Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 09, 2014 | Permalink
Αόρατος
Ο σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας Paul Auster (New Jersey,1947), δεν έχει γράψει μόνο εξαιρετικά βιβλία, έχει κι αυτός τις αποτυχίες του, με ορισμένα μέτρια (για τα δικά του στάνταρντς) έργα, ενώ υπήρχε η αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια δεν ήταν και τα πιο δημιουργικά του. Έρχεται όμως πριν από μερικά χρόνια (το 2009) με την έκδοση του εκπληκτικού μυθιστορήματός του,  «ΑΟΡΑΤΟΣ» («Invisible»), (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Σπ. Γιανναράς, σελ.308), να μας εκπλήξει ευχάριστα παραδίδοντας ένα από τα καλύτερά του βιβλία (για ορισμένους ξένους κριτικούς, ίσως το καλύτερό του), ένα εξαιρετικό και ως συνήθως σαγηνευτικό παιχνίδι μεταξύ ψέματος και αλήθειας, πραγματικότητας και φαντασίας.
 Με το γνώριμο αφηγηματικό του στυλ ο Ώστερ - που όμως εδώ κάνει μια στροφή  (αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τους πολλούς γρίφους),  σε κάτι που παραμένει  μεταμοντέρνο αλλά καθόλου εσωστρεφές και με πολλές επιρροές από την κλασσικότροπη αφήγηση ύφος -  στα βιβλία του, συνηθίζει να εγκιβωτίζει ιστορίες μέσα στις ιστορίες, το μυστήριο να διαχέεται ακόμα και στην απλή καθημερινότητα σαν να παραμονεύει κάτι στο υπόβαθρο.

Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο ουσιαστικά σε τρία μέρη. Το τέταρτο όμως ολιγοσέλιδο που κλείνει το βιβλίο (και ανατρέπει κατά κάποιο τρόπο τα δεδομένα), είναι σίγουρα  το καθοριστικότερο.
Αφηγητής και ήρωας της ιστορίας είναι ο Άνταμ Γουόκερ, ο οποίος το 1967 που ξεκινάει την ιστορία του, είναι ένας 20άχρονος φοιτητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Ν.Υόρκης, ο οποίος έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες, γράφει ποιήματα και είναι ακαταμάχητα όμορφος. Σε ένα πάρτι συναντάει έναν αινιγματικό τύπο, τον Γάλλο Μπορν, ο οποίος είναι εκεί με την όμορφη και σιωπηλή Μαργκό. Ο Μπορν του συστήνεται ως καθηγητής Πολιτικής επιστήμης, στο Κολούμπια, δείχνει να ενδιαφέρεται για εκείνον και όταν μετά από λίγες μέρες ξαναβρισκονται τυχαία(;) σε κάποιο μπαρ, του προτείνει να αναλάβει τη διεύθυνση ενός λογοτεχνικού περιοδικού που θα ήθελε να εκδώσει, για να το συζητήσουν δε, τον καλεί στο διαμέρισμά του, για δείπνο. Στο δείπνο καθώς συμφωνούν για το περιοδικό, ο Γουόκερ από τη μία αντιλαμβάνεται μια προσπάθεια του Μπορν να τον φέρει πιο κοντά στη Μαργκό και από την άλλη, διαπιστώνει έκπληκτος, ότι ο Μπορν ήδη γνωρίζει πολλά για τη ζωή του, ενώ οι ιδέες του είναι ιδιαίτερα συντηρητικές και οπισθοδρομικές – του εξομολογείται δε ότι ανέκρινε Άραβες στην Αλγερία υπηρετώντας εκεί.

Ο Γουόκερ νιώθει ότι βυθίζεται σε μια ιδιόμορφη σχέση εξάρτησης από τη μια και σεξουαλικής έντασης από την άλλη. Γνωρίζοντας όμως με τον χρόνο, περισσότερο τον Μπορν, θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας που αυτός διαπράττει χωρίς δισταγμό και με άψογο επαγγελματισμό. Τότε αντιλαμβάνεται ότι έχει μπλέξει σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος που μόνο η φυγή του μακριά, θα τον βγάλει από εκεί. Θα μεταβεί στο Παρίσι για να ξεφύγει αλλά κι εκεί, όλως τυχαίως (;) ο Μπορν είναι μπροστά του και ο εφιάλτης θα συνεχιστεί με απρόβλεπτες συνέπειες.

«Ο κόσμος είναι αδύνατον να αμφισβητηθεί: είναι ορατός.
Και καθώς είναι αμετάκλητος

Είναι κι ακατανόητος, και αυτό το θεωρώ θανατηφόρο.»

