Κυριακή, Απριλίου 17, 2022
posted by Librofilo at Κυριακή, Απριλίου 17, 2022 | Permalink
Say Nothing ("ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΛΕΞΗ")
Πότε ξεκίνησε αυτή η λυσσαλέα μάχη μεταξύ Βρετανών και Ιρλανδών; Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κάποιος τη ρίζα του μίσους. Πάει στους Τιδόρ τον 16ο αιώνα που επέβαλλαν πλήρη κυριαρχία του νησιού στους Άγγλους ή (ίσως ακόμα και περισσότερο) στους εύπορους Προτεστάντες, έναν αιώνα αργότερα που απέκτησαν εδάφη εύφορα, περνώντας από τη Σκωτία και την Αγγλία στο νησί, μετατρέποντας σε κολίγους τους μέχρι τότε Καθολικούς ιδιοκτήτες τους; Η (καταπιεσμένη) αγανάκτηση των Ιρλανδών για τους Άγγλους, ξέσπασε με βίαιο τρόπο το Πάσχα του 1916, όταν στο Δουβλίνο ξεκίνησε η εξέγερση από μια ομάδα επαναστατών, που οδήγησε στην ανακήρυξη της Ιρλανδικής Δημοκρατίας στον Νότο του νησιού. Ο Ιρλανδικός πόλεμος της Ανεξαρτησίας, διαχώρισε το νησί στο κράτος του Έιρε ή Δημοκρατία της Ιρλανδίας με τις 26 από τις 32 κομητείες να το απαρτίζουν. Οι υπόλοιπες 6 με πληθυσμό περίπου το 30% του νησιού, παρέμειναν υπό την Βρετανική κυριαρχία, αποκαλούμενες από τους «Ενωτικούς» (τους απογόνους των Άγγλων Προτεσταντών και γενικότερα τους υπέρμαχους της ένωσης με την Αγγλία) ως «Βόρεια Ιρλανδία», κι από τους Ρεπουμπλικάνους Καθολικούς που σχημάτισαν την οργάνωση I.R.A. ως «Ιρλανδία του Βορρά» με πρωτεύουσα το Μπέλφαστ. Με τον συνοριακό διαχωρισμό αυτό, ξέσπασαν βίαιες ταραχές στο Μπέλφαστ με εκατοντάδες νεκρούς και μια ιστορία φανατισμού και διαμάχης που σχεδόν ακόμα διαρκεί.


Θεώρησα απαραίτητη την μακρά εισαγωγή, για όσους δεν θυμούνται ή αγνοούν τα γεγονότα, γιατί στο εξαιρετικό του βιβλίο «ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΛΕΞΗ» («
Say nothing») – (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφρ. Κ. Πανσέληνος, σελ. 525), ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Patrick Radden Keefe (1976, Dorchester, Massachusetts), δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις ρίζες του προβλήματος (θα ήθελε τόμους), αλλά με αυτό ακριβώς που δηλώνει ο υπότιτλος του βιβλίου του «Βία και προδοσία στη Βόρεια Ιρλανδία – η κρυφή ιστορία του I.R.A. Ενός βιβλίου, τέτοιας δυναμικής και άφθαστης γλαφυρότητας, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα αγωνιώδες θρίλερ ή από ένα στοχαστικό μυθιστόρημα, εξιστορώντας καταστάσεις που σε κρατάνε καθηλωμένο μέχρι την τελευταία του σελίδα.
 
