Παρασκευή, Μάρτιος 30, 2007
posted by Librofilo at Παρασκευή, Μάρτιος 30, 2007 | Permalink
Κι'έτσι ξαφνικά...
Τόσο κοντά αλλά και ταυτόχρονα τόσο μακριά είναι τα δύο βιβλία που διάβασα τις τελευταίες ημέρες.Το ΣΑΒΒΑΤΟ του Ιαν Μακγιούαν (εκδ.ΝΕΦΕΛΗ) (60) και το ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ του Γιασμίνα Χάντρα (εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ) (84).
Ο φόβος της τρομοκρατίας είναι κοινός και στα δύο μυθιστορήματα.Σ’αυτό του Μακγιούαν είναι λιγότερο έντονος,είναι ο φόβος του δυτικού ανθρώπου μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου,στο μυθιστόρημα του Χάντρα κυριαρχεί όχι μόνο ο φόβος αλλά και ο θάνατος,εκεί όπου,η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμμία αξία.
Και στα δύο βιβλία έχουμε έναν καθημερινό άνθρωπο που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή του.Γιά τον ήρωα του Μακγιούαν οι αλλαγές δεν καταλήγουν σε κάποιο δράμα,παρ’ότι όλα συνηγορούν προς τα εκεί.Όλα είναι πολύ πολιτισμένα,πολύ κομψά,το δε τέλος είναι μάλλον «ευτυχές» και ευοίωνο.Ο ήρωας του Χάντρα «τα βλέπει όλα» (κυριολεκτικά).Η ζωή του παίρνει μιά τούμπα 180 μοιρών,όλα είναι έντονα βιωμένα,μπρούτα και οι ρυθμοί χτυπάνε κόκκινο.Το τέλος δε είναι όπως και η αρχή-κολασμένο...
Στο ΣΑΒΒΑΤΟ παρακολουθούμε το 24ωρο ενός μεγαλοαστού γιατρού στο κεντρικό Λονδίνο . ο 48χρονος Χένρι Περόουν είναι,ένας ικανότατος, εξαιρετικά εργατικός και με ουμανιστική συνείδηση νευροχειρουργός.Ο Μακγιούαν θεωρεί ότι ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να είναι και τελείως αδαής λογοτεχνικά,και έτσι περιγράφει τον ήρωά του,σαν κάποιον που δεν καταλαβαίνει καθόλου από ποίηση,λογοτεχνία. Είναι παντρεμένος πάνω από 20 χρόνια και παραμένει ερωτευμένος ακόμα με τη γυναίκα του (δικηγόρο), με την οποία έχουν δύο ενήλικα πλέον παιδιά, μια κόρη, η οποία είναι ποιήτρια και ολοκληρώνει τις φιλολογικές της σπουδές στο Παρίσι, και έναν μικρότερο γιο που παράτησε το σχολείο στα 16 του και ασχολείται με τη μουσική ευρισκόμενος στον δρόμο της σχεδόν σίγουρης επιτυχίας λόγω του μεγάλου ταλέντου που διαθέτει. Μένουν δε σε ένα υπέροχο ιδιόκτητο σπίτι που ανήκε στην οικογένεια της γυναικας του. Σ' αυτήν την αρμονικά τακτοποιημένη και ισορροπημένη οικογενειακή, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση βρίσκεται ο Περόουν, ενώ προσμένει να περάσει ένα ανέμελο Σάββατο. Εχει προγραμματίσει να παίξει σκουός με έναν συνάδελφό του, να κάνει τα ψώνια του, να επισκεφθεί την άρρωστη μητέρα του, να παρακολουθήσει μια συναυλία του γιου του και να μαγειρέψει το βράδυ για την απασχολημένη όλη την ημέρα γυναίκα του και για την κόρη του που έρχεται από το Παρίσι, καθώς και για τον διάσημο ποιητή πεθερό του.
Από την αρχή κάτι πάει όμως στραβά στη μέρα του,ξυπνάει προτού ξημερώσει και βλέπει ένα αεροπλάνο να πιάνει φωτιά και να κάνει αναγκαστική προσγείωση στο Χήθροου.Πηγαίνοντας να παίξει σκουός,και προσπαθώντας να αποφύγει μιά μεγάλη διαδήλωση που αρχίζει στο Λονδίνο ψιλοτρακάρει με κάτι ρεμάλια και εμπλέκεται σε ένα χαζοκαυγά ο οποίος παραλίγο να του αλλάξει τη ζωή.Η συνέχεια μπορεί να τη φανταστεί κανείς (γνωρίζοντας το προγενέστερο έργο του συγγραφέα) δραματική,αλλά παρά τις αυξομειώσεις στην ένταση δεν θα εξελιχθεί κατ'αυτόν τον τρόπο.
