Πέμπτη, Απριλίου 03, 2014
posted by Librofilo at Πέμπτη, Απριλίου 03, 2014 | Permalink
Το χάδι
"ΤΟ ΧΑΔΙ" του Αλέξανδρου Στεφανίδη (Πειραιάς,1962) - (Εκδ.Άγρα, σελ.62) δεν είναι από τα βιβλία που θα προσέξει κάποιος στην επίσκεψη του σε ένα βιβλιοπωλείο. Πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, μινιμαλιστικό εξώφυλλο, πολύ μικρό μέγεθος. Αν όμως το φυλλομετρήσεις (αφηρημένα έστω), και διαβάσεις μερικές παραγράφους, αμέσως καταλαβαίνεις την ποιότητα του βιβλίου. Τι είναι λοιπόν, "Το χάδι" που όποιος το διαβάζει συγκλονίζεται και το προτείνει αμέσως σε κάποιον άλλον; Είναι απλά 12 αυτοβιογραφικά διηγήματα ή όπως θεωρώ, μια νουβέλα σε μορφή αυτόνομων (αλλά όχι ανεξάρτητων) επεισοδίων από την ζωή ενός ανθρώπου; Το σίγουρο είναι ότι μιλάμε για καθαρή λογοτεχνία και βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματική αποκάλυψη.


Υπάρχει μια τάση (ή μια συγκυρία;) στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή τα τελευταία 2 χρόνια να εκδίδονται αυτοβιογραφικά έργα. Από την Α.Ζέη και τον Στ.Ζουμπουλάκη, στον Αύγουστο Κορτώ και τον Χ.Βλαβιανό, ετοιμάζεται και το καινούργιο του Χωμενίδη με (πολλά απ'ότι μαθαίνω) αυτοβιογραφικά στοιχεία. Υποθέτω ότι αυτού του είδους τα βιβλία ασκούν γοητεία, από την άλλη όμως (όπως έχω ξαναγράψει), είναι κι ένα είδος κλειδαρότρυπας σε μια ζωή, που φέρνει σε αμηχανία τον αναγνώστη. Ο Στεφανίδης παρ'ότι δεν έχει ξαναγράψει στη ζωή του (σχεδόν αδυνατείς να το πιστέψεις), αποφεύγει μαεστρικά αυτήν την παγίδα, υιοθετώντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση και αφηγούμενος γεγονότα άκρως συναισθηματικά, αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα, ως ψυχρός παρατηρητής, βάζοντας όμως σχεδόν σε κάθε σελίδα τις "σωστές" δόσεις συναισθήματος.

Ο ήρωας/αφηγητής ορφανεύει σε μικρή ηλικία από πατέρα και η μητέρα του, αποφασίζει να τον βάλει σε ορφανοτροφείο - μόνο αυτόν, και όχι τις αδερφές του. Θα μείνει στο ορφανοτροφείο δέκα περίπου χρόνια που θα σημαδέψουν τη ζωή του. Η έλλειψη του πατέρα, η διαρκώς απούσα μάνα, τα χρόνια στο ίδρυμα, η ζωή εκεί μέσα, τα βίαια περιστατικά, οι φιλίες και οι σπιουνιές, οι διαρκείς εξευτελισμοί, η αυστηρή και παράλογη πειθαρχία και τέλος ο θάνατος της μάνας χρόνια αργότερα. Όλα περνάνε και απεικονίζονται σαν σκηνές από φωτογραφίες ή από ταινία του Τριφό ("Τα 400 χτυπήματα"). Η φωνή του αφηγητή διηγείται με λιτότητα και ακρίβεια στις εκφράσεις αποφεύγοντας τις συναισθηματικές παγίδες, χαμηλότονα και σχεδόν ψιθυριστά τα στιγμιότυπα, τις ψηφίδες (τα σπαράγματα), μιας ζωής βασανισμένης και ταλαίπωρης.