Περισσότεροι από 4000 άνθρωποι σκοτώθηκαν (σε μια περιοχή που δεν έχει πάνω από 2 εκατομμύρια κατοίκους) κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως το 1998, που υπογράφτηκε η εκεχειρία μεταξύ της Βρετανικής κυβέρνησης και του I.R.A. Ο διόλου κρυφός βέβαια πόλεμος δεν σταμάτησε ποτέ, τα σαράντα και βάλε χρόνια που είχαν περάσει, αλλά η περίοδος που αποκαλείται «οι Ταραχές» («The Troubles») ήταν η πιο αιματοβαμμένη στην ιστορία της Βόρειας Ιρλανδίας. Ένα σημαντικό γεγονός που καθόρισε την έξαρση της περιόδου, ήταν το σχίσμα που δημιουργήθηκε στις τάξεις του I.R.A., με τη φουρνιά νέων επαναστατών να φτιάχνει μια φατρία που ονομάσθηκαν «Πρόβος» (από το «Provisional» - «Προσωρινοί») και ήταν υπέρ του ένοπλου αγώνα, κατηγορώντας τον επίσημο I.R.A για «ειρηνική αντίσταση» που δεν απέφερε τίποτα και τα μέλη του ήταν θύματα των παραστρατιωτικών μονάδων που είχαν δημιουργηθεί. Οπότε είχαμε από τη μια τον παραδοσιακό I.R.A., που ήταν οι επίσημοι ή «Στίκις» και τους «Πρόβος» και από την άλλη τον Βρετανικό στρατό που είχε οργανώσει παραστρατιωτικές ομάδες. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, καθώς οι δύο οργανώσεις του I.R.A., η επίσημη και η προσωρινή, μάχονταν επίσης μεταξύ τους!
 
Το βιβλίο ουσιαστικά εξιστορεί την περίοδο των «Ταραχών», έχοντας όμως δύο άξονες. Από τη μια εστιάζει σε γεγονότα, στα οποία δεν έχει δοθεί μεγάλη προσοχή στην παγκόσμια κοινή γνώμη, όπως είναι οι «εξαφανισμένοι» σε αυτή την περίοδο. 20 άτομα απήχθησαν αυτή τη περίοδο, σε μια τεχνική πολέμου που δεν είχε δοκιμαστεί πριν. Ήταν άνθρωποι που είτε είχαν κατηγορηθεί για προδοσία, είτε βρίσκονταν στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην περίπτωση της Τζιν Μακόνβιλ, μιας γυναίκας που ήταν 38 ετών, όταν απήχθη ένα βράδυ από το διαμέρισμά της, όπου διέμενε μαζί με τα δέκα (!) παιδιά της, που το μεγαλύτερο από αυτά ήταν 17 χρονών και το μικρότερο (τα δίδυμα) 6. Το 1972, ο κόσμος είχε συνηθίσει πλέον στους θανάτους στη μέση του δρόμου από μια βόμβα που είχε εκραγεί, στο να μη ξαναδεί από τη μια μέρα στην άλλη αγαπημένους του ανθρώπους, στο να εξαφανίζονται άνθρωποι χωρίς αιτία. Η Μακόνβιλ, μια γυναίκα προτεσταντικής καταγωγής που είχε παντρευτεί έναν καθολικό, ο οποίος είχε πεθάνει μετά από επώδυνη ασθένεια, είχε «υποχρεωθεί» να ζει στην περιοχή των καθολικών (συνήθως οι «μεικτοί γάμοι» δεν γίνονταν δεκτοί στις προτεσταντικές περιοχές), και προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά της με κάθε τρόπο. Από εκείνη τη μέρα, που απήχθη, δεν ξαναγύρισε σπίτι και τα παιδιά της, αποδύθηκαν σε έναν αγώνα αναζήτησης, ελπίδας και απελπισίας για να βρουν τι έχει συμβεί στη μητέρα τους. Τα οστά της Μακόνβιλ θα βρεθούν 30 χρόνια αργότερα τυχαία σε μια παραλία από έναν περαστικό.
 
Από την άλλη, ο συγγραφέας επικεντρώνεται σε πρόσωπα λίγο η περισσότερο γνωστά, που απασχόλησαν την κοινή γνώμη εκείνη την ταραγμένη περίοδο, εστιάζοντας στις (περίφημες) αδελφές Πράις, κυρίως την Ντολόρς, στον «εκτελεστή» Χιουζ, αλλά και στον μετέπειτα ηγέτη του I.R.A., Τζέρι Άνταμς.
 
«Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι δύο αδερφές συνέχιζαν να πηγαίνουν στο σχολείο τους. Τις νύχτες όμως εξαφανίζονταν, και επέστρεφαν περασμένα μεσάνυχτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γονείς του δυτικού Μπέλφαστ ήξεραν πως δεν έπρεπε να κάνουν ερωτήσεις. Νέοι άνθρωποι εξαφανίζονταν για καμιά βδομάδα, και όταν επέστρεφαν κανείς δεν τους ρωτούσε που ήταν. Υπήρχε λόγος γι’ αυτό. Ο I.R.A. ήταν παράνομη οργάνωση, και η απλή παραδοχή πως κάποιος ήταν μέλος του αποτελούσε ικανό λόγο να συλληφθεί, οπότε ολόκληρη η οργάνωση κρατούσε φανατικά το μυστικό. Οι νεαροί που κατατάσσονταν συνήθως δεν το εκμυστηρεύονταν στους γονείς τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπήρχε το ενδεχόμενο οι γονείς τους να αποδοκιμάσουν την επιλογή τους αυτή: το Μπέλφαστ ήταν ήδη αρκετά επικίνδυνο, και το να καταταγεί κανείς σε μια παραστρατιωτική οργάνωση ήταν σαν να προκαλούσε τη μοίρα του. Μερικές φορές, κάποιος νεαρός ελεύθερος σκοπευτής του I.R.A., καθώς πήγαινε να εκτελέσει την αποστολή που του είχε ανατεθεί, όπως έστριβε σε μια γωνιά του δρόμου έπεφτε συμπτωματικά πάνω στη μητέρα του. Αυτή, χωρίς να δίνει σημασία στο αυτόματο που κράδαινε ο μικρός στα χέρια του, τον έσερνε πίσω στο σπίτι από το αυτί.»

Η Ντολόρς (που η εκπληκτική φωτογραφία της κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου) και η Μάριαν Πράις μεγάλωσαν σε μια οικογένεια με επαναστατική δράση. Οι γονείς τους ήταν μέλη του I.R.A., τα όπλα ήταν γνώριμο αξεσουάρ στο σπίτι, όπως και οι επαναστατικές ιδέες. Πρώτες στα γράμματα και στους αγώνες, οι δύο αδελφές δεν άργησαν να ενταχθούν στους «Πρόβος», διαβλέποντας το αδιέξοδο της πολιτικής του επίσημου I.R.A. Στην αρχή τα δύο κορίτσια έκαναν βοηθητικές αλλά καθόλου αθώες εργασίες. Μετέφεραν ανθρώπους που είχαν συλληφθεί – απαχθεί - κατηγορηθεί, οδηγώντας το αυτοκίνητο για εκτέλεση – ακόμα και μέχρι πριν λίγο καιρό συντρόφους τους -, κουβαλούσαν εξοπλισμό μέσα στη πόλη κ.ο.κ. Η Ντολόρς όμως κυρίως, με την βοήθεια της Μάριαν, ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην μεγαλύτερη επίθεση των Πρόβος, στην καρδιά του Λονδίνου, με μια σειρά από βομβιστικές επιθέσεις που παραλίγο να κοστίσουν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Οι αδελφές συνελήφθησαν και έμειναν στη φυλακή για χρόνια, και έκαναν για πολύ καιρό απεργία πείνας (μέθοδο που χρησιμοποιούσαν συχνά τα μέλη του I.R.A. κυρίως για τις συνθήκες φυλάκισής τους και τους βασανισμούς που υφίσταντο και που οδήγησε σε μια σειρά από θανάτους, με πιο τρανταχτή περίπτωση αυτή του Μπόμπι Σαντς), για να επιστρέψουν στις φυλακές του τόπου τους, με μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία τους. Ο συγγραφέας στέκεται περισσότερο στην προσωπικότητα της Ντολόρς, που αντελήφθη μετά από όλα αυτά, την ματαιότητα του ένοπλου αγώνα και στρεφόμενη κατά του Τζέρι Άνταμς, δεν δίστασε να τον κατηγορήσει για εγκλήματα και πρωτοβουλίες που εκείνος αρνήθηκε να παραδεχτεί.
 
