Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015 | Permalink
Κατά μόνας
Να το ξεκαθαρίσω εξ’ αρχής: Θεωρώ το «ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ» («Hablar solos»), (Εκδ. Opera, μετάφρ. Αχ.Κυριακίδη, σελ. 196), μια συγκλονιστική νουβέλα, από τα καλύτερα πράγματα που έχω διαβάσει τους τελευταίους μήνες. Ο 38άρης Αργεντίνος, Andres Neuman (Buenos Aires,1977), που γράφει και διακρίνεται από τα 22 του, έγραψε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, περιεκτικό κι ολιγοσέλιδο, που μιλάει για τον θάνατο, την αρρώστια, τις σχέσεις, την δυσκολία στην επικοινωνία, τα ψέματα, το σεξ.

3 παράλληλες αφηγήσεις,3 διαφορετικές φωνές συνθέτουν τη νουβέλα του Νέουμαν. Οι φωνές αυτές δεν συνομιλούν μεταξύ τους παρά ελάχιστα. Και στο φόντο, ένα ταξίδι με νταλίκα που ο ετοιμοθάνατος και βασανισμένος από τον καρκίνο Μάριο, προσφέρει στον δεκάχρονο Λίτο, τον γιό του λίγο πριν το τέλος. Η Ελένα τους περιμένει να γυρίσουν, αγωνιά αν θα τα βγάλει πέρα ο σύζυγός της, περιμένει κι εκείνη το αναπόφευκτο τέλος του – ξέρει πως όταν γυρίσει θα πρέπει να ξαναεισαχθεί στο νοσοκομείο, απ’ όπου αποκλείεται να ξαναβγεί.
Ο δεκάχρονος Λίτο με το ύφος και το ιδίωμα της ηλικίας του σκέφτεται σαν να γράφει μια έκθεση καθώς πραγματοποιείται μια βαθιά του επιθυμία, να συνοδεύσει τον πατέρα του σε ένα ταξίδι με την (μυθική για εκείνον) νταλίκα,  ο βαριά ασθενής Μάριο μαγνητοφωνεί λόγια που θα παραδοθούν στον γιό του μετά τον θάνατό του και απευθύνεται σ’ εκείνον με ένα ασθματικό, αγωνιώδες ύφος και τέλος η Ελένα καταγράφει σε ένα ημερολόγιο, τις ημέρες της αναμονής και τις ημέρες του νοσοκομείου.

Η επικοινωνία μεταξύ των τριών δύσκολη έως ανύπαρκτη, η Ελένα δεν καταλαβαίνει τα μηνύματα από το κινητό του γιού της, γεμάτα συντομεύσεις, ο Μάριο αγχώνεται με την προσπάθειά του να τα βγάλει πέρα στο κουραστικό ταξίδι και να μην καταλάβει τίποτα ο Λίτο από την κατάστασή του, ενώ η Ελένα θα έχει μια σύντομη και θυελλώδη ερωτική περιπέτεια με τον γιατρό που φροντίζει τον σύζυγό της, και θα γράφει στο ημερολόγιο της, τις σκέψεις της, τα συναισθήματά της, τις ενοχές της.

Η Ελένα είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια αυτού του στιβαρού οικογενειακού δράματος. Αναπολεί τις ευτυχισμένες ημέρες που πέρασε με τον Μάριο, περιμένει το αναπόφευκτο και προετοιμάζεται ψυχολογικά διαβάζοντας (και μεταφέροντας στο χαρτί) κείμενα από την παγκόσμια λογοτεχνία που μιλάνε για την αρρώστια και το τέλος. Στο ημερολόγιό της παραθέτει φράσεις από την Βιρτζίνια Γουλφ, τον Σέζαρ Άιρα, τον Κριστιάν Μπομπέν, τον Τζ.Μπάνβιλ και άλλους, μεταφέρει την ψυχική της διάθεση από τη μια να γνωρίζει ότι «προδίδει» τον Μάριο, από την άλλη την αδυναμία της να καταπολεμήσει την επιθυμία της για τον γιατρό, γράφει για τις ημέρες του νοσοκομείου, τις τελευταίες ημέρες του συζύγου της.

