Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014 | Permalink
Ο μαύρος άγγελος και η μαγεία του Ταμπούκι
«Οι αναμνήσεις όταν είναι μακρινές, μοιάζουν με φαντασία. Με όνειρο»

Η μνήμη, η συνείδηση, τα φαντάσματα του παρελθόντος, οι ενοχές, οι επιθυμίες που δεν υλοποιήθηκαν, οι γυναίκες που πέρασαν, η σχετικότητα των πραγμάτων, η σημασία των κινήσεων, των χειρονομιών, τα λάθη που κάναμε. Με αυτά τα θέματα που ήξερε να τα χειρίζεται τόσο καλά (και απασχόλησαν το μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού του έργου) ασχολείται ο μεγάλος Ιταλός συγγραφέας, Antonio Tabucchi (Πίζα 1943-Λισαβόνα 2012) στην θαυμάσια τελευταία συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο «ΜΑΥΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ» (L’angelo nero), (Εκδ. Άγρα, μετάφρ. Α.Χρυσοστομίδης, σελ.197).

Ο «Μαύρος Άγγελος» (με το υπέροχο εξώφυλλο-μια φωτογραφία των Robert and Shana ParkeHarrison), είναι μια συλλογή 6 ολιγοσέλιδων διηγημάτων-κομψοτεχνημάτων, στα οποία το παρελθόν έχει ιδιαίτερα έντονη παρουσία και όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο της συλλογής: «Το παρελθόν  επιστρέφει και χτυπάει την πόρτα μας, γεμάτο αυθάδεια, ερωτήματα, υπαινιγμούς. Συχνά έχει ένα χαμόγελο στα χείλη αλλά δεν πρέπει να το εμπιστευόμαστε, είναι ένα απατηλό χαμόγελο. Στο μεταξύ εμείς ζούμε ή γράφουμε, πράγμα που είναι ένα και το αυτό σε τούτη τη ψευδαίσθηση που κινεί τα βήματά μας.»

Οι ιστορίες του βιβλίου (με τους ιδιαίτερα πρωτότυπους τίτλους τους), είναι στην ουσία μικρά στιγμιότυπα της ζωής των χαρακτήρων που τις απαρτίζουν. Χωρίς πολλούς διαλόγους ή μεγάλες περιγραφές των τόπων, ο συγγραφέας στέκεται στην απεικόνιση σκηνών ή στιγμών του παρελθόντος αναμεμιγμένων με υπερφυσικά στοιχεία του φαντασιακού. Όλοι οι ήρωες των ιστοριών είναι άνθρωποι μόνοι ή μοναχικοί οπότε σημασία εδώ δεν έχει η πλοκή ή τα γεγονότα, αλλά τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις που ζωντανεύουν είτε με τη μορφή περιστατικών, είτε με τη μορφή «φαντασμάτων».

«Όλη η γραφή είναι ένα αμάρτημα κατά του εαυτού μας, καταλαβαίνετε; , όλη μου τη ζωή θυσιάστηκα, θυσίασα τον εαυτό μου, αμάρτησα ενάντια στον εαυτό μου.»

Στην πρώτη ιστορία, «Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις από  τι», ένας συγγραφέας περιπλανιέται στους στενούς δρόμους της παλιάς πόλης της Πίζας, αναζητώντας την έμπνευση μέσα από σκόρπιες φράσεις που «πιάνει» στον αέρα, κουβέντες τυχαίες, οι οποίες τον οδηγούν σε αναμνήσεις, σε κομμάτια του παρελθόντος του – κραυγές, αναφιλητά, ο αέρας που περνάει μέσα από τα σπίτι, φράσεις που μένουν μισές-ανολοκλήρωτες. «Η δυστυχία είναι μια μορφή φόβου» (είναι μια χαρακτηριστική φράση του διηγήματος), και τα πρόσωπα της ζωής σου ξανάρχονται να σε βασανίσουν.

