Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2014
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2014 | Permalink
Blanco nocturno
"Η εμπειρία είναι μια αδύναμη λάμπα που φωτίζει μόνο όποιον την κρατάει" Λ.Φ.Σελίν

Όλα τα στερεότυπα που υπάρχουν γύρω από το αστυνομικό μυθιστόρημα, ανατρέπονται στο εκπληκτικό («πειραγμένο») νουάρ του εξαιρετικού Αργεντίνου συγγραφέα, Ricardo Piglia (Αντρογκέ,Μπουένος Άϊρες,1940) με τίτλο «ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ» («Blanco nocturno»), (Εκδ. Καστανιώτη, (ωραία) μετάφρ. Κ.Αθανασίου, σελ.344), το οποίο είναι ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, που ξεκινάει ως ιστορία μυστηρίου για να καταλήξει τελείως διαφορετικά αφού πρώτα έχουν προηγηθεί δεκάδες διακλαδώσεις και περιστροφές. Ο Πίλια, ίσως ο εγγύτερος από τους σύγχρονους Αργεντίνους συγγραφείς προς το πνεύμα των αστυνομικών ιστοριών που έγραφαν ο Μπόρχες μαζί με τον Μπιόυ Κασάρες, με αυτό του το βιβλίο αποδεικνύει ότι όσοι διαβάσαμε και λατρέψαμε το υπέροχο «Τεχνητή αναπνοή» κάποια χρόνια πριν, δεν λαθέψαμε όταν θεωρήσαμε ότι βρισκόμασταν μπροστά σε μια λογοτεχνική αποκάλυψη.

«Οι οικογενειακές ιστορίες μοιάζουν μεταξύ τους, είχε πεί εκείνη, οι πρωταγωνιστές αναπαράγονται και αλληλεπικαλύπτονται – υπάρχει πάντα ένας θείος που είναι επιπόλαιος, μια ερωτευμένη που μένει ανύπαντρη, υπάρχει πάντα ένας τρελλός, ένας πρώην αλκοολικός, ένας ξάδελφος που του αρέσει να ντύνεται γυναίκα στις φιέστες, ένας αποτυχημένος, ένας νικητής, ένας αυτόχειρας -, αλλά σε τούτη τη περίπτωση εκείνο που περιέπλεκε τα πράγματα ήταν ότι η ιστορία της οικογένειας αλληλεπικαλυπτόταν με την ιστορία της κωμόπολης.»

Αργεντινή, αρχές της δεκαετίας 1970, μια απρόσωπη πόλη στην αχανή πάμπα, καμιά 300αριά χιλιόμετρα από το Μπουένος Άϊρες. Ένας ξένος φθάνει με μια βαλίτσα γεμάτη 100.000 δολλάρια. Είναι ο Τόνι Ντουράν, ένας γοητευτικός νεαρός, Πορτορικάνος μουλάτος. Σύντομα η άφιξή του γίνεται θέμα στη μικρή πόλη, και οι συζητήσεις γύρω από το άτομό του και για το ποιοι είναι οι λόγοι της άφιξής του εντείνονται όταν εμφανίζεται παρέα με τις δύο ελκυστικές δίδυμες αδελφές Μπελαντόνα, κόρες του προύχοντα της πόλης.

Η οικογένεια Μπελαντόνα κυριαρχεί στην οικονομική (και όχι μόνο) ζωή της μικρής πόλης (η οποία θα μπορούσε να είναι και η γενέτειρα του συγγραφέα), για δεκαετίες. Τώρα έχουν μείνει ο Μπρούνο Μπελαντόνα (ή και γέρο-Μπελαντόνα)  με την καταθλιπτική δεύτερη σύζυγό του, μητέρα των δίδυμων θυγατέρων, της Σοφίας και της Άντα, που κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει, και ο Λούκα γιός από τον πρώτο του γάμο με μια Ιρλανδέζα που την έκανε πανικόβλητη αφήνοντας τα δύο αγόρια στη προστασία του πατέρα τους. Ο Λούσιο,ο έτερος γιός σκοτώθηκε σε ατύχημα και ο Λούκα προσπαθεί να αναστήσει το φουτουριστικό εργοστάσιο κατασκευής υβριδικών αυτοκινήτων που χρεωκόπησε, διαμένοντας μέσα σ’αυτό και αρνούμενος να βγεί έξω.

Το πτώμα του Τόνι Ντουράν βρίσκεται στο (μοναδικό πολυτελές) δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενε. Τις έρευνες για το στυγερό έγκλημα αναλαμβάνει ο αντισυμβατικός αστυνόμος Κρόσε που διαφωνεί με τον (φανερά διαπλεκόμενο) εισαγγελέα Κουέτο σχετικά με τα κίνητρα του φόνου. Ύποπτος για τη δολοφονία είναι ο Γιοσίο, ένας Γιαπωνέζος ρεσεψιονίστ και στις ελεύθερες ώρες του υπηρέτης (ή όπως οι φήμες διέδιδαν εραστής) του Ντουράν. Η βαλίτσα με τα χρήματα βρίσκεται στο υπόγειο του ξενοδοχείου, και από εκεί λείπει κάποιο ποσόν. Η υπόθεση σύντομα βγαίνει από τα σύνορα της μικρής πόλης και ένας  δημοσιογράφος με λογοτεχνικές ανησυχίες, ο Ρένσι καταφθάνει εκεί να κάνει ρεπορτάζ.

Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι το ενδιαφέρον στην ιστορία δεν είναι ο φόνος του Ντουράν, ο οποίος σχετικά εύκολα λύνεται, αλλά το γιατί ήρθε με τόσα χρήματα στη πόλη το θύμα, όπως και η ιστορία της οικογένειας Μπελαντόνα και οι πολιτικοοικονομικές ίντριγκες γύρω από το εργοστάσιο του Λούκα. Ο αστυνόμος Κρόσε βγαίνει από την ιστορία όταν υποχρεώνεται σε συνταξιοδότηση και ο Ρένσι σκαλίζει την υπόθεση και με την βοήθεια της Σοφίας, έρχεται σε επαφή με τον Λούκα και αντιλαμβάνεται τι διακυβεύεται στη μικρή πόλη.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες σ’αυτό το πολυπρόσωπο και πολυφωνικό μυθιστόρημα, οι οποίες εκτυλίσσονται παράλληλα με την εξιχνίαση του φονικού. Ο Πίλια από τη μια παραθέτει τα γεγονότα (σε πρώτο επίπεδο), όπως σε ένα κλασσικό νουάρ και από την άλλη, μέσω της αφήγησης της Σοφίας Μπελαντόνα στον Ρένσι ασχολείται με την ιστορία της οικογένειας αλλά και της συνυφασμένης μ’αυτήν κωμόπολης.
Βρισκόμαστε λίγο πριν επιστρέψει για τελευταία φορά ο Περόν στην εξουσία, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό πολιτικό σκηνικό, με τα μηνύματα της επερχόμενης Χούντας να είναι απολύτως ορατά. Η πάμπα με τις αχανείς εκτάσεις της, παραδίδεται σε μεγάλα πολυεθνικά οικονομικά συμφέροντα, ενώ οι ελάχιστες οικογένειες που κρατάνε τον οικονομικό πλούτο της χώρας στα χέρια τους, έχουν ανοιχτό δίαυλο με τις τράπεζες των ΗΠΑ εξάγοντας ότι βγάζουν εκεί. Ο Ρένσι και ο Κρόσε, δύο άνθρωποι διαφορετικοί, ο δεύτερος αντιπροσωπεύοντας μια Αργεντινή του παρελθόντος, που σβήνει, και ο πρώτος αντιπροσωπεύοντας μια πεφωτισμένη νοοτροπία που θα συντριβεί με την πορεία της χώρας προς τον ολοκληρωτισμό, έχουν μια ιδεαλιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων και η ήττα τους είναι δεδομένη.

Το μυθιστόρημα έχει εξαιρετική δομή και ύφος, ενώ ο συγγραφέας φροντίζει να παραθέτει πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία για να βοηθάει τον αναγνώστη. Η ανατροπή  ή αν θέλεις, το παιχνίδι του συγγραφέα, είναι ότι βγάζει από το πρώτο πλάνο τον Κρόσε σχεδόν στο μισό του βιβλίου δίνοντας άλλο τόνο στο βιβλίο και αλλάζοντάς του τον (μέχρι τότε θεωρητικά αστυνομικό) προσανατολισμό. Όλο το μυθιστόρημα κινείται σε ένα κλίμα "παραλόγου" και με πολλές παγίδες που δεν σ’αφήνουν να εφησυχάσεις, σε μιά ιστορία που δείχνει να μη τελειώνει ποτέ και να συνεχίζεται στο διηνεκές.


Σίγουρα, δεν είναι ένα απλό κείμενο, καθώς είναι πυκνογραμμένο και με φιλοσοφικές προεκτάσεις, ενώ έχει την ελεγειακή μορφή του «τέλους εποχής» που το κάνει λυρικό και συναισθηματικό. Οι χαρακτήρες είναι εκπληκτικοί και μπορείς να στέκεσαι σ’αυτούς για πολύ καιρό, αφού μένουν χαραγμένοι στη μνήμη σου. Ο γερο-Μπελαντόνα, οι δίδυμες αδερφές, ο ρομαντικός Λούκα που ανθίσταται υπερασπιζόμενος το όνειρό του, ο κουρασμένος (και ονειροπόλος) Κρόσε, ο επίμονος Ρένσι, είναι στέρεα δομημένοι χαρακτήρες που θα μπορούσαν, ο καθένας από μόνος του, να στηρίξουν μια ιστορία.

Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην ιστορία, όλοι είναι πιθανοί ένοχοι αλλά και πιθανά θύματα, ενώ το πολιτικό σχόλιο είναι σαφές. Ο Πίλια σκιαγραφεί με θαυμάσιο τρόπο την κατάσταση μιας χώρας που έχει παραδοθεί στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και η κάθε προσπάθεια αντίστασης ή αντίδρασης είναι προορισμένη να συντριβεί, σε ένα μεταμοντέρνο νουάρ που σε γοητεύει σε κάθε του πρόταση, σε κάθε σελίδα.

"Η ιστορία συνεχίζεται, μπορεί να συνεχιστεί, υπάρχουν διάφορες πιθανές εικασίες, μένει ανοιχτή, απλώς διακόπτεται. Η έρευνα δεν έχει τέλος, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Θα έπρεπε να επινοήσουμε ένα καινούργιο αστυνομικό λογοτεχνικό είδος, την παρανοϊκή μυθοπλασία. Οι πάντες είναι ύποπτοι, οι πάντες νιώθουν κυνηγημένοι. Ο εγκληματίας πλέον δεν είναι ένα άτομο απομονωμένο, αλλά μια συμμορία που έχει την απόλυτη εξουσία. Ουδείς αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει· τα ίχνη και οι μαρτυρίες αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι υποψίες μένουν στον αέρα, σαν να αλλάζουν μαζί με κάθε ερμηνεία. Το θύμα είναι ο πρωταγωνιστής και το επίκεντρο της πλοκής· όχι πια ο έμμισθος ντετέκτιβ ή ο πληρωμένος δολοφόνος. Χαμένος σ'αυτές τις παράξενες σκέψεις, βάδιζε - για τελευταία φορά, ίσως - στους σκονισμένους δρόμους της κωμόπολης."