Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014 | Permalink
"It was the best of times, it was the worst of times"
Πριν από πολλά χρόνια (περίπου μια 15ετία) είχα διαβάσει τον "Λυτρωτή πόνο", το πρώτο μυθιστόρημα του (παντελώς άγνωστού μου τότε) Βρετανού συγγραφέα Andrew Miller (Μπρίστολ, 1960), το οποίο θεωρώ αριστούργημα και δεν δίσταζα να συστήνω σε κάθε ευκαιρία. Τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα που βγήκαν στα ελληνικά δεν ήταν του ίδιου επιπέδου, αλλά τώρα με το τελευταίο του ιστορικό μυθιστόρημα "ΟΙ ΑΓΝΟΙ" ("Pure"), (Εκδ. Μεταίχμιο, (ωραία) μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ. 395), ο Μίλερ επανέρχεται με ένα εξαιρετικό βιβλίο που, σε "αιχμαλωτίζει" με την ατμόσφαιρα που δημιουργεί, την καλοκουρδισμένη αφήγηση και την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, που μπορεί να μην "απογειώνεται" αλλά δεν παύει να είναι αφοπλιστική.

Βρισκόμαστε στο 1785 και η Γαλλία ζει τα τελευταία ανέμελά της χρόνια πριν την σαρωτική επανάσταση. Η πρώτη μεγάλη δουλειά του νεαρού επαρχιώτη Μηχανικού, Ζαν-Μπατίστ Μπαράτ δεν είναι από τις πιο συνηθισμένες και ελκυστικές που μπορεί να ακούσει κανείς. Ο Υπουργός του Βασιλιά Λουδοβίκου 16ου του αναθέτει μια αποστολή που θα του αλλάξει τη ζωή. Να ανασκάψει το κοιμητήριο των "Αγίων Αθώων Νηπίων" που βρίσκεται στο κέντρο του Παρισιού δίπλα από την αγορά των Αλ.


"Κανείς δεν θυμάται πια από πότε καταπίνει τα πτώματα του Παρισιού. Πάει πίσω στις μέρες της αρχαιότητας, τότε που η πόλη δεν εκτεινόταν πολύ πέρα από τα νησιά του Σηκουάνα. Εκείνο τον καιρό πρέπει να ήταν υποφερτό. Ένα κομμάτι γης χωρίς τίποτα γύρω του ή με ελάχιστα πράγματα. Η πόλη όμως απλώθηκε. Το αγκάλιασε η πόλη. Χτίστηκε μια εκκλησία. Χτίστηκε τοίχος γύρω από τον χώρο ταφής. Κι έξω από το τοίχο, σπίτια, μαγαζιά, καπηλειά. Όλα τα της ζωής. Το κοιμητήριο έγινε ξακουστό, διάσημο, τόπος προσκυνήματος. Η Μητέρα Εκκλησία πλούτισε από τα τέλη της ταφής. Τόσα για να ταφείς μέσα στον ναό, κάτι λιγότερο για τις στοές απέξω. Οι λάκκοι ήταν φυσικά δωρεάν. Δεν μπορείς να ζητήσεις να πληρώσει κάποιος για να στοιβαχτεί η σορός του πάνω από άλλες σαν να ήταν μια φέτα μπέικον.
Μου λένε ότι σε ένα μόνο ξέσπασμα της πανούκλας θάφτηκαν στο κοιμητήριο των Νηπίων πενήντα χιλιάδες πτώματα μέσα σε λιγότερο από μήνα. Κι αυτό συνεχίστηκε, το ένα πτώμα διαδεχόταν το άλλο, με τα κάρα να σχηματίζουν ουρά στην οδό Σαιν-Ντενί. Μέχρι και νύχτα τους έθαβαν με το φως των δαυλών. Το ένα πτώμα μετά το άλλο. Ανυπολόγιστος αριθμός. Μέγα πλήθος στοιβάχτηκε σε μια σταλιά έδαφος που δεν ήταν μεγαλύτερο από πατατοχώραφο. Κανένας ωστόσο δεν φάνηκε να ενοχλείται. Δεν υπήρξαν διαμαρτυρίες ούτε εκδηλώσεις δυσφορίας. Μπορεί μέχρι και να τους φαινόταν φυσιολογικό. Ώσπου, πριν απο μια γενιά περίπου, αρχίσαμε να γινόμαστε παραλήπτες παραπόνων. Μερικοί από τους περιοίκους άρχισαν να θεωρούν δυσάρεστη τη γειτνίαση με το κοιμητήριο. Τα τρόφιμα δεν διατηρούνταν. Τα κεριά έσβηναν σαν να τα είχαν πιάσει αόρατα δάχτυλα. Άνθρωποι που κατέβαιναν το πρωί τα σκαλοπάτια του σπιτιού τους λιποθυμούσαν. Σημειώθηκαν και κάποιες ανωμαλίες ηθικής φύσεως εκ μέρους νεαρών κυρίως ατόμων, νέων αντρών και γυναικών που μέχρι τότε διήγαν βίο άμεμπτο..."

