Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2009 | Permalink
"...la via e lunga e 'l cammino e malvagio..."
Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί μου άρεσε ένα βιβλίο που το καταλαβαίνω από την αρχή ότι δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, ότι είναι γεμάτο κλισέ καταστάσεις, κοινότοπες και καθημερινές. Πιστεύω ότι έχει συμβεί σε όλους μας αυτό . Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι η ιστορία που «απλώνει» ο συγγραφέας μπροστά σου, σου φέρνει στο μυαλό οικείες καταστάσεις, πράγματα που έχεις ζήσει ή πράγματα που θα ήθελες να ζήσεις.

Με το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Antonio Soler, « Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΛΕΖΩΝ »,(El camino de los Ingleses), (Εκδ.Κέδρος, μετάφρ. Ν.Καλοτεράκης, σελ.429), δεν συνέβη κάτι τέτοιο αν και η εποχή που διαδραματίζεται (τέλος της δεκαετίας του 70) είναι και η δικιά μου εποχή της «αθωότητας». Μάλλον είναι η ευαισθησία και η ποίηση που αποπνέει αυτό το βιβλίο, μαζί με την κινηματογραφική του ματιά που τραβάει τον αναγνώστη και τον κάνει τελικά να αγαπήσει τους ήρωες και να συμπάσχει με τα μικρά ή μεγάλα δράματα της ζωής τους.

Βρισκόμαστε στην Μάλαγα μιά συνηθισμένη επαρχιακή πόλη της Ισπανίας στον νότο. Είναι καλοκαίρι και οι νεαροί ήρωες του βιβλίου έχουν τελειώσει το σχολείο. Κάποιοι από αυτούς ετοιμάζονται γιά το πανεπιστήμιο, κάποιοι αλητεύουν χωρίς σκοπό ανεβοκατεβαίνοντας τον κεντρικό δρόμο της συνοικίας τους, τον "δρόμο των Εγγλέζων". Το χρονικό πλαίσιο είναι τα τέλη της ταραγμένης (γιά την Ισπανία και όχι μόνο) δεκαετίας του 70, όταν η χώρα προσπαθεί να βγει από την σαραντάχρονη δικτατορία του Φράνκο και εκδημοκρατίζεται ερχόμενη πιό κοντά στην Ευρώπη μετά την απομόνωσή της. Ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι ο Μιγκελίτο Ντάβιλα που στην αρχή της ιστορίας βγαίνει από το νοσοκομείο μετά από μιά εγχείρηση που του βγάλανε το ένα του νεφρό αλλά η διαμονή του εκεί μέσα τού «έδειξε» τον προορισμό του στη ζωή, να γίνει ποιητής. Στο διπλανό του κρεβάτι ήταν κάποιος που διάβαζε την ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ του Δάντη. Ο Μιγκελίτο τον παρατηρούσε και όταν ο άτυχος συγκάτοικός του πέθανε ζήτησε να του αφήσουν το βιβλίο. Από τις πρώτες σελίδες της δίγλωσσης έκδοσης κατάλαβε ότι «δραπέτευε από την καθημερινότητα», από την «μίζερη ζωή του νοσοκομείου», και πήρε την απόφαση του..
«Θα γίνω ποιητής» είπε στους φίλους του...
«Κι αν γίνεις ποιητής νομίζεις ότι θα γαμάς περισσότερο;» του απαντούν εκείνοι, αλλά αυτός αρχίζει να κυκλοφορεί με το βιβλίο στην μασχάλη και να απαγγέλει κομμάτια από το «ιερό βιβλίο».

Είναι μιά συνηθισμένη εφηβική παρέα. Με τις τρέλλες τους, την μανία γιά γυναίκες, γιά τσαμπουκάδες, γιά παρατσούκλια. Ερωτικές ιστορίες χωρίς αύριο, μπανιστήρια, μπάνια στην πισίνα της περιοχής, σεξ με την «Χοντρή από την Κάλα», που τους «βολεύει» όλους χωρίς αντάλλαγμα, βόλτες και οικογενειακά προβλήματα να ταλανίζουν τους ήρωες της ιστορίας. Η μητέρα του «Μπαμπιρούσα» που παντρεύεται στην Αγγλία με έναν μαύρο και όταν εκείνος πηγαίνει καλεσμένος στον γάμο τους, ανακαλύπτει ότι το ζευγάρι δουλεύει σε ένα peep show, κάνοντας ζωντανό σεξ επί σκηνής. Ο πατέρας του Πάκο Φροντόν, που είναι ο γκάνγκστερ της περιοχής και τριγυρνάει με μιά προπολεμική Dodge γεμάτη γυναίκες και μπαινοβγαίνει στην φυλακή. Ο Αβελίνο Μορατάγια που αυνανίζεται συνεχώς και σε κάθε ευκαιρία. Και οι κοπέλες της παρέας, η μοιραία Λούλι η Γιγάντια που θέλει να γίνει μπαλαρίνα και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του πόθου γιά όλους, η φίλη της η Κορμάρα που τα φτιάχνει με τον Πάκο, και η σεξουαλική (μέσα στην απάθεια της) Δεσποινίς «Περικεφαλαία της Καρχηδόνος».
Η ερωτική ιστορία του Μιγκελίτο με την πανέμορφη Λούλι κυριαρχεί στο μυθιστόρημα. Ένας έρωτας παράφορος που θα βρει εμπόδια στην ισχυρή επιθυμία της Λούλι για να πάει στη σχολή χορού που διαβλέπει ο πονηρός Ρουμπιρόσα στην προσπάθειά του να την κατακτήσει και στην «ποιητική» φύση του Μιγκελίτο που «τρελλαίνεται» όταν αντιλαμβάνεται την Δεσποινίδα «Περικεφαλαία...» να του απαγγέλει Δάντη. Το τέλος θα είναι μοιραίο γιά τον έτσι κι αλλιώς πολύ άρρωστο Μιγκελίτο που δεν του έμελλε να γίνει ποιητής, και μαζί με το τέλος του θα έρθει και το τέλος μιάς εποχής αφού η παρέα θα σκορπίσει στους πέντε ανέμους.