Ο Μακγιούαν σ’αυτό του το βιβλίο παρουσιάζεται τελείως διαφορετικός από τα πρώτα του έργα τα οποία είχαν έντονη βία και μεγάλες αντιθέσεις.Εδώ ο ήρωας είναι ένας απίστευτα βαρετός τύπος ,τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του που μόνο εκεί (μέσα στο νοσοκομείο)νιώθεις ότι ζει πραγματικά.Η ζωή του είναι τόσο ειδυλλιακή,οι σχέσεις του τόσο αρμονικές.Το 24ωρο του Περόουν δεν έχει κανένα –μα κανένα ενδιαφέρον.Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις εξαιρετικά μακροσκελείς περιγραφές των χειρουργείων του Περόουν (ο συγγραφέας θεωρεί κατόρθωμα-όπως και σχεδόν όλοι οι κριτικοί παγκοσμίως,την διετή έρευνα πάνω στις νευροχειρουργικές επεμβάσεις-εγώ πήδαγα σελίδες,sorry Ian),το ανιαρότατο σκουός με ένα συνάδελφό του και τις μελετημένες και προσεχτικές κινήσεις του απόλυτου μεγαλοαστού σύγχρονου Λονδρέζου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολιτικές απόψεις που θίγονται μέσω συζητήσεων ή προβολής των σκέψεων του Περόουν,οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν το μανιφέστο του Συντηρητικού κόμματος της Μ.Βρετανίας.Οι συζητήσεις με την ψιλοεπαναστάτρια κόρη περί Σαντάμ και πολέμου στο Ιράκ είναι τόσο μπανάλ και πολιτικά ορθές (σύμφωνα με τα Δυτικά standards) που προσωπικά αναρωτιόμουν εάν ο συγγραφέας ειρωνεύεται ή τα γράφει στα σοβαρά τώρα αυτά.Όλα αυτά διανθισμένα με την μαγειρική αυθεντία του ήρωα (είπαμε είναι ο τέλειος σύζυγος),με όλους τους ήρωες να παρουσιάζουν την μεγαλύτερη δόση αυταρέσκειας που μπορεί να βρει κανείς στο σύγχρονο μυθιστόρημα και με τον ουμανισμό του ήρωα να υπερισχύει στο τέλος,εκεί που περιμένεις να ξυπνήσει επιτέλους το κτήνος μέσα του...
Απογοητεύτηκα...Το λιγότερο που μπορώ να πω...Διαβάζεται ευχάριστα,κυλάει ωραία διότι ο Μακγιούαν είναι μάστορας με Μ κεφαλαίο,αλλά είναι τόσο βαρετό-μα τόσο βαρετό που το στόμα μου παρά λίγο να πάθει αγκύλωση από τα βαθειά χασμουρητά.Αποθεώθηκε από Ελληνική και ξένη κριτική εκτός του συναδέλφου του Μακγιούαν,του πολύ καλού(αλλά και ψιλοστριμένου) J.Banville, ο οποίος σε μιά κριτική του στο Ν.Υ.Times το έκανε με τα κρεμμυδάκια(a dismayingly bad book).Κατά την άποψή μου μακράν το χειρότερο μυθιστόρημα που έγραψε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας,αλλά μάλλον είμαι ο μόνος που το πιστεύει αυτό.