Η δεύτερη ιστορία «Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση», εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ταραγμένης νύχτας στη Πορτογαλία της δικτατορικής κυβέρνησης του Σαλαζάρ, όταν μια φιλική γιορτή στο σπίτι ενός ηλικιωμένου, διάσημου ποιητή,  για την έκδοση ενός νέου βιβλίου, γεμάτη ποίηση και τον έρωτα να διαχέει την ατμόσφαιρα, καταλήγει σε μια εφιαλτική βραδιά.

Στο τρίτο διήγημα, «Το νανούρισμα», μια κριτικός λογοτεχνίας ταξιδεύει σε μια πόλη του Βορρά (μάλλον στη Πορτογαλία) να δώσει μια διάλεξη για τον Σελίν, καλεσμένη από μια ακροδεξιά οργάνωση. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, και μεταξύ αργοπορημένων ανταποκρίσεων των τρένων, ανασκαλίζει το παρελθόν της, μια αποτυχημένη σχέση της που την οδήγησε όμως (με μια μικρή παγαποντιά), στην επαγγελματική της αποκατάσταση και στη συνειδητοποίηση της αφόρητης μοναξιάς της. Η γνωριμία της με έναν ηλικιωμένο αλλά ενδιαφέροντα άνθρωπο στον σταθμό του τρένου, θα τη φέρει αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της και την συνείδησή της που εκδηλώνεται με την εικόνα στον καθρέφτη του δωματίου με την εικόνα ενός αγγέλου με τη μορφή ενός μικρού κοριτσιού.

Στο επόμενο διήγημα, «Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο;», έχουμε ένα ανακριτικό σκηνικό, όπου ένας ντυμένος στα γαλάζια κύριος, ανακρίνει έναν κύριο με γκρίζα μαλλιά στον οποίο δίνει το όνομα «Πεταλούδας» σχετικά με τη δολοφονία ενός προξένου. Η ανάκριση ακολουθεί τη «μαιευτική μέθοδο» και καθώς προχωράει αντιλαμβανόμαστε ότι τα πιο σκοτεινά κομμάτια της συνείδησης του γκριζομάλλη κυρίου βγαίνουν στην επιφάνεια.

«Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μού θυμίζει τη ζωή σου.»

Στο «Άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια» έχουμε τις αναμνήσεις ενός γηραιού διάσημου ποιητή, λίγο πριν το τέλος του βίου του, να γεμίζουν τις μέρες του. Γυναίκες του παρελθόντος, μορφές που σημάδεψαν τη ζωή του, ζωντανεύουν και γεμίζουν τις μέρες του. Μια νεαρή Αμερικάνα, δείχνει να ενδιαφέρεται για το ήδη ξεχασμένο έργο του και τον επισκέπτεται, δίνοντας κάποιο ενδιαφέρον στη ζωή του. Στο πρόσωπό της βλέπει μια γυναίκα που ερωτεύτηκε τη δεκαετία του ’30, ίσως και όλες τις γυναίκες που ερωτεύτηκε. Θα φάνε μαζί, πέστροφα και θα την φλερτάρει, θα την κοροιδέψει, θα την μαγέψει, θα της πει ψέμματα.

Η συλλογή κλείνει με την «Πρωτοχρονιά», το καλύτερο και εκτενέστερο διήγημα, που αποτελούσε μέρος ενός μυθιστορήματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου). Ο ήρωας είναι ένα δεκάχρονο παιδί, που ο πατέρας του εκτελέστηκε από τους παρτιζάνους στο Σαλό, όπου είχε διαφύγει ο Μουσολίνι με τους οπαδούς του μετά τη πτώση του. Ο μικρός ανήμπορος να κατανοήσει την πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τη φαντασία του να τον ταξιδέψει σε μακρινούς τόπους με οδηγό τον Πλοίαρχο Νέμο του Ιουλίου Βερν, ενώ οι οικογενειακές φιγούρες στα μάτια του λαμβάνουν εξωπραγματικές διαστάσεις. Η φρικτή και αβάσταχτη πραγματικότητα, εναλλάσσεται με τη δημιουργική και αχαλίνωτη φαντασία του παιδιού δημιουργώντας μια gothic ατμόσφαιρα, όπου τα αντικείμενα παίρνουν άλλες διαστάσεις, και όπου οι εικόνες του παρελθόντος, οι φωνές, οι φράσεις επανέρχονται συνεχώς.

