Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018 | Permalink
"Κι αν εγώ χαθώ"

Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες του εξαιρετικού μυθιστορήματος «ΚΙ ΑΝ ΕΓΩ ΧΑΘΩ» Imagine me gone») του σημαντικού Αμερικανού συγγραφέα Adam Haslett (Porchester New York, 1970) – (εκδ. Μεταίχμιο, (ωραία) μετάφρ. Α.Κορτώ, σελ. 475) απαρτίζουν μια οικογένεια όχι και τόσο συνηθισμένη, μια οικογένεια που υποφέρει αλλά και διασκεδάζει, που τα μέλη της αναρωτιούνται και προβληματίζονται συνεχώς για αυτά που αντιμετωπίζουν και προσπαθούν να παραμείνουν ενωμένοι και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Το βιβλίο όμως δεν είναι μόνο μια οικογενειακή ιστορία, είναι πολλά παραπάνω.



Ο φέρελπις Βρετανός Τζον ερωτεύεται την Αμερικανίδα Μάργκαρετ και η σχέση τους φαίνεται να κυλάει ανέφελα, αρραβωνιάζονται και προετοιμάζονται για τον γάμο τους, λίγο καιρό όμως πριν την τελετή, ο Τζον καταρρέει και η Μάργκαρετ διαπιστώνει ότι ο αρραβωνιαστικός της πάσχει από χρόνια μανιοκατάθλιψη. Επιλέγει να μείνει μαζί του, να προχωρήσει και να αντιμετωπίσουν «το τέρας» μαζί όποτε εμφανίζεται. Θα μετακομίσουν στις ΗΠΑ, και θα κάνουν τρία παιδιά, τον Μάικλ, την Σίλια και τον Άλεκ, θα περάσουν ωραίες αλλά και δύσκολες στιγμές όταν ο Τζον ερχόμενος πολλές φορές αντιμέτωπος με την ασθένειά του, χάνει δουλειές και περνάει μεγάλα διαστήματα κρίσης. Η ασθένεια στο τέλος θα τον νικήσει και θα αυτοκτονήσει, αλλά τα προβλήματα για την οικογένεια δεν σταματάνε εδώ.

«Πριν από λίγους μήνες, μια ομίχλη με τύφλωσε, πυκνότερη από κάθε άλλη φορά. Κοιμόμουν στην αγκαλιά του τέρατος. Ένιωθα την ανάσα του στον σβέρκο μου, τις φολίδες της κοιλιάς του να πιέζουν με την ανάσα του την πλάτη μου, με το κεφάλι και το πρόσωπό του αόρατα όπως πάντα. Δεν μπορούσα να προσποιούμαι άλλο στη Μάργκαρετ ότι δούλευα. Τα παιδιά υποχώρησαν, έγιναν θόρυβοι που γρατζουνούσαν τα αυτιά μου. Έπαψα να κινούμαι. Η μια βδομάδα έγινε αξεδιάλυτη απ' την άλλη. Μύριζα τη σήψη του κορμιού μου, στις μασχάλες, στην ανάσα, στα λαγόνια μου, λες και το ζωντανό κομμάτι του θανάτου είχε κιόλας αρχίσει - η προκαταρκτική αποσύνθεση, με τη βούληση να σβήνει. Στο έργο του Δάντη και του Μίλτον η κόλαση είναι ολοζώντανη. Η αμαρτία οργανώνει τους νεκρούς, τους βάζει να μοχθούν και να παλεύουν. Το σκότος σφύζει από ζωή. Ιστορίες ατελείωτες μπορείς να αφηγηθείς. Μα με΄σα στην ομίχλη δεν υπάρχει τίποτα, ερημιά. Το τέρας που πλαγιάζει μαζί σου είναι δικό σου. Η πάλη είναι ατέλειωτα ιδιωτική. Νόμιζα ότι είχε έρθει το τέλος. Ότι μια νύχτα το τέρας πίσω μου θα μ' έσφιγγε πιο δυνατά ακόμα και θα έπαυα να ανασαίνω. Ό,τι απόμενε απ' τον εαυτό μου περίμενε με λαχτάρα τη στιγμή.»