Μιά τελείως διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων βρίσκουμε στο εξαιρετικό ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ του περίεργου πρώην αξιωματικού του Αλγερινού στρατού που καλύπτεται κάτω από το ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα.Ο ήρωας και σ’αυτό το βιβλίο είναι γιατρός και μάλιστα πολύ καλός.Χειρουργεί σε ένα νοσοκομείο του Τελ Αβίβ,είναι Παλαιστίνιος με Ισραηλινή υπηκοότητα,δουλεύει σκληρά,η ζωή του έχει φερθεί καλά,αγαπάει τρελλά την γυναίκα του,ζει σε ένα ωραίο μεσοαστικό προάστειο σε ένα υπέροχο σπίτι.Μιά ακόμα τρομοκρατική επίθεση γίνεται σε ένα εστιατόριο του Τελ Αβίβ και τα περισσότερα θύματα είναι παιδιά.Το νοσοκομείο του υποδέχεται τους περισσότερους τραυματίες,σώζει ζωές,χειρουργεί,φροντίζει κόσμο.Γυρίζει κατάκοπος-πέφτει να κοιμηθεί και τον ξυπνάνε λέγοντάς του,τι?Ότι η αγαπημένη του σύζυγος ήταν η καμικάζι που ζωσμένη με εκρηκτικά ανατινάχθηκε στο εστιατόριο...
Η ζωή του καταρρέει,στην αρχή αρνείται να δεχτεί την φριχτή αλήθεια.
«Πιστεύουμε πως ξέρουμε.Κι’έτσι παύουμε να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή και παριστάνουμε πως όλα πηγαίνουν στην εντέλεια.Με τον καιρό τελικά σταματάμε να δίνουμε την πρέπουσα σημασία στα πράγματα.Δείχνουμε εμπιστοσύνη.Τι περισσότερο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε?Η ζωή μας χαμογελά,το ίδιο και η τύχη.Αγαπάμε και μας αγαπούν.Έχουμε τις δυνατότητες να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας.Όλα πάνε καλά,όλα πάνε κατ’ευχήν.Κι’έπειτα,χωρις καμμιά προειδοποίηση,ο ουρανός πέφτει και μας πλακώνει.Κι’οταν βρεθούμε πεσμένοι κάτω,τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η ζωή,ολόκληρη η ζωή,με τις καλές και τις κακές της στιγμές,τις χαρές και τις λύπες της,με τις υποσχέσεις και με τις αποτυχίες της,κρέμεται μονάχα από μιά κλωστή τόσο λεπτή και αδιόρατη όσο και ο ιστός μιάς αράχνης.Ξαφνικά,ο παραμικρός θόρυβος μας τρομάζει και δεν θέλουμε πιά να πιστέψουμε σε τίποτα.Το μόνο που θέλουμε είναι να κλείσουμε τα μάτια και να πάψουμε να σκεφτόμαστε.»
Ο Αμίν προσπαθεί να καταλάβει,να κατανοήσει γιατί και πως...Το μυθιστόρημα είναι μιά κάθοδος στην κόλαση,στην «καρδιά του σκότους».Ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικά και χωρίς παρωπίδες το φαινόμενο της τρομοκρατίας.Ο ήρωας του είναι στη μέση.Παλαιστίνιος θεωρούμενος από τους δικούς του πουλημένος στους Ισραηλινούς και από τους Ισραηλινούς ένας «ξένος»,ένας «εν δυνάμει τρομοκράτης».Τρώει ξύλο (κυριολεκτικά) και απο τις δύο πλευρές.Προσπαθεί να βρει τι ήταν εκείνο που μετέβαλλε την ήσυχη,αστή (και φαινομενικά ευτυχισμένη)σύζυγό του σε φανατική δολοφόνο.
Ο Χάντρα συνεχίζοντας την ανατομία του ισλαμισμού (αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο μιάς τριλογίας με το ίδιο θέμα,το πρώτο είναι το καταπληκτικό ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ και το τρίτο είναι προς έκδοση και διαδραματίζεται στο Ιράκ),μας περιγράφει με ψύχραιμο βλέμμα τις καταστάσεις που βιώνει ο ήρωας.Γιά τον συγγραφέα δεν υπάρχει μαύρο-άσπρο,όλοι σ’αυτήν την παράλογη κατάσταση είναι θύτες και θύματα,σε μιά ιστορία η οποία μοιάζει αδιέξοδη και χωρίς τέλος.