«Άφησε το βιβλίο ανοιχτό πάνω στην κουβέρτα και άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο ταβάνι. Η βροχή είχε πάψει να χτυπά τα τζάμια, ακουγόταν μονάχα το ρυθμικό στάξιμο της υδρορροής πάνω στο λαδοπίθαρο της βεράντας.
Από την παλίρροια των αναμνήσεων, την οποία προηγουμένως είχε αναχαιτίσει με δυσκολία με τον τοίχο της ανάγνωσης, ξεχύθηκε μια βίαιη μυρωδιά γιασεμιού. Ήταν το άρωμα ενός καλοκαιριού στο οποίο είχε μάθει ότι τα τζιτζίκια τερετίζουν και ότι ο Θεός βρίσκεται στον ουρανό, στη γη, παντού.»


Οι ιστορίες του βιβλίου διαφέρουν σε θεματική, δεν συνδέονται μεταξύ τους αλλά έχουν κοινό ύφος και ατμόσφαιρα. Ακόμα και η φαινομενικά παράταιρη "Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας κλπ" να δείχνει ότι δεν ταιριάζει στη συλλογή, το ύφος της όμως και η αποπνικτική αίσθηση που αποπνέει "κολλάει" με τα υπόλοιπα διηγήματα αρμονικά. Γενικότερα η επιρροή του Πεσόα είναι εμφανής στο ύφος των ιστοριών αυτού του τόμου ίσως περισσότερο από ποτέ - εξάλλου ο Ταμπούκι ποτέ δεν έκρυψε τον θαυμασμό προς και την επίδραση από τον μεγάλο Πορτογάλο.

Ξαναδιαβάζοντας, μετά από αρκετά χρόνια τον Ταμπούκι, έναν από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους συγγραφείς του 20ου αιώνα, ένιωσα πάλι να βυθίζομαι στη μαγεία της γλώσσας, της "κομψότητας" της γραφής του και του απαράμιλλου ύφους του, στα παιχνίδια της μνήμης και του χρόνου που διαπερνούν ολόκληρο το έργο του (που ευτυχώς έχει πολυμεταφραστεί υπέροχα στη χώρα μας). Η ανάγνωση ενός βιβλίου σαν τον "Μαύρο Άγγελο" αποτελεί μια ανάσα, μια λογοτεχνική όαση στη μαζικότητα της βιβλιοπαραγωγής και των συγγραφέων που μοιάζουν τόσο μεταξύ τους ώστε να μη μπορείς να ξεχωρίσεις τον ένα από τον άλλον. Είναι πραγματική απόλαυση να μπορείς από καιρού εις καιρόν να ξανανιώθεις την ηδονή της λογοτεχνικής μαγείας που μόνο συγγραφείς τέτοιου επιπέδου μπορούν να σου προσφέρουν.









 



3 Comments:


At 17/11/14 20:50, Blogger NO14ME

Καιρός ήταν να επανακυκλοφορήσει η υπέροχη αυτή συλλογή και ειδικότερα σε μετάφραση Ανταίου. Προσυπογράφω ;)

 

At 24/11/14 01:40, Blogger Apis Mellifica

Ωραίο ακούγεται αγαπητέ Librofilo- καθηλωτικό περισσότερο, όχι δραματικό.

 

At 24/11/14 19:54, Blogger Librofilo

@Apis> Είναι πολύ καλό, το συνιστώ ανεπιφύλακτα!