γερμανικά κεραμεικά πλακίδια που κοσμούν τους τοίχους, αντίστοιχα μ’αυτά του σταθμού της Ομόνοιας. Μετά την αποκατάσταση του, διατηρούνται τα κλιμακοστάσια, οι αρχικές επιγραφές και το παλιό ρολόι, που είχε τοποθετηθεί όταν πρωτολειτούργησε ο σταθμός. Έχει κηρυχθεί διατηρητέος. Η πλατεία Βικτωρίας υπήρξε το επίκεντρο της μεσοαστικής Αθήνας τη μεταπολεμική περίοδο. Οδηγήθηκε σε παρακμή από τη δεκαετία του 1980.» Από το βιβλίο «ΑΘΗΝΑ – Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία» των Θαν.Γιοχάλα – Τον. Καφετζάκη, Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Η πολύ καλή νουβέλα του πρωτοεμφανιζόμενου Γιάννη Τσίρμπα (Αθήνα,1976) με τίτλο, «Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ», (Εκδ. Νεφέλη, σελ.61) έχει ως επίκεντρο της,  την περιοχή της πλατείας Βικτωρίας στο κέντρο της Αθήνας, μια αστική συνοικία που παρακμάζει τις τελευταίες δεκαετίες και μέσω μιάς «συνομιλίας» και αναγκαστικής συνύπαρξης δύο αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων σε ένα τρένο θίγει θέματα όπως η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η βία. Κινούμενη σε δύο επίπεδα η νουβέλα του Τσίρμπα, εκτός της κεντρικής ιστορίας του τρένου,  στην αφήγηση σε δεύτερο επίπεδο, παρεμβάλλονται εγκιβωτισμένες, 5 «μαύρες» ιστορίες «καθημερινότητας» οι οποίες ενισχύουν την δυναμική της κεντρικής ιστορίας.

Οι δύο άγνωστοι του σύντομου ταξιδιού προς την Αθήνα θα παραμείνουν έτσι (άγνωστοι και ανώνυμοι) μέχρι το τέλος. Ο ένας θα μιλάει ακατάπαυστα με γλώσσα λαϊκή, «καφενειακή» θα την έλεγες, και ο άλλος θα ακούει χωρίς να σχολιάζει, χωρίς να ενίσταται μπροστά στις «κουλαμάρες» που ακούει. Σκέψεις που λέγονται φωναχτά, απόψεις ακραίες βγαίνουν από το στόμα του ομιλητή. Ένας οχετός ξενοφοβίας και ρατσισμού, για τους «ξένους», τους «άλλους» που έχουν εγκατασταθεί στους δρόμους γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, για τις πολυκατοικίες που είναι γεμάτες από αλλοεθνείς, για τον τρόπο που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους «εισβολείς», για τις δουλειές που έχουν χαθεί εξαιτίας τους. Απόψεις που ακούμε γύρω μας, το αυγό του φιδιού που έχει σκάσει και έχει δείξει το πρόσωπό του (και όχι μόνο). Ο ακροατής στέκεται αμήχανος (και ίσως ελαφρώς φοβισμένος αλλά κάπου γοητευμένος), μπροστά σ’αυτόν τον αηδιαστικό χείμαρρο. Το μόνο που καταφέρνει κάποια στιγμή να του πεί είναι ότι στην πραγματικότητα «πλατεία Βικτωρίας» δεν υπάρχει στα χαρτιά. Αυτό αρκεί βέβαια για να ταρακουνήσει πρόσκαιρα τον συνομιλητή του, ο οποίος αισθάνεται εκείνη τη στιγμή ότι χάνει την ταυτότητά του, αλλά συνεχίζει απτόητος. Κατά τα άλλα, ο ακροατής ανέχεται παθητικά με κάποια δυσφορία που εκδηλώνεται με κρυφές ματιές γύρω του, τις απόψεις του συνομιλητή του. Κοιτάζει το smartphone του για μηνύματα και ανυπομονεί να φθάσει σπίτι του στην ασφάλεια των τεσσάρων τοιχών του.

