Τρίτη, Μαΐου 26, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 26, 2009 | Permalink
Το μάταιο χθες θα γεννήσει ένα κενό και –ευτυχώς- εφήμερο αύριο
Μιά συνηθισμένη ιστορία γραμμένη με ασυνήθιστο τρόπο;Η πως μπορείς να γράψεις ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα αφήνοντας τον αναγνώστη να αυτοσχεδιάσει και να φτιάξει την δικιά του εκδοχή της ιστορίας;

Αυτές είναι οι βασικές συνιστώσες του πανέξυπνου και γοητευτικού μυθιστορήματος, «ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ ΧΘΕΣ», του σχετικά νέου Ισπανού συγγραφέα Isaac Rosa, (Εκδ.ΠΟΛΙΣ, μετάφρ. Κ.Φιλιππίδης, σελ.344)En vano ayer engendrará un mañana vacío y por ventura pasajero.» (Το μάταιο χθες θα γεννήσει ένα κενό και –ευτυχώς- εφήμερο αύριο). Ο εξαίσιος στίχος του (συμπατριώτη του Ρόσα) μεγάλου Ισπανού ποιητή του 19ου αιώνα,Antonio Machado , που παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου, δίνει το στίγμα της πορείας του μυθιστορήματος. Μιάς πορείας προς την μνήμη, συλλογική και ατομική. Ένα σχόλιο πάνω στην έρευνα της ιστορίας και πως αυτή καθορίζεται από την μνήμη που ξεθωριάζει όσο περνάνε τα χρόνια.

Η αφορμή είναι μιά υποπαράγραφος της ιστορίας. Δύο ονόματα χαμένα στην λήθη του χρόνου. Μιά απλή αναφορά σε κάποια ιστορικά βιβλία (όχι σε όλα), γιά την δίωξη ενός καθηγητή και την απομάκρυνση του από το πανεπιστήμιο κατά τη διάρκεια των φοιτητικών ταραχών στην Φρανκοκρατούμενη Ισπανία του 65. Ο καθηγητής Χούλιο Ντένις δεν αναφέρεται πουθενά αλλού, ούτε ως μάρτυρας του αντιδικτατορικού αγώνα, ούτε ως «προδότης», ούτε καν ως αστυνομικό λάθος. Απλά ότι έχασε τη δουλειά του και εκτοπίσθηκε . Κάποιες αναφορές τον βρίσκουν στο Παρίσι αλλά και πάλι τα ίχνη του χάνονται.

Την ίδια εποχή εξαφανίζεται και ένας φοιτητής του ίδιου πανεπιστημίου,ο Αντρέ Σάντσεθ που αποτελούσε ηγετικό στέλεχος της φοιτητικής αντίστασης. Ο Σάντσεθ μιά μέρα προτού συλληφθεί και εξαφανισθεί από προσώπου γης, είχε μιά τρίωρη συνομιλία με τον καθηγητή Ντένις στο γραφείο του, παρ’ότι δεν παρακολουθούσε κανένα μάθημά του. Τι διημείφθη μεταξύ τους;

Ο συγγραφέας δεν έχει κανένα στοιχείο στα χέρια του γιά τους δύο ανθρώπους που εξαφανίστηκαν και τα ίχνη τους δεν βρέθηκαν ποτέ και πουθενά. Αντί λοιπόν να φτιάξει ένα μυθιστόρημα με κλασσική μορφή, ή έστω, ένα non-fiction novel, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και τον «βομβαρδίζει» με άπειρες παραλλαγές της ιστορίας, εισάγοντας διαφορετικούς αφηγητές. Αναρχικούς, πρώην αστυνομικούς (και εν δυνάμει βασανιστές), παλιούς φοιτητές, παλιούς καθηγητές, ανθρώπους που είχαν φυλακιστεί και βασανιστεί. Μέσω των αφηγητών παρακολουθούμε (ουσιαστικά) από την μιά την φρίκη και την τυραννία μιάς από τις πιό σκληρές και πολυετείς δικτατορίες της ιστορίας.

