Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009 | Permalink
Ζώντας και πεθαίνοντας στο Βερολίνο
Είναι εφιαλτική η περιγραφή της καθημερινής ζωής στο Βερολίνο κατά την διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου, όπως πολύ εύστοχα σκιαγραφείται στο βασανιστικά ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Γερμανού συγγραφέα Χανς Φάλαντα, «ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ», (Εκδ.ΠΟΛΙΣ, μετάφρ. Ά.Σαλταμπάση, σελ.668).

Ο (μυθιστορηματικός) βίος του συγγραφέα έχει τεράστιο ενδιαφέρον – ίσως περισσότερο από τα έργα του. Αυτό ήταν το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Φάλαντα, το οποίο κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του από overdose μορφίνης ή κατ'άλλους υπνωτικών χαπιών το 1947. Ο Φάλαντα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Γερμανούς συγγραφείς του μεσοπολέμου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Rudolf Wilhelm Friedrich Ditzen και γεννήθηκε το 1893. Έζησε μιά ταλαίπωρη ζωή παρ’ότι όλα φαινόντουσαν ιδανικά γι’αυτόν. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας με πατέρα ανώτατο δικαστικό, χτυπήθηκε από άλογο στο κεφάλι στα 16 του ενώ προσεβλήθη από τύφο στα 17 του. Τα προβλήματα υγείας που του προκάλεσαν τα δύο γεγονότα και η βαρειά φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε,τον απομόνωσαν από τον κόσμο και του προκάλεσαν μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα και αυτοκτονικές τάσεις. Στα 19 του θέλοντας να αυτοκτονήσει με τον κολλητό του φίλο Χ.Ντήτριχ αποφασίζουν να μονομαχήσουν ώστε να φανεί «πιό ηρωικός ο θάνατος». Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αστοχήσει ο φίλος του, ενώ αυτός στοχεύει σωστά και τον σκοτώνει. Αθωώνεται λόγω παραφροσύνης αλλά ακολουθεί εγκλεισμός σε ψυχιατρεία και εργασία σε φάρμες. Εκεί στις φάρμες αναπτύσσει το ταλέντο του στην ποίηση και τον πεζό λόγο αλλά είναι πλέον εθισμένος ναρκομανής και μπαινοβγαίνει στις φυλακές αφού αναγκάζεται να κλέβει για να ζήσει και να πάρει την δόση του.
Τελικά τα καταφέρνει και θεραπεύεται το 1928 και το 1932 με την έκδοση του βιβλίου του «Kleiner Mann - was nun?» («Και τώρα, μικρέ άνθρωπε;»), γνωρίζει τεράστια επιτυχία η οποία του λύνει τα οικονομικά προβλήματα. Η καρριέρα του απογειώνεται και παρά τις οχλήσεις του Ναζιστικού καθεστώτος, τα βιβλία του συνεχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία. Κατά την διάρκεια του πολέμου έγραφε περισσότερο παιδικά βιβλία προσπαθώντας να περνάει απαρατήρητος από το καθεστώς. Τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και το ποτό είχαν επανέλθει και μετά από έναν άγριο τσακωμό με την σύζυγό του, όταν προσπάθησε να την σκοτώσει με μιά καραμπίνα, συνελήφθη και φυλακίστηκε σε ψυχιατρική φυλακή. Στην φυλακή επιβίωσε χάριν της φήμης του και της πονηριάς του - η εμπειρία του εκεί μέσα αποτυπώνεται στο αυτοβιογραφικό του έργο «Der Trinker» (Ο μπεκρής) που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Παίρνει διαζύγιο και ξαναπαντρεύεται αλλά η δεύτερη σύζυγός του αποδεικνύεται περισσότερο εθισμένη από εκείνον στα ναρκωτικά. Μπαινοβγαίνουν στις κλινικές και στις φυλακές – ο Φάλαντα αυτοκτονεί το 1947 και η σύζυγός του ξεπουλάει τα χειρόγραφα από μισοτελειωμένα ή ανέκδοτα έργα του για να εξασφαλίσει τη δόση της.

Στο «ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ» ο συγγραφέας παίρνει αφορμή από ένα αληθινό περιστατικό που βρήκε στους φακέλους της Γκεστάπο μετά την πτώση του Ναζιστικού καθεστώτος. Ένα ζευγάρι μικροαστών μετά τον θάνατο του γιού τους στο μέτωπο εξοργισμένο από το Χιτλερικό καθεστώς αποφασίζει να γράφει κάρτες με αντιναζιστικά συνθήματα και να τις αφήνει σε εισόδους πολυκατοικιών, σε ιατρεία, σε διαδρόμους κτιρίων. Οι χειρόγραφες κάρτες κυκλοφορούν δυό-τρία χρόνια στο Βερολίνο, σχεδόν όλες πέφτουν στα χέρια της Γκεστάπο από φοβισμένους πολίτες, το κυνηγητό των αρχών δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου ένα μοιραίο λάθος συντελεί στην τυχαία ανακάλυψη των δραστών οι οποίοι εκτελούνται μετά από λιγόμηνο εγκλεισμό στις φυλακές.

