Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2015
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2015 | Permalink
Έθιμα ταφής
«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει αυτοί να κλέψουν τη δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’ αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Που θα είμαι τότε εγώ;»

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το λογοτεχνικό ντεμπούτο της νεότατης Αυστραλής συγγραφέως, Hanna Kent (Αδελαΐδα, 1985) με το συναρπαστικό κοινωνικό-ιστορικό μυθιστόρημα «ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ» («Burial Rites»), (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Μ.Αγγελίδου, σελ.418), ένα βιβλίο που προκάλεσε αίσθηση διεθνώς, ήδη δε, έχει αγαπηθεί ιδιαιτέρως και στη χώρα μας και οι λόγοι είναι σαφείς: ωραία ιστορία που συγκινεί, ταύτιση του αναγνωστικού κοινού με την ηρωίδα, εξαιρετική ατμόσφαιρα, μια χώρα χαμένη στα βάθη της ιστορίας γεμάτη θρύλους και σάγκες.

Η Κεντ, αφηγείται την αληθινή ιστορία της Άγκνες Μαγκνουσντότιρ, η οποία ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ισλανδία, τον Ιανουάριο του 1830 (ο πέλεκυς της εκτέλεσης υπάρχει στο μουσείο), για ένα αποτρόπαιο έγκλημα δύο ανδρών (του δαιμονικού Νάταν και ενός φίλου του), σε μια απομακρυσμένη αγροικία σχεδόν δύο χρόνια πριν. Η Άγκνες μαζί με τους δύο συνεργούς της όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο (ένα νεαρό άντρα, σχεδόν έφηβο και μια πολύ νεαρή κοπέλα), καταδικάζεται σε θάνατο δι’ απαγχονισμού από το δικαστήριο. Μέχρι την εκτέλεσή της και μετά από μια μακρά περίοδο φυλάκισης, υποχρεούται να παραμείνει στο αγρόκτημα ενός νομαρχιακού υπαλλήλου, και να ζήσει στο ίδιο σπίτι με την οικογένειά του, την γυναίκα του Μαργκρέτ και τις δύο κόρες τους.

Ισλανδία των αρχών του 19ου αιώνα, επαρχία της Δανίας, και ακόμα χωρίς αυτονομία την οποία απέκτησε μερικά χρόνια αργότερα (η πλήρης ανεξαρτησία της αργεί ακόμα έναν αιώνα περίπου). Μια απομακρυσμένη χώρα-νησί, όπου στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου οι καιρικές συνθήκες είναι άθλιες και μια κοινωνία αυστηρά θρησκόληπτη αλλά και παγανιστική, καθαρά αγροτική που ζεί μέσα σε θρύλους και δεισιδαιμονίες, την καχυποψία και την οικονομική εξαθλίωση. Όποιος ξεχωρίζει είτε από εξωτερικά χαρακτηριστικά (χρώμα μαλλιών ή ματιών), είτε είναι λίγο πιο ευφυής ή ευαίσθητος από το πλήθος, στιγματίζεται και περιθωριοποιείται. Η Άγκνες τα συγκέντρωνε όλα, αυτά που απαιτούντο για την στόχευσή της από μικρή. Η μητέρα της θεωρείτο πόρνη, ήταν αγνώστου πατρός (κάτι μάλλον σύνηθες τότε στην περιοχή αυτή), είχε σκούρο χρώμα μαλλιών, ήταν όμορφη και έξυπνη, ανεξάρτητη και με θάρρος γνώμης. Δούλευε από μικρή παραδουλεύτρα σε διάφορες αγροικίες. Ερωτεύτηκε τον Νάταν, που θεράπευε κόσμο και ζούσε απομονωμένος δίπλα στη θάλασσα. Τι όμως ακριβώς έγινε εκείνη την μοιραία ημέρα στην απομακρυσμένη αγροικία του Νάταν; Τα δεδομένα είναι σαφή και δεν επιτρέπουν παρεκκλίσεις, τα υπόλοιπα είναι καθαρά μυθοπλασία.

