Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2023
posted by Librofilo at Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2023 | Permalink
Oguz Atay "Αποσυνάγωγοι"
«… Πίστευε ότι η λογοτεχνία αποτελείται από παραδοξότητες.»
 
Οι «ΑΠΟΣΥΝΑΓΩΓΟΙ» («Tutunamayanlar»), το Τουρκικό έπος του Oguz Atay (Ινεμπολού 1934 – Κων/λη 1977), δεν είναι απλά ένα σημαντικό μυθιστόρημα –κάτι που, το αντιλαμβάνεσαι από τις πρώτες του σελίδες. Θεωρείται το «μεγάλο Τουρκικό μυθιστόρημα» και η Ουνέσκο το συμπεριέλαβε σε μια λίστα με τα λογοτεχνικά έργα που πρέπει να μεταφραστούν σε πολλές γλώσσες (και κυρίως στα Αγγλικά αφού η πρώτη έκδοση, βγήκε σε ελάχιστα αντίτυπα τα οποία έχουν εξαντληθεί). Είμαστε πολύ τυχεροί, που οι εκδόσεις Gutenberg, ανέλαβαν τη μετάφραση και την έκδοση αυτού του μνημειώδους λογοτεχνικού έργου στα ελληνικά, σε έναν ογκώδη τόμο 998 σελίδων, σε μετάφραση-άθλο της Νίκης Σταυρίδη και περιεκτικό επίμετρο του Βασίλη Δρόλια.


Τι είναι οι «Αποσυνάγωγοι», που συγκρίνεται με μεγάλα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνικής κληρονομιάς, και γιατί τόσος θόρυβος γύρω από το βιβλίο; Δύσκολο να περιγραφεί, αλλά, το πολυφωνικό μυθιστόρημα ιδεών του Atay, είναι ένα βιβλίο (που όπως όλα τα μεγάλα έργα) περιέχει ένα ολόκληρο σύμπαν εντός του (ουσιαστικά μιλάει για τα πάντα), περιγράφει τους ανθρώπους που ζουν στην Τουρκία, το σύγχρονο κράτος που δημιουργήθηκε μετά το κίνημα των Νεότουρκων, την ιστορία της γλώσσας που δημιουργήθηκε, μέσα από ένα εσωτερικό ταξίδι με πολλά μεταμοντέρνα στοιχεία που συνομιλούν αρμονικά με την κλασσική λογοτεχνική αφήγηση.
 
Η ιστορία που περιγράφει ο συγγραφέας, είναι στη βάση της απλή. Ο Τουργκούτ Ομζμπέν, μηχανολόγος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, εξαφανίζεται, έχοντας φύγει από το σπίτι και την οικογένειά του για δουλειές στην Άγκυρα (όπως τους είχε πει). Αφήνει ένα πάκο με σημειώσεις σε κάποιον δημοσιογράφο, που γνώρισε τυχαία στο τρένο. Από τις σημειώσεις του Τουργκούτ – που απαρτίζουν όλο το βιβλίο – μαθαίνουμε την διαδρομή του Τουργκούτ για την ανακάλυψη της αλήθειας γύρω από την αυτοκτονία του καλού του φίλου Σελίμ Ισίκ.
 
Ο Τουργκούτ θα ξυπνήσει ένα πρωί και θα μάθει από μια εφημερίδα, τα νέα για την αυτοκτονία του Σελίμ. Βρισκόμαστε λίγο μετά τα μέσα του 20ου αιώνα και οι δύο άνδρες είχαν γνωριστεί κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο. Είχαν όμως απομακρυνθεί μετά τον γάμο του Τουργκούτ, που ο Σελίμ θεώρησε ως συμβιβασμό και απόδειξη μικροαστικής νοοτροπίας του φίλου του. Όταν ήταν φοιτητές χλεύαζαν αυτό το στυλ ζωής που είχαν οι γονείς και οι συγγενείς τους, και ο Τουργκούτ συνειδητοποιεί ότι πλέον παντρεμένος και με δυο παιδιά, ο Σελίμ είχε μάλλον δίκιο. Σοκαρισμένος από τον θάνατο του φίλου του, ο Τουργκούτ, φέρνει στη μνήμη του, τη γνωριμία του μαζί του, τις συζητήσεις που έκαναν, τις σκέψεις που είχαν αλλά και το πόσο είχαν απομακρυνθεί μεταξύ τους. Προβληματισμένος και γεμάτος ενοχές αλλά και προσωπικά αδιέξοδα που αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια, σαν κάποιος να του άνοιξε μια πόρτα στο μυαλο του, θα αφιερώσει πλέον τον περισσότερο χρόνο του προσπαθώντας να μάθει τα αίτια της αυτοχειρίας του Σελίμ, τι τον οδήγησε εκεί, τι ακριβώς είχε συμβεί στη ζωή του.
 