Όπως έγραφε ο Ντίκενς, "είναι οι χειρότεροι καιροί, είναι οι καλύτεροι καιροί". Ο Ζαν-Μπατίστ αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες αλλά βλέπει την τεράστια προοπτική, οικονομική και επαγγελματική που ανοίγεται μπροστά του. Εμποτισμένος με τις ιδέες του Βολταίρου και του κινήματος των Διαφωτιστών, είναι ένας άνθρωπος της "Νέας Εποχής" - σκέφτεται (μέσα στην ανασφάλεια που τον κυριεύει), ότι του δίνεται η ευκαιρία να υλοποιήσει μερικά από τα ουτοπικά σχέδια που είχε στο μυαλό του. Το εγχείρημα πάντως αποδεικνύεται σχεδόν ακατόρθωτο. Στην αρχή κινείται με μυστικότητα για να μη σοκάρει τους κατοίκους της περιοχής, σχετίζεται φιλικά με τον οργανίστα της εκκλησίας, τον Αρμάν, ο οποίος τον εισάγει σε ένα κόσμο διασκέδασης και ανεμελιάς από τη μια, πολιτικοποίησης από την άλλη καθώς τον παίρνει μαζί του σε μια νυχτερινή βόλτα αναγραφής αντι-βασιλικών συνθημάτων στους τοίχους των σπιτιών της συνοικίας. Του δίνουν δε το ψευδώνυμο "Ο Τσάπας" που εμφανίζεται από τότε συχνά-πυκνά στα ανατρεπτικά συνθήματα χωρίς εκείνος να έχει σχέση, δημιουργώντας έναν θρύλο γύρω από το ποιός πραγματικά είναι.

Καθώς τα σχέδια προχωράνε, ο Ζαν-Μπατίστ, εκμεταλλευόμενος την αδερφική του φιλία με τον Λεκέρ που είναι εργοδηγός στα ανθρακωρυχεία της Βαλανσιέν, φέρνει εργάτες από εκεί (που θεωρείται ότι έχουν συνηθίσει σε απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες), να κάνουν τη βρώμικη δουλειά της εκσκαφής των λειψάνων και της πλήρους ισοπέδωσης της περιοχής. Την μεγαλύτερη όμως αντίδραση στα σχέδιά του, ο Μηχανικός την αντιμετωπίζει μέσα στο σπίτι που τον φιλοξενεί, όταν η νεαρή κόρη της οικογένειας Μονάρ, η ωραιότατη και ελαφρώς αλαφροΐσκιωτη Ζιγκέτ, του επιτίθεται στον ύπνο του, και τον τραυματίζει σοβαρά στο κεφάλι, από το θανάσιμο τραύμα θα τον σώσει ο γιατρός Γκιγιοτέν, ο οποίος βρίσκεται καθημερινά στον χώρο εργασιών και περισυλλέγει οστά (και το όνομα του οποίου θα μείνει στην ιστορία λόγω της γνωστής λαιμητόμου). Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα ζόφου, τους εργάτες που σπάνε σιγά-σιγά ή αρρωσταίνουν από τις αναθυμιάσεις, τα ατυχήματα, τον Λεκέρ που τρελαίνεται μην αντέχοντας τις συνθήκες, τον Ζαν-Μπατίστ θα τον σώσει ο έρωτας για την ιδιόρρυθμη και φανατική αναγνώστρια, πόρνη της περιοχής, την Ελοΐζ, η οποία θα δεχτεί προς έκπληξη των πάντων να συγκατοικήσει μαζί του.

