Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009 | Permalink
...όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου...
«Ίσως έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κανονική διαδρομή για να βγει κανείς από την αγάπη όπως υπάρχει για να μπει.»

«ΟΙ MAYTREES» της Αμερικανίδας συγγραφέως Annie Dillard, (Εκδ.Ίνδικτος, μετάφρ.Γ.Μπαρουξή, σελ.263), είναι ένα χαμηλότονο και συγκινητικό μυθιστόρημα αληθινής αγάπης, συντροφικότητας και ελπίδας. Γραμμένο με απλή και λιτή γλώσσα περιγράφει την ζωή ενός ξεχωριστού ζευγαριού, των Μέιτρις διατρέχοντας ολόκληρη σχεδόν την μεταπολεμική περίοδο.

Το σκηνικό είναι το ακρωτήριο Κοντ της Μασαχουσέτης και πιό συγκεκριμένα το Πρόβινστάουν, μιά μικρή πόλη περισσότερο γνωστή ως εξοχικό θέρετρο. Εκεί ζουν μόνιμα ο Τόμπι Μέιτρι και η Λου Μπιγκελόου. Απλά και ήρεμα ερωτεύονται και παντρεύονται διαμένοντας στο σπίτι της πιό ευκατάστατης οικογενειακά Λου. Ο Τόμπι είναι ποιητής και με έναν συνεταίρο επισκευάζει και «μετακινεί» εξοχικές κατοικίες. Η Λου ζωγραφίζει λίγο και ασχολείται περισσότερο με τα οικιακά. Δεν πολυμιλάνε μεταξύ τους, συνεννοούνται περισσότερα με τα μάτια, ο ένας καταλαβαίνει αμέσως τι θέλει ο άλλος. Έχουν και ένα μικρό καλύβι στους αμμολοφους που είναι ιδανικό για το καλοκαίρι. Μετά από μερικά χρόνια γεννιέται ο γιός τους, ο Πιτ.

«Για πολύ καιρό δεν είχαν αυτοκίνητο, ούτε τηλεόραση όταν βγήκαν οι τηλεοράσεις, ούτε ασφάλεια ζωής, ούτε οικονομίες. Μια φορά τη βδομάδα άκουγαν παγκόσμιες ειδήσεις από το ραδιόφωνο. Έδιναν χρήματα για τις οικογένειες των ανθρακορύχων που απεργούσαν. Αγαπούσαν τον γιό τους, τον Πιτ, το μοναδικό παιδί τους. Οι δυό τους μαζί διάβαζαν γύρω στα τριακόσια βιβλία τον χρόνο. Αυτός διάβαζε για πληροφορίες, αυτή για έκσταση. Δεν υπήρχε τίποτα πλούσιο στη ζωή τους εκτός από τις μέρες τους που ξεχείλιζαν από χρόνο.
Το ύψος και η ηρεμία της Λου Μέιτρι την έκαναν να μοιάζει με άγαλμα. Τα ξανθά μαλλιά και το κατάλευκο δέρμα της έκαναν αντίθεση με το κόκκινο που φορούσε όλο το χρόνο για να δίνει χρώμα στη σκηνή. Η ευγένεια, η υποχωρητικότητα, και ιδιαίτερα η σιωπή της, κρατούσαν από μιά εποχή χαμένη πιά. Το ύψος της, τα μεγάλα μάτια, το ψηλό μέτωπο και το ίσιο παράστημά της τής έδιναν έναν επιβλητικό αέρα. Η οικειότητα τής ήταν εύκολη, αλλά οι ξένοι δεν το έβλεπαν αυτό.
Όταν γέρασε, ζούσε μόνη στην μονόχωρη καλύβα των Μέιτρι στους παραβολικούς αμμόλοφους. Τις Παρασκευές διέσχιζε τους πίσω αμμόλοφους μέχρι την πόλη στον κόλπο και αγόραζε προμήθειες. Ένα ψάθινο καπέλο κρατούσε το πρόσωπό της καθαρό. Χρόνο με το χρόνο οι κόγχες των ματιών της βάθαιναν πιό πολύ και τα βιολετιά της χείλια γίνονταν πιό λεπτά.
Σε όλη τη ζωή της ήταν ειρωνική και αυστηρή με τις σκέψεις της. Τα περισσότερα βράδια της Παρασκευής πήγαινε γιά χορό στην πόλη. Ο κόσμος έλεγε ότι ο Μέιτρι, ή η ευτυχία, ή η μοναξιά την είχε τρελλάνει. Ο κόσμος έλεγε ότι μικρή ήταν άσχημη, ή ότι ήταν ένα παιδί σταρ του κινηματογράφου· ότι κληρονόμησε αμύθητα ποσά και ζούσε σε μιά καλύβα χωρίς σωλήνες και καλώδια· ότι διάβαζε υπερβολικά· ότι της έλειπε η φιλοδοξία και θα μπορούσε να είχε παντρευτεί οποιονδήποτε. Της έλειπε η τραγική αίσθηση της γυναίκας. Έκανε ότι ήθελε – αυτή και ποιός άλλος πάνω στη γη; Σε όλη της τη ζωή έβρισκε την αξιοπρέπεια υπερτιμημένη. Κατέβαινε κατρακυλώντας τους αμμόλοφους.