Στο μυθιστόρημα, ο Φάλαντα τοποθετεί το σκηνικό του σε μιά λαϊκή και μικροαστική πολυκατοικία του Βερολίνου. Είναι τα πρώτα χρόνια του πολέμου, η Γαλλία μόλις έχει κατακτηθεί, το φρόνημα είναι υψηλό. Αλλά όλα τα «σκιάζει η φοβέρα». Οι μισοί ένοικοι κατασκοπεύουν τους άλλους μισούς. Η τοιχογραφία των προσώπων είναι εκπληκτική. Η οικογένεια των Ναζί, με τον δαιμονικό μικρό αδερφό έναν Ες-Ες σε εφηβική ηλικία να κατατρομάζει τους υπόλοιπους ενοίκους, ενώ ο μέθυσος πατέρας θυμίζει τις φασιστικές οικογένειες που τόσο εύστοχα είχε σκιαγραφήσει ο Μπερτολούτσι στο β’ μέρος του 1900 ή οι αδερφοί Ταβιάνι σε κάποιες ταινίες τους. Η γριά Εβραία που όλοι οι ένοικοι κατακλέβουν. Ο δίκαιος αλλά αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια συνταξιούχος δικαστής που κλείνει τα μάτια από τη φρίκη που βλέπει γύρω του και επιλέγει την απομόνωση. Η λούμπεν οικογένεια του χαφιέ Μπορκχάουζεν, ο οποίος την βγάζει στους δρόμους σπιουνάροντας τους πάντες στην Γκεστάπο, ενώ στο σπίτι η πόρνη σύζυγός του δέχεται την πελατεία της και τα παιδιά τους όλα από διαφορετικούς πατεράδες τριγυρίζουν γύρω-γύρω. Κολλητός του Μπορκχάουζεν είναι ο Ένο Κλούγκε, ένα τελείως λούμπεν στοιχείο που ζει από τα ιπποδρομιακά στοιχήματα και το ζιγκολίκι, του οποίου η σύζυγος, ταχυδρόμος το επάγγελμα, μόλις πληροφορείται ότι ο γιός της που υπηρετεί στα Ες-Ες κυκλοφορεί με φωτογραφία του να βασανίζει Εβραίους, παραιτείται από τη δουλειά της και φεύγει γιά την επαρχία ξέροντας ότι θα βρει τον μπελά της από τις Αρχές.
Σ’αυτήν λοιπόν την «αυλή των θαυμάτων» κατοικεί το ζεύγος Κβάγκελ. Εκείνος σκληρός και κοφτός. Βαρύς και ασήκωτος, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Μαραγκός το επάγγελμα, είναι εργοδηγός σε εργοστάσιο που κατασκευάζει φέρετρα. Εκείνη ασχολείται με τα οικιακά. Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την αναγγελία του θανάτου, του μονάκριβου γιού τους. Το ζευγάρι παθαίνει σοκ και τότε συνειδητοποιούν την φρίκη μέσα στην οποία ζουν. Συνειδητοποιούν τον παραλογισμό του πολέμου και την καταπίεση που βιώνουν από ένα απάνθρωπο καθεστώς. Ο Κβάγκελ επιλέγει την δράση. Αλλά τι δράση; Τελείως παιδικά και μάλλον επιπόλαια αρχίζει να γράφει με την ακατέργαστη γραφή του, κάρτες διαμαρτυρίας προς το καθεστώς. Τις αφήνει μέσα σε πολυκατοικίες που στεγάζουν γραφεία και ιατρεία. Γνωρίζει ότι αυτό που κάνει είναι αφάνταστα επικίνδυνο. Γνωρίζει ότι παίζει με την φωτιά, πιστεύει ότι οι κάρτες θα πάνε χέρι με χέρι και θα κινητοποιήσει έτσι πολύ κόσμο. Πλανάται όμως οικτρά. Οι κάρτες παραδίδονται αμέσως στα χέρια της (πανταχού παρούσας) Γκεστάπο. Ο χαφιεδισμός είναι παντού, δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει ο διπλανός σου και έτσι φροντίζεις να ξεφορτωθείς την «καυτή πατάτα» από τα χέρια σου. Ο αξιωματικός Έσεριχ που ασχολείται με τις κάρτες, τρελλαίνεται από την αποκοτιά και τον ερασιτεχνισμό των δραστών. Του γίνεται έμμονη ιδέα η σύλληψή τους. Το μυαλό του πάει από εδώ και απο εκεί αλλά άκρη δεν βρίσκει. Ένα λυσσώδες κυνηγητό έχει αρχίσει από το οποίο δεν θα βγει (σχεδόν) κανείς ζωντανός ή ανέγγιχτος.

