Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2009 | Permalink
Oh captain,my captain...
Δύσκολο να διαβάσεις μιά ιστορία, ένα μυθιστόρημα γύρω από τις λογοτεχνικές προσπάθειες μαθητών σε κάποιο «φωτισμένο» σχολείο και να μη σου έρθει στο μυαλό, η εμβληματική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών». Πως να ξεφύγεις από αυτήν την παγίδα, όταν η ατμόσφαιρα στο πολύ καλό μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα, TOBIAS WOLFF «ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» ,(Εκδ.Πόλις, μετάφρ.Π.Κοντογιάννη-επιμ.Α.Κυριακίδη,σελ.258), θυμίζει την ανωτέρω ταινία...

Το βιβλίο όμως αυτό, είναι κάτι διαφορετικό και πολύ πιό διεισδυτικό. Μυθιστόρημα μαθητείας (bildungsroman) το οποίο χτίζεται πάνω σε διάφορα «μυστικά και ψέμματα» που κυριαρχούν στην εξέλιξη της ιστορίας και που ασχολείται με την επίδραση που έχουν τα βιβλία και οι συγγραφείς που διαβάζουν οι έφηβοι μαθητές και πως αντανακλώνται αυτά στις ζωές τους.

Το σχεδόν ιδανικό σχολείο αρρένων της ανατολικής ακτής των Η.Π.Α προσφέρει το κατάλληλο διδακτικό περιβάλλον γιά να ανθίσουν συγγραφικά μυαλά. Βρισκόμαστε στην αρχή της δεκαετίας του 60 και ο ανώνυμος ήρωας του μυθιστορήματος ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Το σχολείο είναι σνομπ, αριστοκρατικό με το δικό του πολύ αυστηρό σύστημα αξιών, και αυτός σπουδάζει με υποτροφία κρατώντας ένα σχετικό χαμηλό προφίλ αποκρύπτοντας από όλους την εβραϊκή του καταγωγή και την οικογενειακή του κατάσταση (παιδί χωρισμένων γονιών). Ικανός στη γραφή και αρκετά δημοφιλής μεταξύ των συμμαθητών του πλέον έχει καταξιωθεί στην πνευματική ελίτ του σχολείου και περνάει τον τελευταίο χρόνο πριν την αποφοίτηση του ασχολούμενος και με το λογοτεχνικό περιοδικό της σχολής. Έχει γίνει δεκτός από το Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης οπότε το μέλλον του προδιαγράφεται λαμπρό.

Γιά τους μαθητές του σχολείου τα πιό σημαντικά γεγονότα του εκπαιδευτικού έτους είναι οι συναντήσεις που οργανώνονται κάθε τρίμηνο με κάποιον γνωστό και καταξιωμένο λογοτέχνη. Οι τελειόφοιτοι μαθητές καλούνται να υποβάλλουν ένα διήγημα (αν είναι μυθιστοριογράφος ο καλεσμένος) ή ένα ποίημα (εάν το τιμώμενο πρόσωπο είναι ποιητής) και ο λογοτέχνης επιλέγει το καλύτερο και περνάει μερικές ώρες με τον νικητή. Τα κριτήρια είναι πάντα προσωπικά και επαφίενται στην κρίση του λογοτέχνη οπότε συχνά-πυκνά προκύπτουν ανατροπές στα προγνωστικά.

Ο μεγάλος ποιητής Ρόμπερτ Φροστ επιλέγει ένα ποίημα που το θεώρησε παρωδία παρ’ότι ο νεαρός που το έγραψε άλλα είχε στο μυαλό του ενώ η πολύ επιτυχημένη μεταπολεμική συγγραφέας Έιν Ραντ (εμείς στην Ελλάδα την γνωρίσαμε ως Άυν Ραντ,όπως σωστά επισημαίνει η anagnostria), επιλέγει ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας από έναν μαθητή που δεν είχε ξαναγράψει τίποτα. Ο ερχομός της Ραντ στο σχολείο αποκαλύπτει στα μάτια του αφηγητή μιά τελείως εγωίστρια και αγενή γυναίκα με σχεδόν φασιστική και αλαζονική συμπεριφορά που του αφήνει πολλά ερωτηματικά γιά την ποιότητα των γραπτών της. Εκεί δε που τον είχε συναρπάσει ένα της βιβλίο διαπιστώνει ότι πλέον δεν αντέχει να διαβάσει τίποτε άλλο δικό της αφού συνδιάζει τα λεγόμενα της με τα γραπτά της... «Το πρόβλημα μου ήταν ότι δεν μπορούσα πια να διαβάζω τις προτάσεις της Έιν Ραντ και να μην ακούω τη φωνή της. Και με το που άκουγα τη φωνή της, έβλεπα το πρόσωπό της ή, μάλλον, την έκφραση στο πρόσωπό της, όταν φταρνίστηκα. Ήταν μιά έκφραση έντονης απέχθειας – όχι απλώς ένας κοριτσίστικος μορφασμός αηδίας, αλλά μιά εκδήλωση πνευματικής απέχθειας, που με ανάγκαζε να δω τον εαυτό μου σαν κάποιο αξιολύπητο πλάσμα κάτω από μεγεθυντικό φακό,με σκασμένα χείλη, ωχρό ιδρωμένο πρόσωπο, υγρά μάτια κι όλα τα σχετικά. Μ’ έκανε να νιώσω ότι η αρρώστεια είναι κάτι ταπεινωτικό.»