Ο πατέρας που αποπειράται να δολοφονήσει (να σφάξει για την ακρίβεια) την μητέρα, καταδικάζεται σε πολυετή κάθειρξη, φυλακίζεται και σε μια άδεια ζητάει να δει τον μικρό γιό "όμως δεν έκανε να τον αγκαλιάσει. Η φυλακή τον στέγνωσε, έμεινε το φάντασμα του εαυτού του. Του μιλούσαν κι έκανε πως τους άκουγε, ενώ τα μάτια του - πάντα κόκκινα - ήταν καρφωμένα στον καθισμένο απέναντι γιό του, με τις παλάμες κάτω απ'τα πόδια ν'ακουμπάνε στην καρέκλα. Ύστερα από λίγο, ο πατέρας έβγαλε από την τσέπη ένα κέρμα. Ήταν ένα εικοσάδραχμο. Έτεινε το χέρι να του το δώσει. Δεν κουνήθηκε. Πάρ'το, είπε ο θείος του. Σηκώθηκε και με αργά βήματα στάθηκε σε απόσταση από τον πατέρα. Άπλωσε το χέρι, πήρε το νόμισμα και ξαναγύρισε στην θέση του. Πρόλαβε όμως να δεί τα μάτια του. Ήταν υγρά και σαν κάτι να ζητούσαν επίμονα. Συγχώρεση; Ίσως. Δεν ήξερε. Έπειτα, άκουσε τη φωνή του.
-Πείτε στη Βαγγελία να του δώσει τα πράγματά μου όταν πεθάνω. Το ρολόι και το δαχτυλίδι. Ξέρει εκείνη.
Πέθανε ύστερα από τρία χρόνια στο νοσοκομείο των φυλακών. Ειδοποίησε τη μάνα του μια γειτόνισσα από τη διπλανή αυλή:
-Βαγγελία, έ Βαγγελία! Ο Νίκος, Βαγγελία, ο Νίκος πέθανε, μου τό'πε η αδελφή του.
Η μάνα έκλεισε την μπαλκονόπορτα και κάθισε στην καρέκλα. Δεν είπε τίποτα, μόνο ξεστόμισε:
-Αχ, Παναγία μου!
Και δεν ξαναμίλησε γι'αυτό." ("Η συνάντηση")

Η ζωή στο ίδρυμα, ο βασανιστικός εγκλεισμός και η βίαιη μετατόπιση της καθημερινότητας ενός μικρού παιδιού που μετατρέπεται σε έναν αριθμό ("Το νούμερο"), η αξία που αποκτάει ένα ευτελές αντικείμενο όπως ένα τρανζιστοράκι ("Το ραδιοφωνάκι"), η μάνα που έρχεται να τον επισκεφτεί και τα παρακάλια του να τον πάρει μαζί της ("Το επισκεπτήριο")
"Δεν χρειαζόταν να φύγει από μπροστά το λεωφορείο, για να καταλάβει αν ήρθε Εκείνη.  Είχε πια μάθει και ξεχώριζε τη μάνα του μές στο πλήθος των επισκεπτών, από τα πόδια της: τα παπούτσια, τους αστραγάλους, το καλσόν, τις γάμπες. Προπάντων αυτές. Ήταν σχετικά κοντές σε σχήμα ανάποδου μπουκαλιού. Το καλσόν μπεζ ανοκτό και τα τακούνια των παπουτσιών τετράγωνα, να πατάνε καλά στο έδαφος. Την ξεχώριζε πάντα. Δεν έκανε ποτέ λάθος. Τα δευτερόλεπτα που μεσολαβούσαν από την αποβίβαση, ώσπου να φύγει το λεωφορείο για να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα του επισκέπτη, ήταν γι'αυτόν αιώνες. Δεν μπορούσε να περιμένει. Είχε εξασκήσει αυτή την ικανότητα, ώστε να τη φέρνει πιο γρήγορα κοντά του. Όλη την εβδομάδα μέτραγε τον χρόνο ανάποδα απ'αυτά τα δευτερόλεπτα."