Ο Ρόσα όμως δεν αρκείται μόνο σ’αυτό. Εισάγει εμβόλιμα μιά διήγηση σε στυλ λαϊκής φυλλάδας όπου υμνείται η μεγαλοσύνη και η πορεία του Χενεραλίσιμο Φράνκο προς την εξουσία. Εφαρμόζει σε 15 σελίδες την κινηματογραφική μέθοδο του split screen όπου γράφει δύο εκδοχές της ζωής του καθηγητή – όπου στη μία παρουσιάζεται ως αντιστασιακός και στην άλλη ως συνεργάτης της χούντας. «Παίζει» με την μυθοπλασία, προσθέτοντας την απαραίτητη δόση έρωτικής εμμονής του καθηγητή με μιά φοιτήτρια, ενώ ορμώμενος από το γεγονός, ότι πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι του πνεύματος,συγγραφείς,καθηγητές πανεπιστημίων κρύβονταν πίσω από ψευδώνυμα συγγραφέων λαϊκών φυλλάδων με περιπετειώδεις ιστορίες (που καταναλώνονταν σαν ζεστά ψωμάκια), γιά να μπορέσουν να βγάλουν τα προς το ζην, πλάθει μιά θεότρελλη εκδοχής της ιστορίας του καθηγητή.

O Rosa δεν έζησε την δικτατορία, ούτε βεβαίως τον εμφύλιο. Μεγάλωσε σε μιά κοινωνία που προσπαθούσε να ξεχάσει. Να λησμονήσει την φρίκη και τον αλληλοσπαραγμό. Ο συγγραφέας, όπως και άλλοι νέοι ή και παλαιότεροι συνάδελφοί του προσπαθεί να επαναφέρει την μνήμη, και να στοχαστεί πάνω σ’αυτήν. Τα πρόσφατα γνωστά και σ’εμάς παραδείγματα βιβλίων όπως το έξοχο ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ του Θέρκας αλλά και το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Γκοϊτισόλο ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ή και η υπέροχη ταινία Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ του Ντελ Τόρο είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις πνευματικών έργων που αναφέρονται σ’αυτήν την περίοδο. Ο Rosa προσέγγισε το θέμα του διαφορετικά, προέταξε τα διλήμματα και τους προβληματισμούς του γύρω από το πως πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο που ασχολείται με «αυτά που πονάνε», ισορρόπησε σε τεντωμένο σχοινί και τα κατάφερε. Το βιβλίο είναι πανέξυπνο, εξαιρετικά γραμμένο, σπινθηροβόλο και πνευματώδες. Παίζει με την ιστορία, με τους αναγνώστες (ίσως υπερβολικά κάποιες στιγμές κυλώντας προς τον «εξυπνακισμό»). Η θέση του είναι σαφής – τέρμα οι light προσεγγίσεις, εδώ γίνανε εγκλήματα και πρέπει να μιλήσουμε γι’αυτά, αλλιώς όλα θα ξεχαστούν όλα, θα γίνουν πολτός, lifestyle. Το παρακάτω απόσπασμα θα μπορούσε να αφορά και την Ελλάδα...

