Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2009 | Permalink
These cities may change but there always remains my obsession...
Η σκιά της Ιστορίας καλύπτει την Ευρώπη καθώς το νοικιασμένο κάμπερ-κάραβαν του Ολλανδού δημοσιογράφου και συγγραφέα Χέιρτ Μακ (Geert Mak) διασχίζει τις χώρες, τις λίμνες και τα ποτάμια της γηραιάς ηπείρου, ταξιδεύουμε μαζί του σε ένα αλησμόνητο ταξίδι στον χρόνο. Το μόλις (γιατί η απόλαυση δεν έχει όρια) 841 σελίδων αριστούργημα «ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, Ταξίδια στον 20ο αιώνα», (Εκδ. Μεταίχμιο, (εξαιρετική) μετάφραση Ινώ Βαν Ντάϊκ-Μπαλτά), είναι μιά πραγματική αναγνωστική εμπειρία, μιά υπενθύμιση αλλά και ένα γερό ταρακούνημα, εξαιρετική τροφή γιά σκέψη (μάλλον γιά πολλές σκέψεις) πάνω σε έννοιες όπως «κοινή ευρωπαϊκή πολιτική», «ευρωπαϊκή κουλτούρα», πάνω σε ομοιότητες και διαφορές κάποιων ανθρώπων που η μοίρα (ή η πολιτική) τους «έκλεισε» πίσω από οριοθετημένες συνοριακές γραμμές.

Το 1999 λίγο πριν το μιλένιουμ, ο διάσημος στην χώρα του δημοσιογράφος Χ.Μακ επιχείρησε ένα ταξίδι διάρκειας ενός έτους. Σκοπός του ήταν να κατανοήσει και να περιγράψει τι χωρίζει και τι ενώνει τους κατοίκους της ηπείρου στο τέλος του πιό ταραγμένου αιώνα της ιστορίας και του αιώνα με τις μεγαλύτερες πολιτικοκοινωνικές αλλαγές. Να καταγράψει τις διαφορές που βιώνουν οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι καθώς περνάνε τα χρόνια. Να δει τις αλλαγές στην ζωή τους, από την αρχή του αιώνα έως το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Ψάχνει να βρει επιζώντες από το Ολοκαύτωμα, ανθρώπους που βίωσαν τον μεσοπόλεμο, τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Ανθρώπους που μέσα στη διάρκεια της ζωής τους χωρίς να μετακινηθούν από το μέρος τους άλλαξαν τρεις ή και τέσσερις φορές κράτος/πατρίδα. Καθώς μετακινείται από χώρα σε χώρα, από πρωτεύουσα σε χωριό, δίνει τον λόγο σε μαρτυρίες ανθρώπων της βιοπάλης αλλά και της διανόησης, πολιτικών αλλά και ταβερνιάρηδων, γνωστών του από παλιά αλλά και τυχαίων γνωριμιών.

Η άποψή του είναι σαφής από την αρχή: «Γιά βάλτε στο ίδιο τραπέζι Ρώσους, Γερμανούς, Βρετανούς, Τσέχους και Ισπανούς, και αφήστε να διηγηθούν τις οικογενειακές τους ιστορίες. Είναι διαφορετικοί κόσμοι. Κι όμως ανήκουν όλοι στην Ευρώπη.» Οργανώνει λοιπόν το ταξίδι του (αλλά και το βιβλίο) με ευρηματικό τρόπο. Κάθε μήνας και μιά διαδρομή. Δώδεκα μεγάλα κεφάλαια γιά τους δώδεκα μήνες του χρόνου. Κάθε κεφάλαιο-μήνας και μιά συγκεκριμένη χρονική περίοδος. Από τον Ιανουάριο που καλύπτει την περίοδο 1900-1914 και τις πόλεις Άμστερνταμ-Παρίσι-Λονδίνο-Βερολίνο-Βιέννη (τις πραγματικά μεγάλες πόλεις-εκτός του Άμστερνταμ-της εποχής), κλείνει τον 20ο αιώνα με τον Γιουγκοσλαυικό εμφύλιο και τα χρόνια 1989-1999 που αντιστοιχούν στον Δεκέμβριο. Η διαδρομή του δεν είναι ευθεία και αρκετές χώρες/τόποι μένουν απ’έξω ή αναφέρονται πολύ λίγο. Μέσα από το ταξίδι του πραγματοποιεί μιά ανασκόπηση της Ευρωπαϊκής ιστορίας του αιώνα επικεντρώνοντας περισσότερο στο σημαντικότερο γεγονός που καθόρισε την μοίρα της ηπείρου, τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, αφιερώνοντας εκεί τον Ιούνιο( Φερμόν, Δουνκέρκη, Τσάρτουελ, Μπράστεντ, Λονδίνο), τον Ιούλιο (Βερολίνο, Χίμλερστατ, Άουσβιτς, Βαρσοβία, Λένινγκραντ, Μόσχα), τον Αύγουστο ( Στάλινγκραντ, Οδησσός, Ιστανμπούλ, Κεφαλονιά, Μόντε Κασίνο, Ρώμη, Βισί, Σεν-Μπλιμόν) και το μεγαλύτερο μέρος του Σεπτεμβρίου (Μπενουβίλ, Οουστερμπέικ, Δρέσδη, Βερολίνο, Νυρεμβέργη) καλύπτοντας μιά περίοδο 6 χρόνων.