«Είχα σκεφτεί (αγαπημένο αυτονόητο) ότι χειρότερο απ’ το να σε χάσω θα ‘ταν να μη σ’ έχω δίπλα μου. Όμως όχι: είσαι εδώ, σε σκέφτομαι να μου μιλάς. Για ν’ αποφύγω τους εσωτερισμούς, ας πούμε ότι σ’ έχω μετατρέψει σε κομμάτι του οργανισμού μου. Τώρα που σιγά σιγά συνηθίζω να είμαι μόνη (ή, το πολύ, κανένα Σάββατο, να είμαι με όποιον να ΄ναι), το χειρότερο είναι να δεχτώ ότι δεν είμαι πια μέσα σου. Δεν είμαι πια κομμάτι σου. Απ’ αυτή την άποψη, κι εγώ έχω πεθάνει.
Μα κοίτα εδώ θράσος αυτός ο ήλιος!
Θυμάμαι τις κουβέντες μας στο νοσοκομείο. Όχι τόσο αυτά που λέγαμε (δεν υπήρξε καμιά αποκάλυψη, έστω λεκτική) όσο για το παράλογο θαύμα να μιλάω με κάποιον που πέθαινε, κάποιον που έφευγε και συνέχιζε να μιλάει. Πιο έντονα θυμάμαι μια συζήτηση. Ήσουν ξαπλωμένος με τα μάτια ανοιχτά. Εγώ ήμουν καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι σου. Κάπου κάπου χαϊδευόμασταν. Σεμνά, ξανά. Το βράδυ ήταν χλιαρό. Έδειχνες ήρεμος. Κοίταζες έξω απ’ το παράθυρο. Είσαι έτοιμος; σου είπα. Και σου έσφιξα το χέρι. Εσύ; με ρώτησες. Δε θυμάμαι τι σου απάντησα.»

Πολυφωνικό και πολυεπίπεδο το μικρό αυτό αριστούργημα του Νέουμαν, είναι ιδιαίτερα συγκινητικό αλλά δεν είναι καταθλιπτικό. Το «βαρύ» θέμα αποφορτίζουν οι γεμάτες χιούμορ και παιδική αφέλεια σελίδες του Λίτο, ενώ η σύνδεση σεξ και ασθένειας, θανάτου και συγγνώμης, αγάπης και απώλειας, μπορεί να μη δείχνουν ιδιαίτερα πρωτότυπες αλλά η αφήγηση του Νέουμαν είναι τόσο γλαφυρή που σε αιχμαλωτίζει μέσα στις σελίδες του βιβλίου που ξεκινάει σαν road-novel και καταλήγει ως ένα στοχαστικό μυθιστόρημα.

Στην αναγνωστική απόλαυση που σου προσφέρει η νουβέλα του Νέουμαν συνέβαλε με τρόπο καθοριστικό, η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη – ακόμα και η επιλογή του τίτλου «Κατά μόνας», είναι ευρηματική και δημιουργικότατη, όταν αναλογιστεί κανείς ότι στην Αγγλική έκδοση, το βιβλίο κυκλοφορεί ως «Talking to ourselves» (υποθέτω κατά λέξη μετάφραση του «Hablar Solos») όπως και το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης που είναι ένα στιγμιότυπο από τον σπαρακτικό «Καθρέφτη» του μεγάλου Α.Ταρκόφσκι. Ένα βιβλίο σπουδή πάνω στον θάνατο και την αγάπη που συστήνεται ανεπιφύλακτα.


«Αναρωτιέμαι αν ένας νεκρός μπορεί να έχει τον τόπο του. Κι αν, με το να μαρκάρεις αυτόν τον τόπο, προστατεύεις τη μνήμη του ή, κατά κάποιο τρόπο, την περιορίζεις. Αλήθεια, σε ποιόν ανήκουν αυτοί οι τόποι; Σ’αυτούς που θυμούνται. Ο τόπος του νεκρού είναι άσυλο του ζωντανού. Για μένα, πάντως, ο θάνατος είναι μάλλον κάτι σαν στοιχείο της φύσεως. Μια αέναη μετάσταση. Μια επιστροφή σε κάθε τόπο που επισκέφθηκε ή μπορεί να επισκέφθηκε ο εκλιπών. Αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να πάω προς το θάνατο του Μάριο, γιατί τον ενοικώ μονίμως· γιατί αυτός ο θάνατος διαχέεται παντού και πουθενά. Ποτέ δεν θα μάθουμε που πηγαίνει ο νεκρός μας.»