«Εγκυκλοπαίδεια των Παράξενων Όντων:
Αποσυνάγωγος (disconnectus erectus) : Ζώο αδέξιο και δειλό. Η διάπλαση ορισμένων τύπων αυτού του είδους μπορεί να φθάσει μέχρι και το ύψος του ανθρώπου. Εκ πρώτης όψεως εξωτερικά μοιάζει με τον άνθρωπο. Μόνο τα πέλματα και ειδικά τα νύχια του είναι πολύ αδύναμα. Σε απότομο έδαφος, στην ανηφόρα δεν μπορεί καθόλου να κρατηθεί. Στην κατηφόρα κατεβαίνει γλιστρώντας. (Στο μεταξύ συχνά πυκνά σκοντάφτει και πέφτει). Έχει ελάχιστα έως καθόλου τρίχωμα. Αδύνατη όραση παρόλο που τα μάτια του είναι πολύ μεγάλα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να διακρίνει τον κίνδυνο από μακριά.
Τα αρσενικά του είδους, όταν αφήνονται μόνα βγάζουν σπαρακτικές κραυγές. Με παρόμοια κραυγή καλούν και το θηλυκό τους. Συνήθως στεγάζονται στις φωλιές άλλων ζώων (για όσο καιρό τα δεύτερα αντέξουν). Διαφορετικά ζουν σε εγκαταλελειμμένες φωλιές. Δεν έχουν καθορισμένη οικογενειακή κατάσταση. Μετά τη γέννηση, μάνα, πατέρας και νεογνά φεύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εξάλλου δεν γνωρίζουν την ομαδική διαβίωση και ούτε έχει παρατηρηθεί ότι ενώνονται για να αντιμετωπίσουν τυχόν εξωτερικούς κινδύνους.
Τα ένστικτά τους δεν είναι πλήρως εξελιγμένα. Δεν ξέρουν την αυτοπροστασία. (…) Το κυνήγι αποσυνάγωγων είναι πανεύκολο. Αν σταθείτε και τους κοιτάτε με βλέμμα γεμάτο κατανόηση στη στιγμή θα σας πλησιάσουν. Από κεί και πέρα δεν είναι τίποτα να πιάσεις και να θανατώσεις έναν αποσυνάγωγο. Αλλά η σφαγή τους απαγορεύεται από τη Διεύθυνση Υγειονομικού Ελέγχου του Δημοσίου επειδή έχει διαπιστωθεί ότι μεταφέρουν κάποια μικρόβια επιβλαβή για τον άνθρωπο. Οι γιατροί διατείνονται ότι συμπτώματα όπως ζαβλάκωμα, ελαφρά δυσφορία, ανεξήγητες τύψεις συνειδήσεως και ανυπόστατα αισθήματα ενοχής που παρατηρήθηκαν σε ανθρώπους ύστερα από το φαγητό, οφείλονται στην κατανάλωση της συγκεκριμένης τροφής. Οι ίδιοι ωστόσο γιατροί υποστηρίζουν ότι οι αποσυνάγωγοι έχουν μεταδώσει τα μικρόβιά τους και στα άλλα σφάγια οπότε η απαλλαγή από τις προαναφερθείσες ενοχλήσεις θα καταστεί δυνατή μόνο αν παραιτηθεί κανείς από την κρεοφαγία.»
 