Το βιβλίο όπως και η ταινία του 2005, «Οι Τελευταίες Hμέρες της Sophie Scholl», ασχολείται με τους μικρούς θύλακες αντίστασης που υπήρξαν στην Ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σε σχέση με αυτό που γινότανε στις περισσότερες κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες, τα περιστατικά αυτά, ή, οι οργανώσεις αυτές ήταν μάλλον ασήμαντες αλλά θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την τρομοκρατία που είχε επιβάλλει το καθεστώς σε συνδιασμό με το αίσθημα πατριωτισμού και υπερηφάνειας που διακατείχε το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Η μεγάλη αξία του μυθιστορήματος του Φάλαντα, δεν είναι η ιστορία αυτή καθεαυτή, που μάλλον δεν παρουσιάζει και τόσο τρομερό ενδιαφέρον αλλά η περιγραφή της ατμόσφαιρας του Βερολίνου τα πρώτα χρόνια του πολέμου.

Ο Φάλαντα παρουσιάζει μιά πόλη που καταρχήν δεν της έλειπε τίποτα. Προϊόντα ερχόταν απο τις κατεχόμενες χώρες, ο κόσμος διασκέδαζε, το πατριωτικό φρόνημα ήταν στα υψηλότερα του σημεία, αφού όλοι περίμεναν ότι η Αγγλία θα συνθηκολογούσε όπου νάναι. Κάποιες βόμβες που έπεφταν δεν ανησυχούσαν ιδιαίτερα τον κόσμο, τα νέα που έρχονταν από το μέτωπο ήταν αισιόδοξα. Τα δύσκολα ήταν γιά τους πολίτες που αρνούντο να γραφτούν στο κόμμα ή να είναι πιό ενεργοί στις εκδηλώσεις πατριωτισμού. Γιά τον καθένα από αυτούς, αντιστοιχούσαν ένας ή δύο χαφιέδες έτοιμοι να πάνε να καταγγείλουν το παραμικρό. Ότι χαμογελάς συχνά ή ότι δεν χαμογελάς συχνά. Ότι έχεις φως στο δωμάτιο σου την νύχτα ή ότι δεν έχεις ποτέ φως στο δωμάτιο σου,άρα κάτι κάνεις. Ότι μιλάς πολύ ή ότι δεν μιλάς καθόλου... Η παράνοια ήταν στοιχείο των ημερών και τον μπελά σου μπορούσες να τον βρεις ανά πάσα στιγμή.

Η επιτυχία του συγγραφέα είναι η αποτύπωση αυτής της «σκοτεινιάς» και της «καταχνιάς» στις ψυχές των ανθρώπων. Επιλέγει ως πρωταγωνιστές ανθρώπους της εργατικής τάξης ή του λούμπεν προλεταριάτου. Ανθρώπους που η μοναδική τους έννοια είναι η επιβίωση. Άλλους που επιλέγουν να δουλέψουν με σκυμμένο το κεφάλι και άλλους που επιλέγουν να χαφιεδίσουν γιά να βγάλουν ένα μεροκάμματο ή να την βγάλουν στον δρόμο. Οι περισσότεροι (αν όχι όλοι τους) ψήφισαν Χίτλερ το 1933 φέρνοντάς τον στην εξουσία, οι περισσότεροι πανηγύρισαν στους δρόμους όταν ο στρατός τους εισέβαλλε στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία ενώ θεώρησαν φυσιολογική την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Φάλαντα δεν χαρίζεται σε κανέναν από τους πρωταγωνιστές του. Δεν αγιοποιεί κανέναν τους. Με άκρατο ρεαλισμό περιγράφει σκηνές απανθρωπιάς που σοκάρουν, ενώ ο εξευτελισμός του ανθρώπου από τον συνάνθρωπό του είναι καθημερινός και ολοζώντανος στο χαρτί.

Το βιβλίο θυμίζει αρκετά το «ΜΠΕΡΛΙΝ,ΑΛΕΞΑΝΤΕΡΠΛΑΤΣ» του Ντέμπλιν στην αποτύπωση της καθημερινής ζωής στο Βερολίνο. Ο Ντέμπλιν γράφει γιά την μεταπολεμική κατάσταση της δεκαετίας του 20, όταν η ζωή δεν άξιζε ούτε ένα μάρκο – πάνω,κάτω τα ίδια συνέβαιναν την δεκαετία του 40 στο Βερολίνο του Φάλαντα. Ένα υπόγειο λογοτεχνικό ρεύμα συνδέει το βιβλίο με την ΠΕΙΝΑ του Χάμσουν ή με το ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ του Στάινμπεκ. Η μοναξιά και η ελπίδα, ο ηρωισμός και η «κουτουράδα», η συντροφικότητα και η απώλεια χαρακτηρίζουν αυτό το γκροτέσκο και μάλλον εξπρεσιονιστικό στην μορφή του βιβλίο που δεν ξέρω αν προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, συγκινεί όμως πολύ.
 



1 Comments:


At 22/12/14 10:55, Anonymous Σοφία Χ.

Άκρως ενδιαφέρον και μπήκε στη "λίστα"...
Αν κάτι με τρελαίνει στα βιβλία είναι η "ατμόσφαιρα" και με βάση τα λεγόμενά (γραφόμενά) σου, το συγκεκριμένο την έχει! Οπότε μένει να το διαπιστώσω εν ευ θέτω χρόνω!