Ο μεγαλύτερος γιος Μάικλ, είναι ένα χαρισματικό παιδί που όμως δεν μπορεί να κατανοήσει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Θα αποκτήσει διάφορες εμμονές στη ζωή του, την λογοτεχνία, την μουσική σε μεγάλο βαθμό και την αφροαμερικάνικη ιστορία, την οποία θα σπουδάσει. Πάσχει όμως από αγχώδη διαταραχή και το μόνο που τον ανακουφίζει είναι να παρωδεί την πραγματικότητα γράφοντας ένα φανταστικό ημερολόγιο. Τα δύο του αδέρφια θα είναι δίπλα του συνεχώς, η Σίλια που είναι η πιο ώριμη από όλους, ο Άλεκ με τα δικά του προσωπικά άγχη και επαγγελματικά προβλήματα όπως και η μητέρα, η Μάργκαρετ που διακριτικά βοηθάει τον μεγαλύτερο, οικονομικά και ψυχολογικά.



Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από μια σημαδιακή σκηνή του βιβλίου, όταν ο Τζον, ο πατέρας, παίρνει τα δύο μικρότερα παιδιά, την Σίλια και τον Άλεκ για βαρκάδα στη λίμνη, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών τους διακοπών σε μια καλύβα στο Μέιν, μοιραίο τόπο για την αφήγηση της ιστορίας. Ο Τζον θα αφήσει τα κουπιά στα δύο παιδιά, λέγοντάς τους να χειριστούν την βάρκα λέγοντάς τους «πες ότι χάθηκα, πες ότι είστε οι δυο σας. Τι κάνετε;» κι εκείνος γέρνει πίσω κάνοντας τον κοιμισμένο. Τα δύο παιδιά προσπαθούν πανικοβλημένα να χειριστούν τα κουπιά και την πρωτόγνωρη κατάσταση που όμως θα έδειχνε πολλά για το μέλλον.

Η αφήγηση είναι πολυφωνική, καθώς μοιράζεται μεταξύ των πέντε ηρώων του μυθιστορήματος καλύπτοντας μια χρονική περίοδο περίπου τεσσάρων δεκαετιών, επικεντρώνεται βέβαια περισσότερο στην Μάργκαρετ και και στα δύο αγόρια, η «φωνή» του Τζον ακούγεται λίγο καθώς βγαίνει από την σκηνή σχετικά γρήγορα, παρ’ ότι η μορφή του κυριαρχεί σχεδόν σε όλη την διάρκεια του βιβλίου, ενώ η στιβαρή και συγκροτημένη Σίλια δεν προσθέτει κάτι ιδιαίτερο με τις αφηγήσεις της στην πλοκή παρά το γεγονός ότι οι συνδέσεις που κάνει με το παρελθόν είναι οι πλέον ουσιαστικές στο βιβλίο.

Ο Χέισλετ χειρίζεται τις «φωνές» του βιβλίου του υπέροχα. Το «Κι αν εγώ χαθώ» είναι ένα μυθιστόρημα που θα βάλει τον αναγνώστη του σε μια διαδικασία σκέψης γύρω από την ζωή, τον θάνατο, την αγάπη, τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, την τρυφερότητα και την συμπόνια, τις επιλογές που θα κάνει. Γεμάτο μουσικές και εικόνες και με αφοπλιστική άνεση στην αφήγηση, παρά την δυσκολία του θέματος και τον πόνο που περιέχει, είναι ένα χαμηλότονο και υπαινικτικό βιβλίο που γοητεύει και με την ζωντάνια του έλκει και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με ένα φινάλε που συγκινεί.
Ο Χέισλετ είναι ένας υπέροχος αφηγητής που μας είχε δείξει το μεγάλο ταλέντο του με το προηγούμενο του μυθιστόρημα το πολύ καλό «Δεν είστε ξένος εδώ» που κυκλοφόρησε πριν από πολλά χρόνια. Με το «Κι αν εγώ χαθώ» επιβεβαιώνει το πόσο καλό και φέρελπις συγγραφέας είναι.

Βαθμολογία 81 / 100



 



2 Comments:


At 5/6/18 11:25, Blogger anagnostria

Παρ' όλη την εκτίμησή μου στις κριτικές σου, αγαπητέ Librofilo, είχα μια διαφορετική αξιολόγηση του βιβλίου
εδώ

 

At 11/6/18 17:28, Blogger Librofilo

Ο καθένας διαβάζει διαφορετικά και είναι πολύ ωραίο αυτό.

 

Δημοσίευση σχολίου

~ back home