Όπως δηλώνει σε μιά συνέντευξή του:
"Μερικοί νομίζουν ότι η τρομοκρατία είναι δεύτερη φύση για τους Αραβες και τους μουσουλμάνους. Προσπαθώ να αγωνιστώ ενάντια και σ' αυτήν την ιδέα και σ' αυτήν που θέλει να παρουσιάσει τον τρομοκράτη ως παθολογική περίπτωση. Δεν είναι παθολογικές περιπτώσεις οι τρομοκράτες. Είναι απλώς άνθρωποι που ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν πια όνειρα. Χωρίζουν και μ' αυτά και με τον κόσμο. Βρίσκονται στην πιο σκοτεινή νύχτα και θέλουν να τελειώνουν. Κι έτσι, αυτοκτονούν, παίρνοντας αθώες ψυχές μαζί τους. Μια επίθεση αυτοκτονίας είναι το τέρμα μιας μακράς διαδικασίας. Μπορείς να φτάσεις σ' αυτήν από διαφορετικά μονοπάτια: για να εκδικηθείς μια προσβολή, να διεκδικήσεις ένα δικαίωμα, να φωνάξεις την απελπισία σου. Ηθελα να δείξω τις διαφορετικές πλευρές που ορίζουν αυτήν την πτώση και να αποφύγω να περιορίσω την οργή σε ένα και μόνο καλούπι. Οταν γράφω, δεν είναι για να προειδοποιήσω. Είναι γιατί γνωρίζω. Αντίθετα απ' όσους επικαλούνται ανέξοδα την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, εγώ πολέμησα τους τρομοκράτες. Δεν καταδίκασα την τρομοκρατία από το σαλόνι μου, την πολέμησα επί οκτώ χρόνια. Και μπορώ να πω ότι την κατανόησα".
Υπέροχο βιβλίο,τόσο σκληρό και τόσο αληθινό.Ο Χάντρα είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας,όλα τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα Ελληνικά είναι εξαιρετικά.Η ψύχραιμη και καίρια ματιά του στα φαινόμενα του ισλαμισμού και του ισλαμικού φονταμενταλισμού,μας φέρνουν πιό κοντά στην κατανόηση της παράνοιας που υπάρχει γύρω μας.Εάν στα ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ ο δημιουργός αυτός, φαινόταν περισσότερο καταγγελτικός (λογικό γιατί εκεί ο παραλογισμός είναι σαφής),στο ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ αναλύει και τις δύο πλευρές με σοφία και σύνεση.Μέσα από τα μάτια τού αφελούς καλωσυνάτου γιατρού που το μόνο που ζητούσε από τη ζωή του,ήταν αγάπη και γαλήνη παρακολουθούμε την καθημερινή βία,την αλλοφροσύνη,την δύναμη των οικογενειακών παραδόσεων και πως αυτές συνθλίβονται μέσα στο χάος που δημιουργείται από τους εκατέρωθεν φανατικούς,την προκατάληψη και τον ξεφτιλισμό του ανθρώπου.
Ο φόβος της τρομοκρατίας είναι κοινός και στα δύο μυθιστορήματα.Σ’αυτό του Μακγιούαν είναι λιγότερο έντονος,είναι ο φόβος του δυτικού ανθρώπου μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου,στο μυθιστόρημα του Χάντρα κυριαρχεί όχι μόνο ο φόβος αλλά και ο θάνατος,εκεί όπου,η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμμία αξία.
Και στα δύο βιβλία έχουμε έναν καθημερινό άνθρωπο που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή του.Γιά τον ήρωα του Μακγιούαν οι αλλαγές δεν καταλήγουν σε κάποιο δράμα,παρ’ότι όλα συνηγορούν προς τα εκεί.Όλα είναι πολύ πολιτισμένα,πολύ κομψά,το δε τέλος είναι μάλλον «ευτυχές» και ευοίωνο.Ο ήρωας του Χάντρα «τα βλέπει όλα» (κυριολεκτικά).Η ζωή του παίρνει μιά τούμπα 180 μοιρών,όλα είναι έντονα βιωμένα,μπρούτα και οι ρυθμοί χτυπάνε κόκκινο.Το τέλος δε είναι όπως και η αρχή-κολασμένο...