Ο Μακ δεν ενδιαφέρεται μόνο γιά τα μεγάλα γεγονότα, τον νοιάζει η αλήθεια των ανθρώπων, βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέροντα ντοκουμέντα, όπως ημερολόγια, αφηγήσεις επιζώντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης, μικρές λεπτομέρειες που με την υπαινικτικότητα της γραφής του γίνονται μεγάλες. Ο αναγνώστης συγκλονίζεται από ιστορικές λεπτομέρειες που μπορεί κάποια στιγμή να διέλαθαν της προσοχής μας ή και να μη τις μάθαμε ποτέ.
«Στο δημοτικό μουσείο της Αγίας Πετρούπολης βρίσκεται το λεπτό γαλάζιο ημερολόγιο της εντεκάχρονης Τάνια Σαβίτσιεβα. Για τα χρόνια 1941-1942 γράφει μόνο τα εξής:
Η Ζιένια πέθανε, 28 Δεκεμβρίου, ώρα 12.00 το μεσημέρι. Η γιαγιά πέθανε, 25 Ιανουαρίου, ώρα 3, 1942. Ο Λέκα πέθανε, 17 Μαρτίου, ώρα 5,1942. Ο θείος Βάσια πέθανε, 13 Απριλίου, ώρα 2, 1942. Ο θείος Αλεξέι 10 Μαίου, ώρα 4, 1942. Η μαμά πέθανε, 13 Μαίου, ώρα 7.30. Η οικογένεια Σαβίτσιεβα είναι νεκρή.
Επόμενη σελίδα: Όλοι έχουν πεθάνει.
Επόμενη σελίδα: Έχω μείνει μόνη μου.

Η Τάνια μεταφέρθηκε σε ορφανοτροφείο, όπου πέθανε το 1944.»


Ο συγγραφέας περιγράφει μιά Ευρώπη που στην χαραυγή του νέου αιώνα, η λήθη έχει σκεπάσει πολλά γεγονότα, σημαντικά πράγματα έχουν ξεχαστεί. Η γραφή του είναι υποκειμενική και δεν χαρίζεται σε κανέναν. Περιγράφει έναν Ντε Γκωλ χωρίς τις ωραιοποιήσεις και την «αγιοποίηση» της ιστορίας. Εκτιμάει τις ηγετικές ικανότητες του Τσώρτσιλ και την στρατιωτική διορατικότητά του. Δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, όταν αναφέρει πως οι Αυστριακοί κάνανε σαν παλαβοί γιά τον Χίτλερ και την ένωση με την Γερμανία, ενώ μετά παρουσιάστηκαν ως θύματα του Ναζισμού. Πως το ολοκαύτωμα δεν ήταν κάτι καθαρά Γερμανικό αλλά και άλλοι λαοί συμμετείχαν με χαρακτηριστική προθυμία...