«...Οι γενικές διατυπώσεις δεν αποδίδουν την πραγματικότητα. Μερικές τουφεκιές πίσω από έναν μαντρότοιχο, μιά είδηση στις εφημερίδες ή μια παράγραφος σ’ένα εγχειρίδιο ιστορίας δεν αρκούν. Ούτε μπορούμε να επιτρέψουμε μια αφήγηση αμφίπλευρη, που στην ουσία θα επικαλείται πλαστά επιχειρήματα συμβιβασμού: Υπήρξαν δύο Ισπανίες·ο τρόμος ήταν κι από τις δύο πλευρές·στον πόλεμο πάντα συμβαίνουν ακρότητες·φταίνε οι ομάδες των ανεξέλεγκτων, τα προγονικά πάθη, οι ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν ξεπληρώνονται πάνω στη γενική σύγχυση·δεν υπήρξαν νικητές,όλοι χάσαμε·ποτέ πιά·ο Κάιν ήταν Ισπανός. Φτάνει πιά η ρητορική που εμφανίζεται αθώα, αλλά εκκινεί από ύποπτες προθέσεις. Φτάνει πια το αναμάσημα της εκδοχής των νικητών. Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, ο τρόμος ήταν εντελώς διαφορετικός και ως προς τον χαρακτήρα και ως προς το μέγεθος (αυθόρμητος και μη εγκεκριμένος από τις αρχές, στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών · προσχεδιασμένος και με τις ευλογίες των στρατηγών, στο στρατόπεδο των Εθνικιστών). Εγώ δεν μιλάω για τα paseos, τα checas, το Παρακουέγιος, (εγκλήματα των Δημοκρατικών)τη φυλακή-πρότυπο ή τους παπάδες που κάηκαν μέσα στις εκκλησίες τους. Εγώ μιλάω γιά τη Σεβίλη, τη Μάλαγα, την αρένα του Μπανταχόθ, τον κάμπο με τις αμυγδαλιές του Αλικάντε, τα γεμάτα εκτελεσμένους πηγάδια των μεταλλείων, την Καστουέρα, τη χαράδρα του Βίθναρ, τους μαντρότοιχους των νεκροταφείων όπου τα σημάδια από τις σφαίρες είναι ακόμα ορατά, τους ομαδικούς τάφους που μένουν ακόμα σκεπασμένοι στις εξόδους τόσων και τόσων χωριών (οι χωριανοί μπορούν να τους εντοπίσουν με ακρίβεια κι έχουν εντάξει την ιστορία τους στο ανθολόγιο των τοπικών θρύλων που κυκλοφορούν ψιθυριστά από στόμα σε στόμα), τους κατά συρροή δολοφόνους που έδωσαν το όνομά τους σε μνημεία, δρόμους και πλατείες. Μια κληρονομιά κι ένα γόητρο που κανείς δεν τόλμησε να τα αγγίξει μέχρι σήμερα, κι ούτε θα τ’αγγίξει στο μέλλον. Επειδή δεν υπάρχει λόγος να τ’ανασκαλεύουμε όλα αυτά, έχουν περάσει τόσα χρόνια, έχουν παρέλθει τόσες γενιές, μόνο κάποιοι μνησίκακοι επιμένουν να θυμούνται γεγονότα που κανέναν δεν ενδιαφέρουν πιά. Κι αν ενδιαφέρουν, είναι μονάχα γιά τη λογοτεχνική τους χρησιμότητα, τη δυνατότητα να μετατρέψουμε την εν λόγω περίοδο σε μυθιστόρημα εποχής ή σε ιστορικό αφήγημα και να μιλήσουμε γιά τον Εμφύλιο και την παρατεταμένη μετεμφυλιακή περίοδο με το ίδιο πάθος με το οποίο θα περιγράφαμε την Αίγυπτο των Φαραώ. Ας αγνοήσουμε λοιπόν όλες αυτές τις ιδεολογικές κοτρόνες κι ας προσπαθήσουμε ν’ανακαλύψουμε τ’αληθινά πετράδια, ό,τι μπορούμε να αξιοποιήσουμε αφηγηματικά από εκείνα τα χρόνια, πηγή ανεξάντλητων ιστοριώνπου τόσο αρέσουν στον σύγχρονο αναγνώστη, ιδανική σκηνική επένδυση παθών, αγώνων και ηρωικών θανάτων, που στην πραγματικότητα δεν ανήκουν σε καμιά εποχή. Ας χρησιμοποιήσουμε λοιπόν τον Εμφύλιο και τον φρανκισμό όπως θα χρησιμοποιούσαμε τα μοναστήρια του Μεσαίωνα ή τις δολοπλοκίες της αυτοκρατορικής Ρώμης. Ο κόσμος δεν θέλει να του θυμίζουμε πόσο φρικτά ήταν όλα αυτά·τα γνωρίζει καλά, τα διδάχτηκε στο σχολείο, τα είδε σε ταινίες και σε τηλεοπτικές σειρές, που τόσο πετυχημένα περιγράφουν εκείνη την περίοδο. Γιατί να επιμένουμε σ’επαναλήψεις και πλεονασμούς που καταστρέφουν την αφηγηματική ροή; Τι εμμονές που έχουν μερικοί! Θα’λεγε κανείς πως νοσταλγούν εκείνα τα δυσάρεστα χρόνια.»