Ο κυριότερος λόγος της ιδιόμορφης φυλάκισης και της ουσιαστικής συμβίωσης στο σπίτι μιας επιφανούς οικογένειας της περιοχής, ήταν η επιθυμία των Αρχών να οδηγηθεί ο μελλοθάνατος στην αγχόνη υπό την προετοιμασία ενός εφημέριου. Η Άγκνες επιλέγει γι'αυτόν τον ρόλο, τον ιεροδιάκονο Θόρβαρδουρ (Τότι) Γιόνσον, ενός νεαρού και άπειρου ιερωμένου, ο οποίος έλκεται από την προσωπικότητα της κατάδικης, και ενδιαφέρεται να ακούσει την ιστορία της. Η ιστορία της Άγκνες ξετυλίγεται αργόσυρτα μέσα από τις εξομολογήσεις της στον ιερέα, μέσα από την φωνή της, όπως και από τις συζητήσεις της με την Μαργκρέτ, την οποία βοηθάει στις καθημερινές εργασίες του κτήματος και της κουζίνας. Η ανάπλαση του φονικού, τα γεγονότα της βασανισμένης ζωής της Άγκνες δίνονται με μια αφήγηση αφοπλιστική και ρεαλιστική ενώ η κορύφωση των τελευταίων 100 σελίδων είναι γεμάτη ένταση και προσμονή παρά το προδιαγεγραμμένο φινάλε.

«… «Οι πράξεις λένε ψέματα», απάντησε κοφτά η Άγκνες. «Υπάρχουν άνθρωποι που από την αρχή δεν έχουν ελπίδες. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ένα λάθος. Αν ο κόσμος αρχίζει και λέει πως μια γυναίκα είναι κακή μάνα, επειδή έκανε ένα λάθος…»
Ο Τότι δεν απάντησε κι εκείνη συνέχισε:
«Δεν είναι δίκαιο. Νομίζουν όλοι ότι σε ξέρουν από τα πράγματα που έχεις κάνει. Νομίζουν πως δεν είναι ανάγκη να καθίσουν και να σ’ ακούσουν, να σ’ αφήσουν να μιλήσεις για τον εαυτό σου. Όσο κι αν πασχίζεις, να ζήσεις μια ζωή σωστή, αν κάνεις ένα λάθος σ’ ετούτη την κοιλάδα, δεν το ξεχνούν ποτέ. Όσο κι αν βάζεις τα δυνατά σου να κάνεις το σωστό. Όσο κι αν ακούς τη φωνή σου μέσα σου να ψιθυρίζει «Δεν είμαι έτσι! Δεν είμαι όπως λέτε!» - Ο τρόπος που σε βλέπουν οι άλλοι, αποφασίζει τελικά το ποιος είσαι».»

Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης. Με αυτή την τεχνική ο αναγνώστης ταυτίζεται με την ηρωίδα της Κεντ, η οποία παρουσιάζεται οικεία, ευαίσθητη, τελείως διαφορετική από τον χαρακτήρα μιας γυναίκας-δολοφόνου, ψυχρής και σκληρής όπως θέλανε να εμφανίσουν οι Αρχές - και έχει γραφτεί στα βιβλία της Ισλανδικής ιστορίας. Στο θέμα αυτό βέβαια παρουσιάζεται ένα πρόβλημα γιατί οι σελίδες της πρωτοπρόσωπης αφήγησης είναι πολύ σαγηνευτικές και ανυπομονείς (κυριολεκτικά), να εμφανίζονται συχνότερα. Μοιάζει αρκετά ως προς την ιστορία με το αριστούργημα της Μάργκαρετ Άτγουντ, "Το άλλο πρόσωπο της Γκρέις" και ίσως το βιβλίο αυτό να αποτέλεσε μιας πρώτης τάξεως επιρροή για την νεαρή συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα της Κεντ εκπλήσσει με την έρευνα και την επιμονή της συγγραφέως να "σκαλίσει" κάθε πτυχή της ιστορίας. Μπορεί το πρώτο μέρος να κυλάει κάπως αργόσυρτα και με μεγάλη επιμονή στην λεπτομέρεια των εξωτερικών χώρων, αλλά στο δεύτερο μέρος και κυρίως όσο βαδίζουμε προς το τέλος, το μυθιστόρημα "απογειώνεται" και "αιχμαλωτίζει" τον αναγνώστη με το ζοφερό του κλίμα και την ελεγειακή του μορφή. Εκεί ακριβώς εντοπίζω την μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Χωρίς να χρειαστούν πολλές λεπτομέρειες γύρω από την (άγνωστη εν πολλοίς) χώρα, τα ήθη κι έθιμα, την εποχή, η αφήγηση έχει τέτοιον δυναμισμό και ζωντάνια που συναρπάζουν και δονούν τις αισθήσεις. Ο Μπόρχες που λάτρευε τις Ισλανδικές σάγκες θα το εκτιμούσε ιδιαιτέρως.