«Στη Λετονία δολοφονήθηκαν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εβδομήντα χιλιάδες Εβραίοι, εκ των οποίων οι τριάντα χιλιάδες ήδη το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1941. Στη Λιθουανία σχεδόν και οι διακόσιες χιλιάδες Εβραίοι θανατώθηκαν...Στην επίσημη αναφορά του ένας Γερμανός αξιωματικός αποκάλεσε το μίσος των αγροτών προς τους Εβραίους «τερατώδες». Είχαν, όπως έγραψε στις 16 Αυγούστου του 1941, «ήδη κάνει μεγάλο μέρος της βρόμικης δουλειάς» προτού οι Γερμανοί προλάβουν να παρέμβουν.
Σωστά ο Μόντρις Εκστάιν γράφει, αφού αναφέρει αυτό και άλλα παραδείγματα, ότι το Ολοκαύτωμα δεν ήταν αποκλειστικά γερμανική επιχείρηση. Μπορεί ο Χίτλερ να βρήκε «πρόθυμους δήμιους» ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους, τους βρήκε, όμως, επίσης ανάμεσα στους υπηκόους των χωρών που κατέκτησε. «Το Ολοκαύτωμα έλαβε χώρα στα παραληρηματικά τοπία της Ανατολικής Ευρώπης, όπου το καλό και το κακό, σπάνια αντιμάχονταν το ένα τ’άλλο, και όπου ο φόβος και το μίσος αποτελούσαν τρόπο ζωής. Ήταν ένας μεταβατικός κόσμος όπου σύνορα και άνθρωποι μετακινούνταν κάθε τόσο καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας, και όπου ο Εβραίος και ο τσιγγάνος αποτελούσαν σύμβολα προσωρινότητας και αστάθειας. Εδώ το Ολοκαύτωμα, προτού γίνει πολιτική των ναζί, ήταν τρόπος σκέψης.»»