Το καψώνι για μια μικροκλοπή, η ανακάλυψη του ενόχου και ο εξευτελισμός όχι μόνο εκείνου αλλά όλων των εγκλείστων ("Το καψώνι"), το καλά φυλαγμένο μεταλλικό κουτάκι γάλα με κακάο που χύνεται στο πάτωμα ("Το γαλατάκι"), η πρώτη αντίδραση μπροστά στην καταπίεση ("Η μελέτη"), η αγάπη για τα σαββατόβραδα και τον "σινεμά" και η "απόδραση" για να πάει να δεί μια ταινία ("Ο σινεμάς"), το ταξίδι με τη μάνα στην Τήνο για ένα τάμα και η διανυκτέρευση στην καμπίνα του ασυρματιστή-εραστή της μητέρας του και όσα επακολούθησαν σε ένα από τα συγκλονιστικότερα κομμάτια του βιβλίου ("Το τάμα"), η εκδρομή και η διανυκτέρευση στο σπίτι ενός (του μοναδικού ίσως) αληθινού φίλου που απέκτησε μέσα στο ίδρυμα και η σεξουαλική παρενόχληση που θα τελειώσει απότομα την έξοδο αλλά και η συνειδητοποίηση της δύναμης της φιλίας ("Ο φίλος"), η αλληλογραφία με φιλάνθρωπες αμερικανίδες κυρίες ("The letters") και τέλος το σπαρακτικό φινάλε που επιφυλάσσει το εκπληκτικό κείμενο με το οποίο κλείνει το βιβλίο και μαζί ο αποχαιρετισμός στο άψυχο πλέον σώμα της μητέρας που κείτεται στο φέρετρο.
"Τώρα κοιτούσε τη μάνα του μέσα στο φέρετρο να αποχωρεί. Να απομακρύνεται οριστικά. Ανεπίστροφα. Αν και αρχές καλοκαιριού, τον διαπέρασε μια παράξενη ψύχρα. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που ένιωσε τη ζεστασιά της στο σώμα του. Ήταν έξι χρονών και βρίσκονταν σε μια συγγενική επίσκεψη. Τον είχε όρθιο στην αγκαλιά της, ανάμεσα στα πόδια της, με την πλάτη γυρισμένη, και του δάγκωσε χαδιάρικα το αυτί. Ένιωσε την υγρασία των χειλιών της να τον πλημμυρίζει. Χρόνια κρατούσε ζωντανή τη μνήμη από το υγρό χάδι της." ("Έξοδος")

Το βιβλίο δεν θυμίζει καθόλου πρωτόλειο, το αντίθετο μάλιστα. Ξαφνιάζει ευχάριστα η ωριμότητα του καθαρά λογοτεχνικού ύφους, η επιμέλεια του κειμένου, η δουλειά που υπάρχει στο υπόβαθρο. Ο Στεφανίδης ελέγχει απόλυτα το υλικό του - θα μπορούσε να βγάλει ένα βιβλίο τουλάχιστον 400 σελίδων και εκείνος επιλέγει την απλότητα και την ακρίβεια στην έκφραση, την (σπάνια για νεοέλληνα συγγραφέα) υπαινικτικότητα. Το κινηματογραφικό στυλ με τα fade-out και τα voice-off εδώ μεταφέρονται στο χαρτί και λειτουργούν με θαυμαστό τρόπο.

Τελειώνεις το βιβλίο και θέλεις να το αρχίσεις πάλι από την αρχή, να ξαναπιάσεις το νήμα, να κατανοήσεις καλύτερα...Θα υπάρξει συνέχεια στην συγγραφική πορεία του Στεφανίδη; Ποιός ξέρει - δύσκολο πάντως να ξεφύγει από την ένταση και την δύναμη αυτού του μικρού "διαμαντιού". Το σίγουρο είναι ότι εμείς ως αναγνώστες, μόνο ευγνωμοσύνη μπορούμε να αισθανόμαστε για αυτήν την αλησμόνητη εμπειρία που μας χάρισε.