Ο Τουργκούτ, θα αρχίσει να επισκέπτεται ανθρώπους που δεν γνώριζε και μαθαίνει από τις σημειώσεις του Σελίμ, που βρίσκονταν στο δωμάτιό του και διατήρησε η μητέρα του, τα ονόματά τους. Ο Σελίμ δεν ήθελε να γνωρίζονται μεταξύ τους οι άνθρωποι με τους οποίους έκανε παρέα και ο καθένας από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και των στενών του συγγενών, της αδελφής του αλλά και της Γκιουνσελί, της γυναίκας με την οποία ο αυτόχειρας είχε μια ερωτική σχέση, δίνουν μια διαφορετική διάσταση για έναν άνθρωπο που ο Τουργκούτ αντιλαμβάνεται ότι γνώριζε ελάχιστα. Όσο προχωράει την «έρευνά του», αλλάζει η ζωή του, όσο συζητάει με τους τόσο διαφορετικούς ανθρώπους που γνώρισαν (περισσότερο ή λιγότερο) τον Σελίμ, αντιλαμβάνεται πόσο είχαν απομακρυνθεί με τον κάποτε καλό του φίλο και αναθεωρεί τη ζωή του, αποξενώνεται από τη σύζυγό του και τις κόρες του, του είναι αδιάφορη η δουλειά του – ήταν επιτυχημένος μηχανικός.
 
Η Γκιουνσελί θα δώσει στον Τουργκούτ τα ημερολόγια που κράταγε ο Σελίμ, μέχρι τον θάνατό του. Μετά την ανάγνωσή τους, και ήδη αποφασισμένος να αλλάξει τελείως τη ζωή του, ο Τουργκούτ θα φύγει με το τρένο για ένα ταξίδι, θα έχει μαζί του, την εσωτερική του φωνή, τον «φανταστικό του φίλο», τον Όλρικ, για να χαθούν μαζί στα βάθη της Ανατολής. Η αναζήτηση για τον «πραγματικό» Σελίμ, είχε μετατραπεί σε εσωτερική αναζήτηση για τον Τουργκούτ. Αναζήτηση ταυτότητας όχι μόνο δικιάς του αλλά και ενός έθνους που βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, μιας κοινωνίας που είναι εσωτερικά διχασμένη μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής.
 
Όπως γίνεται κατανοητό από τα παραπάνω, το βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερη πλοκή, διαθέτει όμως έναν εκπληκτικό κλιμακούμενο ρυθμό, καθώς η αναζήτηση του Τουργκούτ διαρκώς παίρνει άλλες διαστάσεις, και το κάθε νέο πρόσωπο που εισέρχεται στην ιστορία, φέρνει μαζί του, καινούργια δεδομένα. Το πλαίσιο βέβαια, του μυθιστορήματος, καθορίζεται από τις απόψεις των άλλων για τον αφανή ήρωα, τον Σελίμ. Με την «είσοδο» κάθε νέου «φίλου», προκύπτει μια διαφορετική – διαρκώς – προσωπικότητα, και μια παραδοχή, ότι, κανένας δεν πλησίασε εγγύτερα τον αινιγματικό αυτόχειρα.
 
«Μπορεί κάποιος να μου προσάψει επίθετα όπως βιβλιοφάγος, κουφιονειρόσακος, ισχνός ίσκιος της ζωής και άλλα. Μπορεί να με παρομοιάσετε με τον Δον Κιχώτη που από το πολύ διάβασμα βιβλίων με ιππότες νόμισε πώς ήταν ιππότης. Διαφέρω από αυτόν μόνο στο ότι εγώ νομίζω πως είμαι Δον Κιχώτης.
Μπορείτε ακόμα να μου πείτε κατάμουτρα ότι είμαι ανίκανος να επωφεληθώ από τα βιβλία για να ζήσω τη δική μου ζωή και να δώσω μια μορφή στον εαυτό μου. Τι να κάνω; Δεν καταφέρνω με το διάβασμα των βιβλίων να εμποδίσω τον μανάβη να με εξαπατήσει, δεν γίνεται. Με ξεγελάει ο άτιμος, παρόλο που δεν τον πιστεύω. Και με τους φίλους που τους πιστεύω, πώς θα γίνει να τους εμποδίσω να με απατήσουν; Αυτό πια είναι εντελώς ακατόρθωτο. Οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν. Που θα καταλήξει το παιδί αυτό, αναρωτιούνται. Τουλάχιστον, λένε, θα ‘πρεπε από τα βιβλία να βγάλω βιβλία. Αλλά ούτε κι αυτό μπορώ να κάνω, δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να δω τα βιβλία ως εμπόρευμα που θα χρησιμοποιήσω στη δουλειά μου ∙ αυτά με συνεπαίρνουν. Ίσως ούτε τα ίδια τα βιβλία να μη θέλουν να δένομαι τόσο πολύ μαζί τους. Ίσως να με κοροϊδεύουν για την υπερβολική σοβαρότητα με την οποία τα αντιμετωπίζω. Το ξέρω πώς δεν με υπολογίζουν ούτε κι αυτά. Με περιφρονούν, σαν τις πόρνες που υποτιμούν τους εμπόρους που ξοδεύουν γι’ αυτές λεφτά στα μπαρ.»