Στο ΣΑΒΒΑΤΟ παρακολουθούμε το 24ωρο ενός μεγαλοαστού γιατρού στο κεντρικό Λονδίνο . ο 48χρονος Χένρι Περόουν είναι,ένας ικανότατος, εξαιρετικά εργατικός και με ουμανιστική συνείδηση νευροχειρουργός.Ο Μακγιούαν θεωρεί ότι ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να είναι και τελείως αδαής λογοτεχνικά,και έτσι περιγράφει τον ήρωά του,σαν κάποιον που δεν καταλαβαίνει καθόλου από ποίηση,λογοτεχνία. Είναι παντρεμένος πάνω από 20 χρόνια και παραμένει ερωτευμένος ακόμα με τη γυναίκα του (δικηγόρο), με την οποία έχουν δύο ενήλικα πλέον παιδιά, μια κόρη, η οποία είναι ποιήτρια και ολοκληρώνει τις φιλολογικές της σπουδές στο Παρίσι, και έναν μικρότερο γιο που παράτησε το σχολείο στα 16 του και ασχολείται με τη μουσική ευρισκόμενος στον δρόμο της σχεδόν σίγουρης επιτυχίας λόγω του μεγάλου ταλέντου που διαθέτει. Μένουν δε σε ένα υπέροχο ιδιόκτητο σπίτι που ανήκε στην οικογένεια της γυναικας του. Σ' αυτήν την αρμονικά τακτοποιημένη και ισορροπημένη οικογενειακή, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση βρίσκεται ο Περόουν, ενώ προσμένει να περάσει ένα ανέμελο Σάββατο. Εχει προγραμματίσει να παίξει σκουός με έναν συνάδελφό του, να κάνει τα ψώνια του, να επισκεφθεί την άρρωστη μητέρα του, να παρακολουθήσει μια συναυλία του γιου του και να μαγειρέψει το βράδυ για την απασχολημένη όλη την ημέρα γυναίκα του και για την κόρη του που έρχεται από το Παρίσι, καθώς και για τον διάσημο ποιητή πεθερό του.
Από την αρχή κάτι πάει όμως στραβά στη μέρα του,ξυπνάει προτού ξημερώσει και βλέπει ένα αεροπλάνο να πιάνει φωτιά και να κάνει αναγκαστική προσγείωση στο Χήθροου.Πηγαίνοντας να παίξει σκουός,και προσπαθώντας να αποφύγει μιά μεγάλη διαδήλωση που αρχίζει στο Λονδίνο ψιλοτρακάρει με κάτι ρεμάλια και εμπλέκεται σε ένα χαζοκαυγά ο οποίος παραλίγο να του αλλάξει τη ζωή.Η συνέχεια μπορεί να τη φανταστεί κανείς (γνωρίζοντας το προγενέστερο έργο του συγγραφέα) δραματική,αλλά παρά τις αυξομειώσεις στην ένταση δεν θα εξελιχθεί κατ'αυτόν τον τρόπο.
Ο Μακγιούαν σ’αυτό του το βιβλίο παρουσιάζεται τελείως διαφορετικός από τα πρώτα του έργα τα οποία είχαν έντονη βία και μεγάλες αντιθέσεις.Εδώ ο ήρωας είναι ένας απίστευτα βαρετός τύπος ,τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του που μόνο εκεί (μέσα στο νοσοκομείο)νιώθεις ότι ζει πραγματικά.Η ζωή του είναι τόσο ειδυλλιακή,οι σχέσεις του τόσο αρμονικές.Το 24ωρο του Περόουν δεν έχει κανένα –μα κανένα ενδιαφέρον.Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις εξαιρετικά μακροσκελείς περιγραφές των χειρουργείων του Περόουν (ο συγγραφέας θεωρεί κατόρθωμα-όπως και σχεδόν όλοι οι κριτικοί παγκοσμίως,την διετή έρευνα πάνω στις νευροχειρουργικές επεμβάσεις-εγώ πήδαγα σελίδες,sorry Ian),το ανιαρότατο σκουός με ένα συνάδελφό του και τις μελετημένες και προσεχτικές κινήσεις του απόλυτου μεγαλοαστού σύγχρονου Λονδρέζου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολιτικές απόψεις που θίγονται μέσω συζητήσεων ή προβολής των σκέψεων του Περόουν,οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν το μανιφέστο του Συντηρητικού κόμματος της Μ.Βρετανίας.Οι συζητήσεις με την ψιλοεπαναστάτρια κόρη περί Σαντάμ και πολέμου στο Ιράκ είναι τόσο μπανάλ και πολιτικά ορθές (σύμφωνα με τα Δυτικά standards) που προσωπικά αναρωτιόμουν εάν ο συγγραφέας ειρωνεύεται ή τα γράφει στα σοβαρά τώρα αυτά.Όλα αυτά διανθισμένα με την μαγειρική αυθεντία του ήρωα (είπαμε είναι ο τέλειος σύζυγος),με όλους τους ήρωες να παρουσιάζουν την μεγαλύτερη δόση αυταρέσκειας που μπορεί να βρει κανείς στο σύγχρονο μυθιστόρημα και με τον ουμανισμό του ήρωα να υπερισχύει στο τέλος,εκεί που περιμένεις να ξυπνήσει επιτέλους το κτήνος μέσα του...