 



3 Comments:


At 4/4/14 22:39, Blogger Apis Mellifica

Καλησπέρα Librofilo, ακούγεται πολύ ενδιαφέρον - μια από τις περιπτώσεις όπου όσο περισσότερο καθαρό από συναίσθημα είναι ένα έργο εξ'ορισμού φορτισμένο , τόσο περισσότερο συγκλονίζει. Προσωπική οδύνη και λογοτεχνική ωριμότητα- ένα δύσκολο σύμπλεγμα, γνώριμο αλλά όχι αξιοζήλευτο. Ας ευχηθούμε καλή συνέχεια στον κ. Στεφανίδη , αντάξια μιας καλής αρχής.

 

At 7/4/14 18:17, Anonymous Ανώνυμος

Νομίζω υπερβάλλετε λίγο, με όλο το σεβασμό και την εντίμηση.

Το βιβλίο δεν είναι άσχημο αλλά απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως αποκάλυψη. Έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου (π.χ. άκρατη χρήση σημείων στίξης -κυρίως θαυμαστικών- προς τονισμό του σημαινόμενου, σχηματοποιημένους χαρακτήρες -οι ιθύνοντες στο ορφανοτροφείο είναι σχεδόν όλοι αρχετυπικές μορφές του κακού-, επίπεδη γλώσσα, απουσία προσωπικού στυλ γραφής, μονόχορδη αφήγηση).

Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να βγάλει ένα βιβλίο 400 σελίδων και αντ' αυτού επέλεξε την απλότητα των 62 σελίδων. Νομίζω πως η απλότητα (εγγενές χαρακτηριστικό της γραφής σε όλα τα διηγήματα και δεδομένου ότι είναι το πρώτο βιβλίο δεν υπάρχει περί του αντιθέτου διάψευση) προϋπήρχε της επιλογής (αν ήταν επιλογή) και δεν ήταν δυνατόν με αυτό το ύφος να γράψει 400 σελίδες - θα του έβγαινε η πίστη (το ίδιο και του αναγνώστη, φοβάμαι).

Όσο για την υπανικτικότητα (το περίφημο understatement, υποθέτω) έχω την εντύπωση πως πρέπει να τη διακρίνουμε από τη δωρικότητα των εκφραστικών μέσων ή/και την ελλειπτικότητα της αφήγησης. Διαφορετικά, η υπαινικτικότητα δεν νομίζω πως είναι "σπάνια για νεοέλληνα συγγραφέα". Αντιθέτως, μου φαίνεται πως είναι η κυρίαρχη τάση στο διήγημα ή στη μικρή φόρμα. Από τον Βαλτινό μέχρι τον Σωτήρη Δημητρίου και από Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο μέχρι τον Γιάννη Παλαβό.

Όμως θα συμφωνήσω πως το "Τάμα" είναι πολύ καλό και με διαφορά το καλύτερο δείγμα του βιβλίου.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία. Με εκτίμηση. Catrame.

 

At 10/4/14 19:43, Blogger Librofilo

Σας ευχαριστώ για τα σχόλια. Catrame, μπορεί να έχετε δίκιο αλλά το βιβλίο το προσέγγισα συναισθηματικά περισσότερο. Μπορεί σε βάθος χρόνου να αποδειχθεί αδύναμο κλπ, θα δούμε...Υπαινικτικότητα (ναι, το understatement) το έχουν οι περισσότεροι από αυτούς που αναφέρετε, έχω ένσταση με τον Δημητρίου ενώ ο Παλαβός είναι διαφορετική περίπτωση (προτιμώ τα διηγήματα του Παπαμάρκου) και βέβαια ο Παπαδηματρακό είναι μοναδικός.