Το βιβλίο του Atay, γίνεται – όσο προχωράει –όλο και περισσότερο ελκυστικό, χάρις στην «περιπέτεια» της γλώσσας, στις συνεχείς γλωσσικές εκπλήξεις, που επιφυλάσσει. Στην αφήγηση εισέρχονται, ένα θεατρικό έργο, ένα επικό ποίημα (αλλά και ο πολυσέλιδος σχολιασμός του), μια ψευδο-ιστορία του Τουρκικού έθνους – σε ύφος αρχαϊκού κειμένου, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, ημερολόγια, αστυνομικές καταγραφές παρακολούθησης, η γκροτέσκα σκηνή σε ένα πορνείο, εκατό περίπου σελίδες χωρίς κανένα σημείο στίξης σε μορφή παραληρήματος, σκηνές καθημερινότητας, νοητικά παίγνια αλλά και συνεχείς αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς του Δυτικού κόσμου, που ενισχύονται από τις διαρκείς παραθέσεις των αντιθέσεων μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Οι επιρροές από την Οθωμανική αυτοκρατορία, η βίαιη «δυτικοποίηση» της γλώσσας με την υιοθέτηση ενός νέου αλφαβήτου, η πορεία προς ένα νέο κράτος περιγράφονται, άλλοτε με (πολύ) χιούμορ, άλλοτε με υπαινικτικά κριτική διάθεση σε διαφορετικά τμήματα του βιβλίου.
 
Οι λογοτεχνικές επιρροές (και αναφορές) είναι ιδιαιτέρως εμφανείς, στον υποψιασμένο αναγνώστη (έτσι κι αλλιώς, μόνο ο απαιτητικός αναγνώστης μπορεί να διαβάσει ένα τέτοιο βιβλίο, το οποίο δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό). Μέσα στο βιβλίο βρίσκεις στοιχεία από Θερβάντες, Λ. Στερν μέχρι Γκοντσάρεφ (ο «Ομπλόμοφ» του, χρησιμεύει ως φάρος για το βιβλίο) και Κάφκα. Κι αν στο μυαλό μας έρχεται η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Ραλφ Έλισον με τον «Αόρατο άνθρωπο», ο Ντοστογιέφσκι, ο Ναμπόκοφ με τη «Χλομή φωτιά» και το «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» καθώς οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Atay, είναι σχεδόν οι ίδιες, αλλά και ο Joyce με τον «Οδυσσέα» του, όπου ο εσωτερικός μονόλογος είναι διαρκώς παρών και στους «Αποσυνάγωγους», υπάρχουν και πολλά πράγματα που διαφοροποιούν την κατάσταση. Ο Atay, δεν μιμήθηκε, πήρε ιδέες, είχε πολλά διαβάσματα (αυτό είναι εμφανές από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου) και τα εφάρμοσε με τον δικό του τρόπο. Μέσα στο μυθιστορηματικό παλίμψηστο που δημιούργησε υπάρχουν πολλές φωνές και συνεχείς διαφορές στο ύφος της αφήγησης.
 
Το μυθιστόρημα, επίσης, χαρακτηρίζεται (όπως προανέφερα) από την πολυφωνία αλλά και το χιούμορ του. Οι αφηγηματικές φωνές που παίρνουν την σκυτάλη, η μια από την άλλη, αντικατοπτρίζουν τα διαφορετικά πρόσωπα του Σελίμ, τα διαφορετικά πρόσωπα της Τουρκίας. Μέσα στο βιβλίο βρίσκουμε προφορική αφήγηση που ανακατεύεται με τον εσωτερικό μονόλογο, φωνές του δρόμου και του παζαριού που ανακατεύονται με λογοτεχνικές και υπαρξιακές αναζητήσεις, στοιχεία γκροτέσκα που ανακατεύονται με εσωτερικό σπαραγμό. Ανάλογα με το ποιος αφηγείται – κάτι που μπορεί να μπερδέψει τον αναγνώστη, εάν αυτός δεν αφεθεί στη μαγεία της γλώσσας και θέλει οπωσδήποτε να παρακολουθεί τα πρόσωπα -, έχουμε μια διαρκή μετατόπιση του κέντρου και του νοήματος. Τα περισσότερα στοιχεία στο βιβλίο λειτουργούν αλληγορικά και έρχονται και δένουν αρμονικά στις τελευταίες 100-150 σελίδες όταν ο Τουργκούτ θα τραβήξει τον δικό του αδιέξοδο υπαρξιακά δρόμο.
 
