Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014 | Permalink
Ο Καλός Κλέφτης
Το συναρπαστικό μυθιστόρημα, "Ο ΚΑΛΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ" ("The Good Thief"), (Εκδ.Πόλις, (ωραία) μετάφρ. Μ.Ζαχαριάδου, σελ.404) , της Αμερικανίδας συγγραφέως Hannah Tinti (Βοστώνη, 1972), κινείται στα όρια μεταξύ λογοτεχνίας για ενήλικες και λογοτεχνίας για εφήβους (ή νεανικής λογοτεχνίας), δηλαδή μέσα σ'αυτό το δυσδιάκριτο πλαίσιο που τοποθετείται ένα βιβλίο (συνήθως περιπέτειας) το οποίο μπορεί να διαβαστεί από ένα κοινό νεανικό που θέλει να προχωρήσει ένα στάδιο παραπέρα από τις "περιπέτειες του Χάρι Πότερ". Αυτή βέβαια είναι απλά μια διαπίστωση, χωρίς  να μειώνεται η αξία του ως βιβλίου.


Ο «Καλός κλέφτης»,πολυβραβευμένο και εντυπωσιακό ντεμπούτο στη μυθιστοριογραφία για την (περισσότερο γνωστή ως συγγραφέα διηγημάτων) συγγραφέα, με μια χορταστική ιστορία δράσης και συναισθημάτων, εξιστορεί τις περιπέτειες ενός μονόχειρα ορφανού, του δωδεκάχρονου Ρεν, ο οποίος αφέθηκε βρέφος σε ένα μοναστήρι της Νέας Αγγλίας στα μέσα του 19ου αιώνα. Στο μοναστήρι έρχονται από καιρού εις καιρόν διάφοροι έμποροι, άκληρες οικογένειες κλπ για να διαλέξουν ορφανά να υιοθετήσουν αλλά προς απογοήτευση του Ρεν, η απουσία του ενός χεριού αποτελεί ανασταλτικό στοιχείο για να μπορέσει να φύγει με αυτόν τον τρόπο από εκεί μέσα.

«Έρχονταν συχνά στο μοναστήρι άνδρες που ζητούσαν παιδιά. Άλλοτε τα ήθελαν για φτηνά εργατικά χέρια, άλλοτε ως καλή πράξη. Οι αδελφοί του Αγίου Αντωνίου έβαζαν τα ορφανά στη σειρά, και οι άνδρες περνούσαν από μπροστά τους και τα επιθεωρούσαν. Εύκολα καταλάβαινες τι ζητούσαν, ανάλογα με το που πήγαινε το μάτι τους. Συνήθως κοιτούσαν αγόρια σχεδόν δεκατεσσάρων χρονών, τα πιο μεγαλόσωμα, τα πιο άτακτα, τα πιο γεροδεμένα. Έπειτα το μάτι τους πήγαινε χαμηλά, σ’εκείνα που είχαν μόλις αρχίσει να μπουσουλάνε, στα δίχρονα που καλά καλά δεν περπατούσαν – όσα ήταν ακόμα άσπιλα και δροσερά. Κι έτσι απέμεναν τα ενδιάμεσα – εκείνα που είχαν χάσει τις μπούκλες και τη μωρουδιακή τους στρουμπουλάδα, αλλά δεν ήταν ακόμα αρκετά μεγάλα για να βοηθάνε. Τα παιδιά αυτά ήταν συνήθως κακότροπα και δεν είχαν να προσφέρουν παρά μόνο το άδειό τους στομάχι και μπόλικες ψείρες. Ένα τέτοιο παιδί ήταν κι ο Ρεν.
Δεν θυμόταν καμιά απαρχή – ούτε μητέρα ούτε πατέρα ούτε αδελφό ούτε αδελφή. Η ζωή του ήταν, πολύ απλά, εκεί, στο ορφανοτροφείο του Αγίου Αντωνίου, και οι μνήμες του ξεκινούσαν από τη μέση των πραγμάτων: η μυρωδιά των βρασμένων σεντονιών και της αλισίβας· η γεύση του νερουλού χυλού από βρώμη·  η αίσθηση του να πετάς ένα τούβλο πάνω στην πέτρα, να παρακολουθείς τα κόκκινα κομμάτια να τινάζονται, και μετά να χρησιμοποιείς τα θρύψαλα για να γράψεις στον τοίχο του μοναστηριού και να τρως χαστούκι γι’αυτό και να σε βάζουν να καθαρίσεις με ένα βρεγμένο, κρύο πανί.»