Με το Σεράγεβο να είναι η πόλις που σηματοδοτεί τον 20ο αιώνα, αφού εκεί ξέσπασε ο Α Παγκόσμιος πόλεμος με την δολοφονία του διαδόχου της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και εκεί το στο τέλος του 20ου αιώνα έγιναν οι απίστευτες σφαγές του Γιουγκοσλαυικού εμφυλίου, ο Μακ ανοίγει ουσιαστικά και κλείνει το οδοιπορικό του, στα Βαλκανικά χώματα, Κόσοβο, Βοσνία, Βοϊβοντίνα, Σρεμπένιτσα, το τέρας του πολέμου και της φρίκης είναι εκεί γιά να υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν αλλάζει. Υιοθετώντας το στυλ του αγαπημένου του συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ, ο Χ.Μακ με ειρωνία και χιούμορ αντιμετωπίζει το πως η λήθη χρησιμεύει γιά να «σκεπάσει» παλιές (ανομολόγητες ή όχι) πληγές. Η Δρέσδη που ξαναχτίστηκε, η αγροτική εξέγερση στο Πορτογαλικό χωριό που δεν θυμάται πια κανείς, ο Πούτιν ως πράκτορας της KGB να καίει απεγνωσμένα έγγραφα στην Δρέσδη (όπου υπηρετούσε) όταν έπεσε το Τείχος, η φάρσα του ευφάνταστου Σέρβου να βγάλει έναν σωσία του Τίτο στους δρόμους του Βελιγραδίου λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του ηγέτη και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, η παρ’ολίγον ένωση Γαλλίας και Αγγλίας όταν έπεσε το Παρίσι που θα άλλαζε την πορεία της Ευρωπαϊκής ιστορίας, οι σταθμοί των τρένων στην Ανατολική Ευρώπη που παραμένουν οι ίδιοι μόνο που τώρα αντί να μεταφέρονται Εβραίοι, εκδίδονται πουτάνες, η αφέλεια των αρχών του αιώνα όταν η λέξη διαβατήριο ήταν άγνωστη, το ξενοδοχείο στις Άλπεις όπου έγινε η σφαγή των S.A. από τα S.S. που παραμένει το ίδιο αλλά χωρίς να αναφέρεται ούτε λέξη απο τους ιδιοκτήτες, η σφαγή των Ιταλών στρατιωτών στην Κεφαλονιά που τώρα είναι παραδομένη στην τουριστική εκμετάλλευση, η «ομερτά» των Γάλλων γιά την «αντίσταση» στον Β Παγκόσμιο, το φαινόμενο των στρατιωτικών δικτατοριών στις χώρες της Μεσογείου, η (επιστημονικής φαντασίας) έκρηξη στο Τσερνόμπιλ.
Μπορεί να μη συμφωνεί κανείς με ότι γράφει ο Μακ. Ορισμένες από τις απόψεις του σηκώνουν συζήτηση αλλά δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί στην γοητεία που αποπνέει αυτό το σημαντικό έργο-ορόσημο γιά τις γενιές που έρχονται. Ένα πολύ μεγάλο βιβλίο που διαβάζεται απνευστί παρά τον όγκο του και που θα συνοδεύει τις σκέψεις μου γιά πολύ καιρό.
«Σχεδόν κάθε χώρα στην οποία ταξίδεψα, είχε φτιάξει, λόγου χάρη, τη δική της εκδοχή για την απίστευτη έκρηξη βίας μεταξύ του 1939 και του 1945, έναν δικό της μύθο για να εξηγήσει όλη αυτή την απίστευτη παραφροσύνη, για να δικαιολογήσει αποτρόπαιες πράξεις, για να θάψει ταπεινώσεις και για να δημιουργήσει καινούργιους ήρωες. Οι Βρετανοί αντιστάθμιζαν την απώλεια της αυτοκρατορίας τους με το μύθο του Blitz. Από την ντροπή του Βισί οι Γάλλοι έφτιαξαν το ηρωικό έπος του στρατηγού Ντε Γκολ και της Ρεσιστάνς. Οι Σοβιετικοί συμφιλιώθηκαν με την ανείπωτη σπατάλη ανθρώπινων ζωών από τον Στάλιν χάρη στην ιστορία του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου. Οι Γερμανοί εξηγούσαν την έλλειψη ηθικής τους κατά τα ναζιστικά χρόνια – οι Ναζί ήταν πάντα «οι άλλοι» - με το θρύλο που συνέδεε τον Χίτλερ με τον «δαίμονα του κακού».
Όλοι αυτοί οι ελαφρυντικοί, ερμηνευτικοί, παρηγορητικοί μύθοι δεν μπορούν να υπάρχουν εκτός εθνικού πλαισίου. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από ιστορίες, για να κατανοήσουν το ακατανόητο, για να δώσουν μιά θέση στο πεπρωμένο τους. Ένα δικό τους έθνος, με την κοινή γλώσσα του και τις κοινές εικόνες του, μπορεί να μετουσιώσει κάθε φορά αυτές τις προσωπικές εμπειρίες σε μία μεγάλη ενιαία ιστορία. Αλλά η Ευρώπη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη δεν έχει μιά κοινή ιστορία.»
...
«Συχνά έχω την αίσθηση ότι, παρ’όλη την κοινή μας κληρονομιά και παρά τις σημερινές επαφές, πολιτισμικά η Ευρώπη εμφάνιζε μεγαλύτερη συνοχή την άνοιξη του 1914 απ’ότι τώρα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Τότε ένας εργάτης στη Βαρσοβία έκανε ακόμη λίγο πολύ την ίδια ζωή με έναν εργάτη στις Βρυξέλλες, και το ίδιο ίσχυε για έναν καθηγητή στο Βερολίνο και την Πράγα, και για ένα μαγαζάτορα στη Βουδαπέστη και στο Άμστερνταμ.
Η κοινή μας καταστροφή μπορεί να περιγραφεί εν συντομία. Γύρω στο 1900 υπήρχαν ένα δέντρο κι ένα μήλο κι όλοι έτρωγαν αποκεί. Στην καρδιά της Ευρώπης υπήρχε ένα νέο ασταθές έθνος που δεν γνώριζε την ίδια του την καταστροφική δύναμη.Ακολούθησαν δύο καταχθόνιοι πόλεμοι, τους οποίους ο καθένας μας έζησε με τον δικό του τρόπο. Ύστερα άρχισαν τέσσερις νεκρές δεκαετίες για την Ανατολή, ενώ γιά την Δυτική Ευρώπη άνοιξαν τελικά οι ουρανοί, ένας παράδεισος από σκούτερ, ηλεκτρικά χτυπητήρια, αυτοκίνητα και τηλεοράσεις. Προς το τέλος του αιώνα έπεσε το Τείχος, αλλά για εκατομμύρια Ανατολικοευρωπαίους άρχισαν ξανά δύσκολοι καιροί, τα χρόνια των ταπεινωμένων αντρών, των φοβισμένων γυναικών και των διαλυμένων οικογενειών. Ταυτόχρονα η Δύση γιόρταζε το μπουμ της δεκαετίας του ενενήντα, χωρίς να συνειδητοποιεί τι περνούσαν η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Κοντολογίς, έχουμε να πούμε και να εξηγήσουμε πολλά, και όλα αυτά μένουν ακόμη ν’αρχίσουν.»


_________________

Το blog θα μείνει κλειστό γιά 3 περίπου εβδομάδες λόγω διακοπών. Επανέρχομαι δριμύτερος την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου. Εύχομαι καλές και πολλές αναγνώσεις.