Το βιβλίο διατρέχει μια περίοδο 40 χρόνων. Από το 1967 έως το 2007 και στα τρία μέρη, η αφήγηση εναλάσσεται από πρωτοπρόσωπη στο πρώτο μέρος, σε δευτεροπρόσωπη στο δεύτερο μέρος και τριτοπρόσωπη στο τρίτο μέρος. Τα μπρος πίσω στον χρόνο είναι συνεχή και η δράση μεταφέρεται από τη Ν.Υόρκη των φοιτητικών ταραχών και των αντιπολεμικών διαδηλώσεων για το Βιέτνάμ, στο Παρίσι των ατέρμονων συζητήσεων και του ερωτικού παιχνιδιού, στο Λονδίνο, στην Καλιφόρνια για να ολοκληρωθεί στην Καραϊβική. Ο Γουόκερ, είναι ένας σπαρακτικός (και ολοζώντανος) χαρακτήρας που από ποιητής και λογοτεχνίζων νεαρός, μετατρέπεται σε ένα μαχητικό δικηγόρο με το φάντασμα του Μπορν να έχει στοιχειώσει τη ζωή του.

Στα γεγονότα της ζωής του Γουόκερ εμπλέκονται, η σχέση του με την (επίσης πανέμορφη σαν κι αυτόν) αδερφή του Γκουίν, με τους γονείς του, με μια μητέρα και μια κόρη στο Παρίσι και με έναν διάσημο συγγραφέα (alter ego του Auster), ο οποίος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος στην ιστορία. Όλα αυτά μέσα σε ένα γαϊτανάκι ίντριγκας και μυστηρίου, αλήθειας και ψέμματος, φαντασίας και πραγματικότητας, του τι ακριβώς έχει γίνει. Ο Ώστερ παρασύρει τον αναγνώστη του σε ένα λαβύρινθο, με συνεχείς παρακάμψεις και παγίδες, οι οποίες όμως αντί να κουράζουν και να μπερδεύουν επιτείνουν την αγωνία και το ενδιαφέρον.

Που είναι όμως η αλήθεια και πού το ψέμα, σ’αυτό το διανοητικό ταξίδι που μας επιφυλάσσει ο συγγραφέας; Λέει αλήθεια ο Γουόκερ για τον Μπορν; Ποια ήταν η πραγματική του σχέση με την Γκουίν, την αδερφή του, η οποία αρνείται τα σοκαριστικά γεγονότα που αφηγείται ο αδερφός της; Ποιος ήταν ο Μπορν; Και τέλος ποιος ακριβώς ήταν ο Γουόκερ; Το τελευταίο μέρος του βιβλίου, όπου την αφήγηση αναλαμβάνει μέσω μια επιστολής η Σεσίλ Ζουέν (που γνώρισε τον Γουόκερ στο Παρίσι), δίνει μια άλλη διάσταση στην ιστορία αφού η Σεσίλ δεν μιλάει για τον Γουόκερ αλλά για τον Μπορν μεταθέτοντας το κέντρο βάρους της ιστορίας (και ουσιαστικά ανατρέποντάς την).

Ο «Αόρατος» είναι ένα βιβλίο που μιλάει για την απώλεια, τον έρωτα, τον θάνατο, τις σχέσεις, τα όνειρα και τις ελπίδες, την εξουσία, την αναζήτηση ταυτότητας. Πάνω απ’όλα όμως μιλάει για την μνήμη και πόσο σχετική είναι. Εξάλλου όλα είναι σχετικά στο μυθιστόρημα αυτό και μπορούμε να πούμε ότι ο αναγνώστης ποτέ δεν είναι βέβαιος για το που ακριβώς πατάει, αλλά μήπως αυτό το διανοητικό παιχνίδι δεν συνιστά και την μεγάλη γοητεία στο συνολικό έργο του Ώστερ; Εδώ όμως έχουμε και μια ανατροπή:  Η απλότητα στην αφήγηση είναι μια στροφή στο έργο του συγγραφέα, ο οποίος περιορίζει εδώ, την μεταφυσική του τάση και τον ιδιαίτερα γριφώδη τόνο των έργων του, σε κάτι πιο απτό και πιο ζωντανό.

Ακόμα και η επιλογή του τίτλου προβληματίζει τον αναγνώστη σ’αυτό το πολυεπίπεδο και πολυφωνικό βιβλίο. Υπάρχουν «αόρατα» πράγματα, πρόσωπα, γεγονότα στο μυθιστόρημα. Το πρόσωπο του Μπορν στην αρχή περιγράφεται ως τέτοιο, οι φτωχοί μαύροι Αμερικανοί περιγράφονται ως «αόρατοι»,  γενικώς όμως υπάρχει διάχυτη η αίσθηση στην ιστορία ότι τα περισσότερα γεγονότα που περιγράφονται, μας αφήνουν μια αίσθηση αόρατου.  Ο ίδιος ο Ώστερ, το θέτει εξαιρετικά σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή του για το βιβλίο: «Ακούμε πράγματα αλλά δεν μπορούμε πάντα να τα δούμε, ή, ακόμα κι αν τελικά τα βλέπουμε, δεν είμαστε σίγουροι για το αν βλέπουμε σωστά. Άρα είναι αόρατα.» Ένα υπέροχο μυθιστόρημα που χαρίζει ώρες απολαυστικής ανάγνωσης.