«Συνεχίζει ακάθεκτος. Συνεχίζω απτόητος να σβήνω τα σκουπίδια από το κινητό μου. /Κάλυψη Μυστηρίου/Σετ αποφλειωτών/Speed Dating Exclusive/Τεστ Αλλεργίας της Άνοιξης/Παγουράκι με Μοναδικό Design/
«Το άγαλμά μας ένα μάτσο κουτσουλιές και ορνιθοσκαλίσματα. Όλα τα λεφτά όμως είναι οι μουριές, ρε φίλε. Δυο σειρές μουριές σε κάθε πλευρά με κάνα δυάρι-τριάρι μέτρα απόσταση μεταξύ τους. Καταλαβαίνεις τι φυσικά γκολπόστ είναι αυτά; Ούτε να βάζεις πέτρες κάτω ούτε τίποτα. Παίζαμε μπάλα και είχαμε κανονικά τέρματα με ολόκληρους κορμούς για δοκάρια. Μπάλα με πατημένο κουτάκι κόκα κόλας. Αλλά τα δοκάρια, δοκάρια. Πες μου εσύ σε ποια πλατεία μπορούσες να βάλεις γκολ στο γάμα; Και πάνω από το συντριβάνι, δίπλα από την είσοδο του ηλεκτρικού ήταν γεμάτο τραπεζάκια. Καφετέριες. Οι πρώτοι μου καφέδες. Σαβόι, Μαξίμ. Το Σαβόι είναι Λε Παλμιέ και το Μαξίμ, Γκούντυς τώρα. Και ο Φλόκας στη γωνία, έκλεισε. Γκούντυς, ρε φίλε, και Έβερεστ και για να πας για κατούρημα, εγώ που είμαι ντόπιος, κάτοικος, πρέπει να αγοράσω κάτι υποχρεωτικά και μου δίνουνε κωδικό ρε για την πόρτα της τουαλέτας μαζί με την απόδειξη. Πιν για το κατούρημα, ρε φίλε. Γιατί πάνε όλοι οι κατρουλήδες και τα χέζουνε όλα τζαμπατζιλέ και αγανακτήσανε οι άνθρωποι και βάλανε πάσγουορντ στο βεσέ. Σου λέει, θέλεις να χέσεις, πάρε τουλάχιστον ένα τσίζμπεργκερ. Και αυτοί αντί να πάρουνε τσίζμπεργκερ χέζουνε μετά στο γκαζόν. Που να χέσεις αν δεν έχεις σπίτι κι αν δεν έχεις δίευρω για τσίζμπεργκερ; Και τα τραπεζάκια τα διώξανε. Για να ελευθερώσουνε την πλατεία, λέει. Και τώρα είναι εκεί οι μαύροι με τα σιντί και τις ζώνες και τις τσάντες. Βγαίνεις από το τρένο και πέφτεις γραμμή απάνω τους».»

Τα 5 επιμέρους κείμενα που συμπληρώνουν τη νουβέλα, έξυπνα κατανεμημένα διακόπτοντας την αφήγηση του τρένου, δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά αλλά εντάσσονται αρμονικά στο βιβλίο, ενισχύοντας την δυναμική του και τονίζοντας το κεντρικό του θέμα που είναι η (συνεχώς παρούσα) βία, η εξαθλίωση, η ανεργία, η ανέχεια. 2-3 από τις εγκιβωτισμένες ιστορίες του Τσίρμπα, είναι εξαιρετικές – «Ανάμεσα σε δείκτη και μέσο», «Η ευτυχία είναι σάντουιτς», «Άλλο ένα βράδυ» συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα της κεντρικής ιστορίας της νουβέλας.

Ο μονόλογος του "ΚΔΩΑ" αφηγητή είναι ανατριχιαστικός και προκαλεί συναισθήματα απέχθειας και οργής, από την άλλη ο παθητικός ακροατής δεν είναι τίποτε άλλο από την λογοτεχνική ενσάρκωση του μεσοαστού κάτοικου της πόλης, που τα βλέπει (ή αρνείται να τα δεί-αναλόγως...) όλα αυτά που γίνονται γύρω του, που τα ακούει αλλά επιλέγει (ή αναγκάζεται, αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση) να περιχαρακωθεί στο αυτιστικό του σύμπαν βρίσκοντας ασφάλεια στην οθόνη του κινητού του.

Η νουβέλα του Τσίρμπα, εξαιρετική και ρεαλιστικότατη απεικόνιση της σύγχρονης πραγματικότητας, καλοκουρδισμένη και με ωραίο αφηγηματικό ρυθμό σε μια γλώσσα πολύ ενδιαφέρουσα, συναρπάζει και προβληματίζει με τη θεματική της. Ο νέος συγγραφέας κερδίζει τις εντυπώσεις με την πρώτη του εμφάνιση κάνοντάς μας να ανυπομονούμε για την συνέχεια του έργου του.

_______________________________________________________________

Ακούστε την συνομιλία μου με τον Γ.Τσίρμπα στα πλαίσια της εκπομπής Booktalks@Amagi radio, στο podcast που ακολουθεί. Η συζήτηση λαμβάνει χώρα την δεύτερη ώρα της εκπομπής. Την πρώτη ώρα διαβάζουμε το κείμενο του Σ.Ντάγκερμαν  "Η ανάγκη μας γιαπαρηγοριά" και το ένθετο "Στη φωλιά του (βιβλιο)κούκου".



 



2 Comments:


At 21/1/14 23:22, Blogger ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ

Librofilo,
αν κατάλαβα όσα λες,
βλέπεις τη νουβέλα ως τη διαλεκτική συνάντηση ενός ρατσιστή
και ενός αδιάφορου, που ενοχλείται αλλά κάνει την πάπια;
Ενδιαφέρουσα ερμηνεία του κειμένου.
Πατριάρχης Φώτιος

 

At 22/1/14 19:20, Blogger Librofilo

Εν πολλοίς ναι, αν και ο ομιλητής δεν είναι ρατσιστής με την αυστηρή έννοια του όρου, αν ακούσεις την συζήτηση στο podcast, ο Τσίρμπας τον χαρακτηρίζει ως κλασσικό "καφενόβειο" τύπο ή απλοϊκό που σε σχετική ερώτηση θα απαντήσει ότι "δεν είναι ρατσιστής". Τον δε ακροατή ως "βολεμένου" αστού (ή τουλάχιστου "ελληνικού τύπου αστού") που φρικάρει αλλά το ξεπερνάει αμέσως σαν να βλέπει μια ταινία...Ακουσε τη συζήτηση και θα καταλάβεις την προσέγγισή μου.