Η συγγραφέας βρέθηκε στην Ισλανδία μέσω ενός προγράμματος φοιτητικών ανταλλαγών. Γοητεύτηκε από την ιστορία της Άγκνες, έψαξε, μελέτησε διάφορες πηγές και η αφήγησή της εναλλάσσει τα πραγματολογικά στοιχεία με την μυθοπλασία με πολύ δημιουργικό τρόπο. Είναι άξιο θαυμασμού το έργο της αν σκεφτεί κανείς την ηλικία της (το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν 2 χρόνια στο διεθνές κοινό όταν η Κεντ ήταν 28 χρονών, άρα το έγραψε ακόμα νεότερη) και την ικανότητά της να εκμεταλλευτεί την ιστορία που διηγείται με τον καλύτερο τρόπο, βάζοντας στο επίκεντρο και, προβάλλοντας το πρόσωπο της Άγκνες, αναδεικνύοντάς την ως, λογοτεχνική φιγούρα που μένει χαραγμένη στη μνήμη.

«Θα χαθείς. Δεν υπάρχει τελευταία κατοικία, δεν υπάρχει κηδεία, δεν υπάρχει ταφή, μόνο ένα ασταμάτητο σκόρπισμα, ένα ταξίδι που σπάει σε χίλια άλλα άσκοπα, ένα ταξίδι που σε πάει παντού χωρίς να σου προσφέρει δρόμο για να γυρίσεις στο σπίτι, αφού δεν υπάρχει σπίτι, υπάρχει μόνο αυτό το κρύο νησί κι ο σκοτεινός εαυτός σου ίσα που κρατιέται πάνω του, ώσπου ν’ αρχίσεις κι εσύ να ουρλιάζεις σαν τον αέρα και να μιμείσαι τη μοναξιά του, σπίτι δεν έχει να γυρίσεις, θα χαθείς, η σιωπή θα σε πάρει δική της, θα ρουφήξει τη ζωή σου στα μαύρα της νερά, θα τινάξει σαν σπίθες όποια άστρα μπορεί να σε θυμούνται, αλλά κι αν ακόμα σε θυμούνται, δεν θα το πουν, δεν θα το πουν, κι αν κανείς δεν λέει πια το όνομά σου, τότε σ’ έχουν ξεχάσει, μ’ έχουν ξεχάσει.»

Άλλη μια λογοτεχνική έκπληξη που μας επιφύλασσαν οι εκδόσεις Ίκαρος. Όπως και με τον σούπερ-ταλαντούχο Άντονι Μάρα, ή τον υπέροχο Βάσκες έτσι και με την θαυμάσια Χάνα Κεντ που σίγουρα θα ξανακούσουμε γι'αυτήν στο μέλλον. Εξάλλου τα "Έθιμα ταφής" δεν ολοκλήρωσαν την πορεία τους, αφού ετοιμάζεται η κινηματογραφική προσαρμογή του βιβλίου, με πρωταγωνίστρια στον ρόλο της Άγκνες την πολύ καλή (και μάλλον ιδανική ως φιγούρα) Jennifer Lawrence.