Τα περισσότερα από τα λιγοστά και συνηθισμένα πράγματα που έκαναν η Λου και ο Τόμπι Μέιτρι έγιναν στο παραλιακό σπίτι μπροστά στον μπροστινό δρόμο της πόλης, και πιό συγκεκριμένα στο κρεβάτι του.

Ο σκελετός του κρεβατιού τους ήταν παλιός μεταλλικός σωλήνας, σιδερένιος. Η Λου Μέιτρι έβαψε το αψιδωτό κεφαλάρι και τα πόδια του λευκά. Κάθε λίγα χρόνια έτριβε με γυαλόχαρτο τις σκουριασμένες ροζέτες και το έβαφε πάλι λευκό. Αυτή ήταν λίγο πολύ όλη η δουλειά που έκανε στο σπίτι, αν και ήξερε επίσης να κάνει οικονομία στα τρόφιμα. Θα μπορούσε κανείς να χωρίσει το διπλό κρεβάτι τους στη μεριά της και τη μεριά του μετρώντας τέσσερις σωλήνες, αλλά οι δυό τους αγνοούσαν τις συμμετρίες. Ο Μέιτρι κοιμόταν με το μακρύ του πόδι απλωμένο πάνω της, όπως ένας σκύλος διεκδικεί ένα κομμάτι ξύλο.
Μιά φορά ενώ ο Μέιτρι κοιμόταν από τη μεριά του, τα πόδια του κουνιούνταν και είχε λαχανιάσει. Η Λου του έσφιξε τον ώμο.
Κυνηγάς λαγό;
Ο Μέιτρι πήρε βαθειά ανάσα και είπε: χορεύω κλακέτες.»


Το Πρόβινστάουν μαζεύει καλλιτεχνικό κόσμο. Ζωγράφους, συγγραφείς, ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος – ανθρώπους ανεξάρτητους και αντισυμβατικούς. Οι παρέες των Μέιτρις είναι τύποι ελεύθεροι και άνετοι. Η κολλητή τους Ντίρι, λίγο μεγαλύτερη τους, πολλές φορές κοιμάται στην παραλία ή εξαφανίζεται ακολουθώντας κάποιον έρωτα. Όταν ο Τόμπι Μέιτρι την ερωτεύεται και φεύγουν μαζί, η ξαφνική τους φυγή σκάει σαν βόμβα στην μικρή κοινότητα. Η Λου όταν ξεπερνάει το αρχικό σοκ αντιμετωπίζει ψύχραιμα την κατάσταση ενώ ο Πιτ νιώθει προδομένος και από τους δύο, από τον πατέρα που ήταν το πρότυπό του και από την Ντίρι που τον μεγάλωσε παρέα με την μητέρα του.
Το «παράνομο» ζεύγος εγκαθίσταται στο νησί του Μέιν, οχι πολύ μακριά, ούτε τόσο κοντά από το Πρόβινστάουν. Ο Τόμπι χτίζει σπίτια και προσπαθεί να γράψει μεγάλα (σε έκταση) ποιήματα, η Ντίρι αναπτύσσει επιχειρηματικό ταλέντο αφού διαβλέπει την ανάγκη των ανθρώπων των πόλεων για εξοχικές κατοικίες.