Ο Τζέρι Άνταμς, το μόνο πρόσωπο, στο οποίο στέκεται επικριτικά ο συγγραφέας, αναδείχθηκε ως ο ηγέτης του Σιν Φέιν (του πολιτικού βραχίονα του I.R.A.). Ο πρώην μπάρμαν, που αργά και μεθοδικά «έκτισε» το πολιτικό του προφίλ, δεν παραδέχτηκε ποτέ δημοσίως ότι διετέλεσε μέλος του I.R.A. (κάτι που θα αποτελούσε ενοχοποιητικό στοιχείο και αιτία φυλάκισής του), πανούργος και πολιτικάντης, αποδεικνύεται από έγγραφα ότι ήταν εκείνος που διέταξε – ανάμεσα σε άλλα – την απαγωγή και την εκτέλεση της Μακόνβιλ, ενώ το δεξί του χέρι, ο «εκτελεστής» Μπρένταν Χιουζ, επιχειρησιακό όργανο των Πρόβος στις περισσότερες επιθέσεις τους, φυλακίστηκε μακροχρόνια, ήρθε σε ρήξη με τον Άνταμς και απομονώθηκε οικειοθελώς, σε πλήρη ψυχολογικό μαρασμό.


«Ο Χιουζ παραδέχθηκε στον Μάκερς ότι ένιωθε πως θα μπορούσε να είναι ειλικρινής στις συζητήσεις μαζί του, γιατί γνώριζε πως η συνέντευξή του δεν θα δημοσιευόταν παρά μετά τον θάνατό του. Είπε στον Μάκερς πως ο Τζέρι Άνταμς είχε εγκρίνει την βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο το 1973, τν αποστολή εκείνη που είχε καταλήξει με την Ντολόρς Πράις και τους συνεργούς της στη φυλακή. «Θέλω να πω, υπάρχουν πράγματα που μπορείς να πεις, και άλλα που δεν μπορείς» έλεγε συλλογιζόμενος. «Δεν πρόκειται ποτέ να ανέβω σε ένα βήμα και να δηλώσω πως είχα σχέση με τον θάνατο ενός στρατιώτη, ή πως σχεδίασα τις επιχειρήσεις στην Αγγλία. Σίγουρα όμως δεν θα ανέβω σε ένα βήμα για να το αρνηθώ. Και το να ακούω ανθρώπους για τους οποίους θα έδινα και τη ζωή μου ακόμα – και κόντεψα σε αρκετές περιπτώσεις να το κάνω – να βγαίνουν τώρα και να διαψεύδουν τον ρόλο που έπαιξαν σε όλη την ιστορία – τον ρόλο που έπαιξαν στον πόλεμο, τον ρόλο που έπαιξαν διευθύνοντας τον πόλεμο αυτό – και να το αρνούνται είναι αποτρόπαιο και αποτελεί προδοσία απέναντι σε όλους εκείνους που πέθαναν».»
 