Η απουσία όμως του χεριού λειτουργεί και ως ένα θαυμάσιο κάλυμμα για να επιδίδεται το μικρό ορφανό σε κλοπές κάθε είδους με μεγάλη επιτυχία. Ωσπου μια μέρα, εμφανίζεται ένας ιδιόρρυθμος τύπος, ο Μπέντζαμιν Ναμπ, ο οποίος λέγοντας μια θεότρελη ιστορία παρουσιάζεται ως ο χαμένος του αδερφός και τον παίρνει μαζί του.

Γρήγορα ο Ρεν (καθώς διασχίζουν την ύπαιθρο της Μασαχουσέτης επιδιδόμενοι σε μικροκλοπές) αντιλαμβάνεται ότι ο Ναμπ, δεν έχει καμία σχέση μαζί του αλλά τον χρειάζεται για να βοηθάει αυτόν και τον συνεργάτη του στις κομπίνες που ετοιμάζουν – έχει δε ένα ταλέντο στην επινόηση και την κατασκευή της πιο απίστευτης ιστορίας και ένα τρόπο να γίνεται πιστευτός. Ο Ρεν εισάγεται σε ένα κόσμο μαγικό από τη μια, τελείως αβέβαιο όμως από την άλλη.

Σύντομα προτείνεται στους απατεώνες με τους οποίους είναι μαζί μια προσοδοφόρα αλλά και με μεγάλο βαθμό δυσκολίας κομπίνα, η οποία είναι αυτή της εκταφής νεκρών, προσφάτως θανόντων και η πώληση των πτωμάτων σε ένα γιατρό στην πόλη του Νορθ Άμπρετζ, μια πόλη που πριν χρόνια πέρασε μια μεγάλη τραγωδία και πλέον είναι γεμάτη χήρες και ορφανά και καταδυναστεύεται από τον ΜακΓκίντυ, που  έχει το μοναδικό εργοστάσιο της περιοχής και ο οποίος δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι τις δραστηριότητες των νεοφερμένων τυμβωρύχων, οι οποίοι διαπράττουν το μεγάλο λάθος να ξεθάψουν το πτώμα της αδερφής του μεταξύ άλλων.

Στη φαντεζί και ιδιαιτέρως υπερβολική σαν κινηματογραφική ταινία του Χόλιγουντ ιστορία της Τίντι, ο μικρός Ρεν έρχεται αντιμέτωπος με ένα νάνο που κατεβαίνει από μια καμινάδα, με ένα τύπο σαν το «Τέρας του Φρανκεστάιν» που ξεθάβουν και είναι ακόμα ζωντανός, με μια γρια σπιτονοικοκυρά που είναι κουφή, με μια σέξι κοπέλα με λαγόχειλο, με μαυροντυμένους καβαλάρηδες εκτελεστές, με σατανικούς γιατρούς που τρελαίνονται να τεμαχίζουν πτώματα, ενώ η παρέα των κομπιναδόρων, ο εφευρετικός Ναμπ και ο φίλος του ο Τομ δεν πάνε πίσω σε παλληκαριά αλλά και σε γκάφες. Η πινακοθήκη των χαρακτήρων της συγγραφέως, θυμίζει Ντίκενς, Τουέιν, Πόε, Ρ.Λ.Στήβενσον, ακόμα και Ρόουλινγκ, σε ένα μίγμα διασκεδαστικό μεν, αρκετά επιφανειακό δε. Προσωπικά με εντυπωσίασε περισσότερο η γραφή της συγγραφέως στις «ήρεμες» σκηνές (δείγμα του ταλέντου της),  παρά στις σελίδες που γίνεται ο κακός χαμός όσο προσεγμένες και να είναι αυτές.

Το μυθιστόρημα έχει ζωντάνια και δράση, είναι καλοκουρδισμένο και αποπνέει φρεσκάδα, χιούμορ ενώ εντυπωσιάζουν οι πολύ γρήγοροι ρυθμοί του (οι ανατροπές και το ιδιαίτερα ευρηματικό φινάλε),  καθώς και οι  αλησμόνητοι χαρακτήρες (κυρίως ο μικρός Ρεν είναι αφοπλιστικός), θα ήταν δε,  μια χαρά για κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά, ενώ μπορεί να διαβαστεί από κάθε είδους και γούστου αναγνώστη οπουδήποτε. Είναι ένα αξιόλογο «λαϊκό» ανάγνωσμα χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις (και αν το προσεγγίσει κανείς έτσι θα το απολαύσει), που βαδίζει στα πλαίσια του καλού περιπετειώδους μυθιστορήματος για το ευρύ κοινό που είναι πάντα καλοδεχούμενο και αναγκαίο για τις απαραίτητες αναγνωστικές ανάσες.