Το μεγάλο γεγονός όμως της χρονιάς είναι η πρόσκληση προς τον Έρνεστ Χεμινγκγουέι που ο αστικός μύθος του σχολείου λέει ότι είναι προσωπικός φίλος του Κοσμήτορα της Σχολής. Ο γέρων συγγραφέας αποτελεί πρότυπο γιά τους περισσότερους επίδοξους συγγραφείς και οι γραφομηχανές στους μαθητικούς κοιτώνες πήραν φωτιά. Ο αφηγητής αισθάνεται σίγουρος πως θα κερδίσει και θα συναντήσει face to face το είδωλό του. Αισθάνεται έτοιμος να γράψει το διήγημα της ζωής του και γιά να μπει περισσότερο στην ψυχοσύνθεση του Χεμινγκγουέι αντιγράφει όλα του τα διηγήματα στην γραφομηχανή του ως άσκηση. Αλλά κολλάει, δεν μπορεί να βγάλει τίποτα (οι απόψεις του γιά τον μεγάλο συγγραφέα διαφοροποιούνται όσο τον μελετάει ενδελεχώς), και τα χρονικά πλαίσια στενεύουν – και τότε διαβάζει ένα διήγημα σε κάποιο παλιό περιοδικό μιάς άγνωστης κοπέλλας. Είναι η περιγραφή σε τελείως Φιτζεραλντικό στυλ της εμπειρίας ενός αδιάφορου και καθημερινού κοριτσιού σε ένα καλοκαιρινό χορό. Ο ήρωας μας παθαίνει την πλάκα του και θεωρεί ότι το διήγημα περιγράφει τη ζωή του – αυτό λέει είναι, πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο...Και τι κάνει: αντιγράφει σχεδόν λέξη προς λέξη (αλλάζοντας μόνο τα ονόματα και το φύλο της πρωταγωνίστριας) το διήγημα σχεδόν αυτόματα χωρίς να έχει επίγνωση της πράξεώς του. Το διήγημα του βραβεύεται αλλά τα γεγονότα που ακολουθούν αναποδογυρίζουν την ζωή του...

Ένα μυθιστόρημα γεμάτο μυστικά και ψέμματα είναι το «Παλιό Σχολείο».Μυστικά από τον ήρωα που αποκρύβει την καταγωγή του προσπαθώντας να επιβιώσει μέσα στον μικρόκοσμο του σχολείου, ψέμματα από τον ίδιο με την λογοκλοπή που θεωρείται τεράστιο αμάρτημα αλλά που το αντιμετωπίζει με απίστευτο χιούμορ η συγγραφέας του διηγήματος όταν μετά από χρόνια της το ομολογεί ο δράστης. Ψέμματα από το ίδιο το σχολείο που προσπαθεί με το ψευτοαναγεννησιακό του αρχιτεκτονικό στυλ να ομοιάσει με τα αντίστοιχα βρετανικά σχολεία. Ψέμματα από τον Κοσμήτορα της Σχολής, οικογενειακά μυστικά από τον καθηγητή Ράσμους και την σύζυγό του.

Το βιβλίο είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό όπως έχει πολλάκις δηλώσει ο Γουλφ σε συνεντεύξεις του. Μπορεί να μην είναι αριστούργημα και να μη θεωρείται από την διεθνή κριτική το καλύτερό του έργο αλλά εντυπωσιάζει με την ποιότητα της γραφής του και την εξαιρετικά λεπτομερή ανάπτυξη του χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα του (alter ego του συγγραφέα). Ο ήρωας προσπαθεί να μιμηθεί διάφορα στυλ γραφής και όταν επιτέλους συνειδητοποιεί ποιό είναι αυτό που του ταιριάζει και βγάζει τον αληθινό του εαυτό τιμωρείται χωρίς έλεος και ελαφρυντικά.

Η γραφή του Γουλφ θυμίζει καλές στιγμές του Φίλιπ Ροθ και οι λογοτεχνικές αναφορές και συζητήσεις που περιγράφονται στο μυθιστόρημα είναι χρήσιμες γιά κάθε βιβλιόφιλο . Σκοτεινότερο από τον ΚΥΚΛΟ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ και πολύ πιό εσωτερικό το ΠΑΛΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ μας υπενθυμίζει την σχετικότητα της «πρωτότυπης γραφής», την σχετικότητα της «αυθεντίας» και το πως μπορούμε να κρύβουμε τους σκελετούς μέσα στο ντουλάπι μας (όπως ο Κοσμήτορας) γιά μιά ολόκληρη ζωή. Ένα βιβλίο «αγαπησιάρικο», με εκπληκτική αρχή και υπέροχο τέλος, που είναι και ένα ταξίδι στην παγκόσμια λογοτεχνία και που μπορεί να αποτελέσει αφορμή γιά περισσότερο ψάξιμο πάνω σε κάποιους συγγραφείς και ποιητές που περνάνε από τις σελίδες του.