"Οι Αγνοί" είναι ένα πολύ ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα με στοιχεία ιστορικά αλλά και θριλερίστικη κατασκευή. Ο νεαρός μηχανικός που θεωρεί τον εαυτό του σκεπτόμενο και μοντέρνο, οπαδός του Βολταίρου και του Ντιντερό βλέπει την αποστολή του ως ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του, να βοηθήσει την πόλη να μπει σε μια νέα εποχή - βγαίνει από τον κόσμο των βιβλίων, αλλά παρασύρεται από την δύσκολη καθημερινότητα και βυθίζεται σε μια κόλαση, αρχίζει να συναναστρέφεται "κάθε καρυδιάς, καρύδι" και να βλέπει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι και όχι όπως εκείνος τον είχε φανταστεί.

Ο συγγραφέας ασχολείται περισσότερο με την αγωνία του άγνωστου και τη ζοφερότητα των ευρημάτων, τις προκαταλήψεις και τους φόβους του απλού ανθρώπου μπροστά στον θάνατο και στο σκοτάδι. Μια σπουδή πάνω στο θάνατο και πως αυτός επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων. Με φανερούς συμβολισμούς (ακόμα και στην επιλογή των ονομάτων των κεντρικών χαρακτήρων), να υπάρχουν στις σελίδες της αφήγησης που ακολουθεί έναν υπνωτιστικό ρυθμό τονίζει τη διαφορά φωτός και σκότους, παλαιάς και νέας εποχής που έρχεται και δεν μπορεί να την ανακόψει κανείς. Ο Ζαν-Μπατίστ είναι ένας άνθρωπος ήπιος και μειλίχιος που φέρει τις νέες ιδέες, οραματίζεται πράγματα και καταστάσεις που έρχονται σε αντίθεση με τον κόσμο της περιοχής που έχει προσδώσει στο παλιό νεκροταφείο μεταφυσικές διαστάσεις.


Βιασμοί, αυτοκτονίες, επιθέσεις, λογομαχίες περιγράφονται πολύ ζωντανά από τον Μίλερ. Το Παρίσι του είναι αρκετά διαφορετικό από αυτό που περιγράφει ο Ντίκενς στην περίφημη "Ιστορία δύο πόλεων", ενώ ο ίδιος σοφά ποιών δεν τοποθετεί κανέναν συμπατριώτη του στην ιστορία που αφηγείται. Εκεί όμως που το βιβλίο (που θα μπορούσες να το πεις και "μυθιστόρημα μαθητείας") πάει να απογειωθεί, σαν κάτι να το κρατάει κάτω στο έδαφος και τα γεγονότα μένουν μετέωρα, μαζί και οι αναγνωστικές απορίες.

Κυριαρχεί και εντυπωσιάζει η εκπληκτική ατμόσφαιρα, οι μυρωδιές (ένας από τους λόγους που μάλλον συγκρίνεται με το "Άρωμα" του Ζίσκιντ), οι ζωντανοί διάλογοι και το φιλοσοφικό υπόβαθρο σε ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα που είναι κάτι περισσότερο από ιστορικό και κάτι λιγότερο (απ'ότι ίσως θα ήθελε) από πολιτικό που απέσπασε το βραβείο Costa του 2011.