Η περίοδος που αφηγείται ο Radden Keefe, δεν έχει ήρωες. Έχει κυρίως φανατισμένους ανθρώπους που πολέμησαν χρησιμοποιώντας όλους τους δυνατούς και παράνομους τρόπους για ένα όνειρο, μια ιδέα και τελικά θυσιάστηκαν γι’ αυτήν. Έκαναν εγκλήματα, παράνομες πράξεις, τρομοκρατικές ενέργειες που δεν δικαιολογούνται με τίποτα (τι άλλο είναι να φυτεύεις μια σειρά από βόμβες μέσα στο Λονδίνο, σε μέρη κεντρικά που περνούσαν παιδιά, τουρίστες, μεροκαματιάρηδες), και οι περισσότεροι (αν όχι σχεδόν όλοι) το πλήρωσαν γι’ αυτό. Ζωές κατεστραμμένες, οικογένειες διαλυμένες, προσωπικότητες διχασμένες. Έχει την υπέρμετρη βία της εκτελεστικής εξουσίας στο νησί, με μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν σε μέρη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας παλαιότερα, να δοκιμάζονται πάνω σε πολίτες. Και από την άλλη, ο συγγραφέας, περιγράφει μια πολιτική εξουσία ουσιαστικά ανίκανη, με την Θάτσερ δέσμια της νοοτροπίας της και του αρτηριοσκληρωτισμού που πάντα την διέκρινε, να κάνει λάθη στους χειρισμούς του Ιρλανδικού προβλήματος, με ανίκανους συμβούλους και με τους παραστρατιωτικούς και τους υπεύθυνους της εξουσίας στο Μπέλφαστ να συναγωνίζονται ο ένας τον άλλον σε σπασμωδικές κινήσεις.


Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του, υλικό που υπάρχει από συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές της περιόδου, από ένα ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Βοστόνης των Η.Π.Α., το οποίο δημιουργήθηκε για να αποτελέσει μέρος της ιστορικής έρευνας και ο στόχος ήταν να δημοσιοποιηθεί αρκετά χρόνια αργότερα, όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν φύγει από τη ζωή. Μίλησαν στους ερευνητές, άνθρωποι από όλες τις παρατάξεις, από όλες τις πλευρές, όμως μια σειρά από προσφυγές, «άνοιξαν» τα αρχεία και το περιεχόμενο των συνεντεύξεων έγινε γνωστό.
 
Στο βιβλίο όμως πέρα από τις προσωπικές ιστορίες, περιγράφεται μια κοινωνία πληγωμένη και μουδιασμένη, που χρόνια τώρα προσπαθεί να συνέλθει και να ηρεμήσει από την άβυσσο στην οποία είχε βουλιάξει για δεκαετίες. Ο Radden Keefe, δεν παίρνει θέση, παραθέτει τα γεγονότα που είναι από μόνα τους τρομακτικά και σοκάρουν, παρότι αρκετά από αυτά είναι γνωστά.
Επικεντρώνοντας στην τραγική σαν αρχαίο δράμα ιστορία της Τζιν Μακόνβιλ, μιας γυναίκας που απλά βρέθηκε να κατοικεί σε λάθος περιοχή και που δεν έχει ακόμα καταλάβει κανείς αν ήταν άμεσα ή έμμεσα πληροφοριοδότις των Άγγλων, ή απλά μπήκε στο μάτι των κατοίκων της περιοχής επειδή ήταν Προτεστάντισσα, και στις εντελώς αντίθετες καταστάσεις της ζωής των αδελφών Πράις, ο συγγραφέας περιγράφει ζωές και καταστάσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για το πιο ευφάνταστο μυθιστόρημα.
 

Με εξαιρετικό αφηγηματικό ρυθμό και γλαφυρότητα, το «ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΛΕΞΗ», είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο που (κυριολεκτικά) δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου και το οποίο (όπως δείχνουν τα δημοσιεύματα), πρόκειται να μεταφερθεί στην τηλεόραση από το FX, με την μορφή docu-series. O Radden Keefe αποδεικνύεται ο ιδανικός «storyteller», που μεταφέρει με τον καλύτερο και πιο ευκρινή τρόπο, την πολυπλοκότητα της περιόδου μέσα από τις ενέργειες και τις πράξεις μοιραίων ανθρώπων. Αναμειγνύοντας αφηγηματικά είδη – Ιστορία, Βιογραφία, Πολιτική – με πανοραμική τεχνική και κινηματογραφικό ρυθμό, παρασύρει τον αναγνώστη του, σε ένα στενάχωρο μεν, αλλά ιδιαίτερα χρήσιμο ταξίδι γνώσης και αναγνωστικής εμπειρίας που μένει αξέχαστη.
 


 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home