Η Λου μένει μόνη της, περνάει τον περισσότερο χρόνο της στην καλύβα, στους αμμόλοφους, ζωγραφίζει και όταν φεύγει ο Πιτ γιά να δουλέψει ως ναυτικός έχει όλο τον χρόνο δικό της.
«...Για ένα λεπτό με το ρολόι της,φαντάστηκε ότι συμπαθεί τον Μέιτρι αμερόληπτα. Μόνο για ένα λεπτό με το ρολόι της τον είδε από τη δική του πλευρά. Εκείνη τη μέρα, έχοντας δώσει τόπο κατά μία μοίρα τόξου μόνο, για ένα λεπτό, είδε από μακριά την ανακούφιση. Ήταν κάτι που μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε ν’ανεβαίνει στο μνημείο κάθε μέρα και να δουλεύει πάνω στον εαυτό της σαν άσκηση. Δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει. Τα χρόνια τους μαζί ήταν καλά. Ο Μέιτρι είχε φύγει ήδη. Το μόνο που είχε να κάνει τώρα για να βρει τη γαλήνη ήταν να του δώσει τόπο μέσα της.
Μέσα σ’ενα μήνα κατάλαβε οτι αν δεχόταν πως δεν είναι η ίδια το κέντρο του κόσμου, δεν υπήρχε αδικία ή προδοσία. Αν πίστευε ότι ήταν ελεύθερη, ότι είχε βγει από τον λάκκο της πίσσας, δεν θα ελευθερωνόταν τότε από τον λάκκο της πίσσας; Τι ήταν αυτό για παράδειγμα, μπροστά στο να έχανε τον Πίτι; Γιατί να προσβληθεί προσωπικά επειδή δύο άτομα ερωτεύτηκαν; Ήξερε ότι μέμφονταν τον εαυτό τους. Ο Μέιτρι πάθαινε κρίσεις ενθουσιασμού. Η φύση της Ντίρι ήταν η αγάπη. Τι σημασία θα είχαν όλα αυτά μετά από διακόσια χρόνια; Είχε πολλές δεκαετίες να ζήσει ακόμη. Το αν θα τις ζούσε ή όχι ήταν δική της επιλογή.»


Εκεί στους αμμόλοφους,η Λου δείχνει ήρεμη κι ευτυχισμένη. Νιώθει ότι επικοινωνεί με τον Τόμπι, ότι οι δυό τους παραμένουν κοντά παρότι είναι πλέον μακριά, η ζωή όμως είναι απρόβλεπτη και επιφυλάσσει εκπλήξεις και γεγονότα αναπάντεχα. Εκεί είναι που όλοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας θα δοκιμαστούν γιά να επικρατήσει η ανθρωπιά και η συγχώρεση, η φυσιολογική ροή της ζωής που μάλλον όλοι μας την έχουμε ξεχάσει και μας την θυμίζει αυτό το λιτό και ποιητικό μυθιστόρημα.

Το βιβλίο είναι γεμάτο από εκπληκτικές εικόνες της φύσης, των ακτών και της θάλασσας, των μικρών παραθαλάσσιων χωριών που σιγά-σιγά αλλοιώνεται η ταυτότητά τους. Η συγγραφέας παραθέτει μιά σειρά από μικρά καθημερινά επεισόδια, η ίδια η ζωή των Μέιτρις δεν έχει κάτι το συγκλονιστικό. Είναι πολύ ζωντανές οι σκηνές της περιγραφής του έρωτα που νιώθει ο Τόμπι για την Λου όταν την πρωτοβλέπει – ένα είδος θαυμασμού που νιώθει για το «άπιαστο» και το «άϋλο» της εμφάνισής της που του θυμίζει την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Η Λου δεν εκδηλώνεται, και αυτό την καθιστά παρεξηγήσιμη στην κοινότητα. Είναι πάντα απόμακρη και αμίλητη αλλά τόσο κοντά σε όλους. Εκείνη δίνει τον τόνο στην ιστορία.

Η Ντίλαρντ δείχνει τους ήρωές της να αλλάζουν με τον χρόνο, να μεταβάλλεται και η μορφή της σχέσης τους που περνάει από διάφορα στάδια. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και φιλοσοφικό μυθιστόρημα γύρω από τον γάμο, γύρω από τις ερωτικές σχέσεις, γύρω από τις εσωτερικές διεργασίες της καρδιάς και των συναισθημάτων – είναι το στυλ της συγγραφέως με την ποιητική της γεμάτη συναίσθημα γλώσσα που συγκινεί και μας κάνει να συμπάσχουμε με αυτό το ιδιόμορφο και αξιαγάπητο ζευγάρι,τους Μέιτρις.