«Στο κέντρο της ζωής μας υπήρξε εκείνο το καλοκαίρι. Ένας ποιητής που δεν έγραψε ποτέ κανένα στίχο, μιά πισίνα που απ’το βατήρα της πηδούσε ένας νάνος με βελούδινα μάτια κι ένας άντρας που μια νύχτα τον σήκωσαν και τον πήραν μακριά τα σύννεφα. Οι μέρες σωριάστηκαν πάνω μας σαν κουρασμένα δέντρα.
Αυτή είναι η ιστορία του Μιγκέλ Ντάβιλα και του δεξιού νεφρού του. Είναι επίσης η ιστορία πολλών άλλων, όπως της Δεσποινίδος Περικεφαλαία της Καρχηδόνος, του Αμαντέο Νούνι του Μπαμπιρούσα και του Πάκο Φροντόν, κι εκείνου του αμαξιού που είχε χρώμα φράουλας με σαντιγί, με το οποίο σουλατσάριζε ο τελευταίος όταν ο πατέρας του βρισκόταν στη φυλακή. Και τέλος, είναι η δική μου ιστορία. Καθώς θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, μέσα μου ζωντανεύει ένα κομμάτι του εαυτού μου. Όπως ένας γέρος ζωγράφος που, ζωγραφίζοντας τα ποτάμια, τα φύλλα των δέντρων και τα γαλάζια βουνά που έχει μπροστά του, σχεδιάζει το περίγραμμα των ματιών του, τις χαρακιές και τις ρυτίδες που ο χρόνος έχει σκάψει στο δέρμα του προσώπου του. Με άλλα λόγια, την αυτοπροσωπογραφία του.»


Προβλέψιμο και συνηθισμένο το μυθιστόρημα του Σολέρ αλλά με μιά ποιητική δυναμική στην (πολύ χαλαρή και κινηματογραφική) αφήγηση. Η παγκόσμια λογοτεχνία και ο παγκόσμιος κινηματογράφος είναι γεμάτα από πανομοιότυπες ιστορίες εφηβικών καλοκαιριών, πρώτων ερώτων, παρεϊστικων χαβαλέδων και ατελείωτων περιπλανήσεων στις εξοχές. Από την δικιά μας αξεπέραστη ΕΡΟΪΚΑ μέχρι τους έφηβους των σκηνοθετών του Χόλιγουντ δεν έχουν αλλάξει πολλά και μοιάζουν όλα να έχουν ειπωθεί. Ο τρόπος όμως της αφήγησης κερδίζει το στοίχημα γιά τον συγγραφέα.

Το βιβλίο δείχνει να είναι αυτοβιογραφικό αφού ο Σολέρ γεννήθηκε στην Μάλαγα το 1956, θα μπορούσε λοιπόν να είναι μιά αφήγηση των εφηβικών του χρόνων. Ο συγγραφέας έχει μεγάλες ικανότητες, οι δε τελευταίες 50 σελίδες του βιβλίου, όταν η δράση κορυφώνεται είναι εκπληκτικές και οι σκηνές βίας που διαδέχονται τις σκηνές έρωτα είναι πολύ δυνατές και παρασέρνουν τον αναγνώστη. Ο συμπατριώτης (και κοντοχωριανός) του συγγραφέα, ο διάσημος ηθοποιός Αντόνιο Μπαντέρας, λειτουργώντας ως σκηνοθέτης αυτή τη φορά,γύρισε το βιβλίο ταινία το 2006, ενώ το μυθιστόρημα απέσπασε το βραβείο Ναδάλ το 2004 σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στην χώρα του.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μη θίξω το θέμα της απόδοσης των στίχων του Δάντη που υπάρχουν διάσπαρτοι στο μυθιστόρημα βγαίνοντας αυθόρμητα από το στόμα του Μιγκελίτο. Το να χρησιμοποιείται στον 21ο αιώνα, η μετάφραση του Ν.Καζαντζάκη είναι αδιανόητο από την στιγμή που υπάρχουν καλύτερες και ακριβέστερες στο νόημα του συγγραφέα αποδόσεις. Όποιος διάβασε την ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ σε απόδοση Καζαντζάκη και έχει καταλάβει τίποτα παρακαλώ να σηκώσει το χέρι. Οι στίχοι «Ω άμυαλη Αράχνη, πως σε κοιτούν κιόλας ζούδι η μισή να κλαις μες στα ξεσκλίδια του πέπλου σου που για ζημιά σου υφάθη» απλά, δεν βγάζουν νόημα γραμμένοι σε μιά γλώσσα που δεν μιλιέται (και δεν ξέρω αν μιλήθηκε ποτέ).