«Σε όλη τη ζωή του μιλούσε. Στο τέλος, κατάφερε να φτιάξει μια λέξη, μόνο μια λέξη: tutunamayanlar. Στον πληθυντικό: αποσυνάγωγοι. Μια λέξη που ένωνε μεταξύ τους μερικούς αλησμόνητους γι’ αυτόν ανθρώπους. (…) Ο Σελίμ ένιωσε ότι σε όλη τη ζωή του είχε αποφύγει τους αποσυνάγωγους. Κατάλαβε ότι φοβόταν μην τον κολλήσουν. Τον βασάνισαν οι τύψεις που τους είχε αδικήσει τόσο. Συνειδητοποίησε ότι του είχαν δοθεί πολλές ευκαιρίες να γίνει ο αληθινός εκπρόσωπός τους και τις είχε χάσει. Προσπάθησε να δραπετεύσει ακόμα και από αυτές τις σκέψεις. Μια ζωή δραπέτευε από τις σκέψεις του. Σαν τελευταίο καταφύγιο κλείστηκε στο δωμάτιό του. Έκλεισε την πόρτα. Δεν άκουγε φωνές, δεν έβλεπε εικόνες. Δεν έτρωγε, δεν έπινε. Απέφευγε τους φίλους, δεν ξεχώριζε τους εχθρούς. Τον ανακάλυψαν, ακόμα και σ’ αυτό το τελευταίο καταφύγιο. Εντόπισαν το σημείο όπου βρισκόταν. Ελήφθησαν οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων. Ακούστηκε η υπεράσπιση. Εκδόθηκε η απόφαση. Η ετυμηγορία ήταν ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη. Ο άντρας άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα, τράβηξε το πιστόλι και πυροβόλησε.»
 
Αναζήτηση του νοήματος στην ανθρώπινη ύπαρξη, αναζήτηση εαυτού και ταυτότητας, η θέση του ανθρώπου στην (Τουρκική) κοινωνία, ο διχασμός της προσωπικότητας, η αποξένωση, η μοναξιά, οι υπαρξιακές και ψυχολογικές αγωνίες είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου, αλλά και μέσα από την παθητική αντίσταση που επιλέγει ο Σελίμ – πρόσωπο που χρησιμεύει περισσότερο ως αλληγορία, παρά ως στιβαρός μυθιστορηματικός χαρακτήρας -, και συν τω χρόνω, ο Τουρκούτ, εκφράζεται η διέξοδός τους απέναντι σε μια κοινωνία «εχθρική» και οπισθοδρομική, που νιώθουν αποσυνάγωγοι διανοητικά αρχικά αλλά και σωματικά στη συνέχεια.
 
Τα κοσμητικά επίθετα μπορούν να λείπουν από αυτό το κείμενο, τι άλλωστε να πρωτοπεί κάποιος. Το μεταμοντέρνο αριστούργημα του Atay, οι πληθωρικοί «ΑΠΟΣΥΝΑΓΩΓΟΙ», αποτελεί αναγνωστική πρόκληση (αλλά και πρόσκληση) για τον απαιτητικό εραστή της λογοτεχνίας. Είναι από τα βιβλία που αρέσουν ή δεν αρέσουν, είναι του γούστου μας ή δεν είναι, οδηγούν την λογοτεχνία ένα βήμα παραπέρα και έτσι πρέπει να τα προσεγγίσει κανείς. Είναι τεράστια η εκδοτική επιτυχία των εκδόσεων Gutenberg, που έφεραν ένα τέτοιο βιβλίο στη γλώσσα μας, απίστευτος ο μεταφραστικός άθλος της Νίκης Σταυρίδη (αλλά και της απόδοσης των ποιητικών τμημάτων από τον Δημήτρη Μαύρο), και θα ήταν «φθηνό» να αναζητούμε με το μοιρογνωμόνιο τυχόν λάθη ή αβλεψίες.
 
Βαθμολογία 88 / 100


 
 
 
  
 
 
 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home