Απογοητεύτηκα...Το λιγότερο που μπορώ να πω...Διαβάζεται ευχάριστα,κυλάει ωραία διότι ο Μακγιούαν είναι μάστορας με Μ κεφαλαίο,αλλά είναι τόσο βαρετό-μα τόσο βαρετό που το στόμα μου παρά λίγο να πάθει αγκύλωση από τα βαθειά χασμουρητά.Αποθεώθηκε από Ελληνική και ξένη κριτική εκτός του συναδέλφου του Μακγιούαν,του πολύ καλού(αλλά και ψιλοστριμένου) J.Banville, ο οποίος σε μιά κριτική του στο Ν.Υ.Times το έκανε με τα κρεμμυδάκια(a dismayingly bad book).Κατά την άποψή μου μακράν το χειρότερο μυθιστόρημα που έγραψε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας,αλλά μάλλον είμαι ο μόνος που το πιστεύει αυτό.
Μιά τελείως διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων βρίσκουμε στο εξαιρετικό ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ του περίεργου πρώην αξιωματικού του Αλγερινού στρατού που καλύπτεται κάτω από το ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα.Ο ήρωας και σ’αυτό το βιβλίο είναι γιατρός και μάλιστα πολύ καλός.Χειρουργεί σε ένα νοσοκομείο του Τελ Αβίβ,είναι Παλαιστίνιος με Ισραηλινή υπηκοότητα,δουλεύει σκληρά,η ζωή του έχει φερθεί καλά,αγαπάει τρελλά την γυναίκα του,ζει σε ένα ωραίο μεσοαστικό προάστειο σε ένα υπέροχο σπίτι.Μιά ακόμα τρομοκρατική επίθεση γίνεται σε ένα εστιατόριο του Τελ Αβίβ και τα περισσότερα θύματα είναι παιδιά.Το νοσοκομείο του υποδέχεται τους περισσότερους τραυματίες,σώζει ζωές,χειρουργεί,φροντίζει κόσμο.Γυρίζει κατάκοπος-πέφτει να κοιμηθεί και τον ξυπνάνε λέγοντάς του,τι?Ότι η αγαπημένη του σύζυγος ήταν η καμικάζι που ζωσμένη με εκρηκτικά ανατινάχθηκε στο εστιατόριο...
Η ζωή του καταρρέει,στην αρχή αρνείται να δεχτεί την φριχτή αλήθεια.
«Πιστεύουμε πως ξέρουμε.Κι’έτσι παύουμε να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή και παριστάνουμε πως όλα πηγαίνουν στην εντέλεια.Με τον καιρό τελικά σταματάμε να δίνουμε την πρέπουσα σημασία στα πράγματα.Δείχνουμε εμπιστοσύνη.Τι περισσότερο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε?Η ζωή μας χαμογελά,το ίδιο και η τύχη.Αγαπάμε και μας αγαπούν.Έχουμε τις δυνατότητες να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας.Όλα πάνε καλά,όλα πάνε κατ’ευχήν.Κι’έπειτα,χωρις καμμιά προειδοποίηση,ο ουρανός πέφτει και μας πλακώνει.Κι’οταν βρεθούμε πεσμένοι κάτω,τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η ζωή,ολόκληρη η ζωή,με τις καλές και τις κακές της στιγμές,τις χαρές και τις λύπες της,με τις υποσχέσεις και με τις αποτυχίες της,κρέμεται μονάχα από μιά κλωστή τόσο λεπτή και αδιόρατη όσο και ο ιστός μιάς αράχνης.Ξαφνικά,ο παραμικρός θόρυβος μας τρομάζει και δεν θέλουμε πιά να πιστέψουμε σε τίποτα.Το μόνο που θέλουμε είναι να κλείσουμε τα μάτια και να πάψουμε να σκεφτόμαστε.»
Ο Αμίν προσπαθεί να καταλάβει,να κατανοήσει γιατί και πως...Το μυθιστόρημα είναι μιά κάθοδος στην κόλαση,στην «καρδιά του σκότους».Ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικά και χωρίς παρωπίδες το φαινόμενο της τρομοκρατίας.Ο ήρωας του είναι στη μέση.Παλαιστίνιος θεωρούμενος από τους δικούς του πουλημένος στους Ισραηλινούς και από τους Ισραηλινούς ένας «ξένος»,ένας «εν δυνάμει τρομοκράτης».Τρώει ξύλο (κυριολεκτικά) και απο τις δύο πλευρές.Προσπαθεί να βρει τι ήταν εκείνο που μετέβαλλε την ήσυχη,αστή (και φαινομενικά ευτυχισμένη)σύζυγό του σε φανατική δολοφόνο.
Ο Χάντρα συνεχίζοντας την ανατομία του ισλαμισμού (αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο μιάς τριλογίας με το ίδιο θέμα,το πρώτο είναι το καταπληκτικό ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ και το τρίτο είναι προς έκδοση και διαδραματίζεται στο Ιράκ),μας περιγράφει με ψύχραιμο βλέμμα τις καταστάσεις που βιώνει ο ήρωας.Γιά τον συγγραφέα δεν υπάρχει μαύρο-άσπρο,όλοι σ’αυτήν την παράλογη κατάσταση είναι θύτες και θύματα,σε μιά ιστορία η οποία μοιάζει αδιέξοδη και χωρίς τέλος.
Όπως δηλώνει σε μιά συνέντευξή του:
"Μερικοί νομίζουν ότι η τρομοκρατία είναι δεύτερη φύση για τους Αραβες και τους μουσουλμάνους. Προσπαθώ να αγωνιστώ ενάντια και σ' αυτήν την ιδέα και σ' αυτήν που θέλει να παρουσιάσει τον τρομοκράτη ως παθολογική περίπτωση. Δεν είναι παθολογικές περιπτώσεις οι τρομοκράτες. Είναι απλώς άνθρωποι που ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν πια όνειρα. Χωρίζουν και μ' αυτά και με τον κόσμο. Βρίσκονται στην πιο σκοτεινή νύχτα και θέλουν να τελειώνουν. Κι έτσι, αυτοκτονούν, παίρνοντας αθώες ψυχές μαζί τους. Μια επίθεση αυτοκτονίας είναι το τέρμα μιας μακράς διαδικασίας. Μπορείς να φτάσεις σ' αυτήν από διαφορετικά μονοπάτια: για να εκδικηθείς μια προσβολή, να διεκδικήσεις ένα δικαίωμα, να φωνάξεις την απελπισία σου. Ηθελα να δείξω τις διαφορετικές πλευρές που ορίζουν αυτήν την πτώση και να αποφύγω να περιορίσω την οργή σε ένα και μόνο καλούπι. Οταν γράφω, δεν είναι για να προειδοποιήσω. Είναι γιατί γνωρίζω. Αντίθετα απ' όσους επικαλούνται ανέξοδα την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, εγώ πολέμησα τους τρομοκράτες. Δεν καταδίκασα την τρομοκρατία από το σαλόνι μου, την πολέμησα επί οκτώ χρόνια. Και μπορώ να πω ότι την κατανόησα".
Υπέροχο βιβλίο,τόσο σκληρό και τόσο αληθινό.Ο Χάντρα είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας,όλα τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα Ελληνικά είναι εξαιρετικά.Η ψύχραιμη και καίρια ματιά του στα φαινόμενα του ισλαμισμού και του ισλαμικού φονταμενταλισμού,μας φέρνουν πιό κοντά στην κατανόηση της παράνοιας που υπάρχει γύρω μας.Εάν στα ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ ο δημιουργός αυτός, φαινόταν περισσότερο καταγγελτικός (λογικό γιατί εκεί ο παραλογισμός είναι σαφής),στο ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ αναλύει και τις δύο πλευρές με σοφία και σύνεση.Μέσα από τα μάτια τού αφελούς καλωσυνάτου γιατρού που το μόνο που ζητούσε από τη ζωή του,ήταν αγάπη και γαλήνη παρακολουθούμε την καθημερινή βία,την αλλοφροσύνη,την δύναμη των οικογενειακών παραδόσεων και πως αυτές συνθλίβονται μέσα στο χάος που δημιουργείται από τους εκατέρωθεν φανατικούς,την προκατάληψη και τον ξεφτιλισμό του ανθρώπου.
