Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009 | Permalink
Don't give up...
Η λιτή και πυκνογραμμένη νουβέλα του σχετικά νέου συγγραφέα και δημοσιογράφου Ηλία Μαγκλίνη, «Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ» (Εκδ.Κέδρος, σελ.128), είναι μιά εξαιρετική δημιουργία πάνω στις οικογενειακές σχέσεις, μιά σκληρή και βίαιη συνομιλία πατέρα-κόρης από την οποία δεν βγαίνει κανείς κερδισμένος. Μία νουβέλα που θα μπορούσε να είναι ένα συγκλονιστικό θεατρικό έργο γιά δύο πρόσωπα που ξεσκίζονται (κυριολεκτικά) μπροστά στον αναγνώστη-θεατή.

Η Μαρίνα είναι ένας άνθρωπος που έχει μέσα του πολύ θυμό,ανεξέλεγκτη οργή. Ασχολείται με αυτήν την ιδιαίτερη μορφή «τέχνης», την performance art. Το σώμα της είναι ο καμβάς της που πάνω του εξασκεί την «τέχνη» της. Ακολουθώντας τα βήματα της πρωτοπόρου του είδους, συνονόματής της (και ειδώλου της), της Μαρίνας Αμπράμοβιτς σοκάρει το κοινό των «παραστάσεων» της είτε με τις φωτογραφίες της, είτε με τα καλλιτεχνικά δρώμενα στα οποία πρωταγωνιστεί η ίδια ζωντανά αυτοτραματιζόμενη, είτε σε video performances, είτε σε φωτογραφικές εκθέσεις με θέμα την νεκρή μητέρα της.
Ο Κωστής, ο πατέρας της Μαρίνας είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος. Ζει αποτραβηγμένος από τον κόσμο και ασχολείται με τις μεταφράσεις. Συνελήφθη και βασανίστηκε επί χούντας και από τότε που αποφυλακίστηκε δεν έχει μιλήσει ποτέ γιά την εμπειρία του στα ΕΑΤ-ΕΣΑ. Και ο δικός του ο πατέρας, ο παππούς της Μαρίνας, είχε φυλακισθεί μετά τον εμφύλιο και είχε βασανισθεί στην Μακρόνησο.

Η Μαρίνα προσπαθεί να καταλάβει τι βίωσε ο πατέρας της στα κρατητήρια. Τι ήταν αυτό που πέρασε ώστε να αλλάξει τόσο πολύ και να κλειστεί στον εαυτό του. Τον προκαλεί σε μιά ιδιότυπη συνομιλία, τον υποβάλλει σε μιά βασανιστική ανάκριση. Η όλη δουλειά της είναι ένα μήνυμα προς αυτόν. «Κοίτα πως βασανίζομαι κι εγώ – έτσι βασανίστηκες κι εσύ;». Παραφράζοντας το «Μέσα από τον καθρέφτη...» του Λ.Κάρολ προσκαλεί τον πατέρα της να δεί, ν’ανοίξει τα μάτια του και να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, γυμνό.

Ο Κωστής είναι ένας σπαρακτικός ήρωας. Βρίσκεται απολογούμενος σε όλη του τη ζωή, στους βασανιστές του, στην οικογένεια του, τώρα στην κόρη του. Ζει υπό το βάρος της «αγωνιστικής» κληρονομιάς του πατέρα του και της άκαμπης στάσης εκείνου που ποτέ δεν υποτάχτηκε μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές, η φωνή μέσα του δεν έχει σταματήσει να του λέει «...πρέπει κι εσύ να υποφέρεις περισσότερο.Δεν έχεις υποφέρει αρκετά, όχι όσο εκείνος. Θέλει κι άλλο. Κι άλλο.» Εκείνος έχει επιλέξει την οδό της συγχώρεσης, της λήθης. Η κόρη του τον προκαλεί συνεχώς να της μιλήσει, τον απομυθοποιεί σιγά-σιγά, τον εξευτελίζει – ποιόν, αυτόν που η ίδια είχε μυθοποιήσει κάποτε και επιζητάει να σταθεί κι εκείνη συνεπής στις οικογενειακές παραδόσεις, να βασανιστεί κι εκείνη έστω κάτω από διαφορετικό πρίσμα. «...Γιατί πρήζονται τα πόδια σου, μπαμπά; Γιατί δεν ήθελες αγόρι, μπαμπά; Γιατί τινάζεσαι στον ύπνο σου, μπαμπά; Γιατί δε μου μιλάς ποτέ γιά τον εφιάλτη σου, μπαμπά; Μπαμπά; Μπαμπά; Τι σου έκαναν τότε εκεί μέσα, μπαμπά;».Δείχνει να τον κατηγορεί, ότι «τα παράτησε», τους παράτησε και δείχνει ότι όλες τις οι «παραστάσεις» έχουν έναν αποδέκτη – απευθύνονται σε έναν θεατή...

«Το παράπονό της.Από μικρό κοριτσάκι. Μέσα στη νύχτα. Έτσι και τώρα, κάθε φορά που τον επισκέπτεται και κάνει μπάνιο στο σπίτι του – γιά ν’ακολουθήσει αυτό το ανίερο τελετουργικό μπροστά στον καθρέφτη – αφήνει πάντα μιά χαραμάδα ανοιχτή. Τότε ήταν για να μπει μέσα και να της μιλήσει για τον εφιάλτη· με τη σιωπή του. Τώρα, η χαραμάδα είναι για να του μιλήσει εκείνη για τον εφιάλτη της· με το σώμα της. Με το σώμα της προκαλεί τον δειλό ηδονοβλεψία να βγει απ’τη κρυψώνα του. Τον θλιβερό ματάκια του πάρκου. Έναν κλασικό, παραδοσιακό χέστη. Φευγάτο, σιωπηλό μέσα στους μοναχικούς σπασμούς του. Έλα μπαμπά, έλα να με σώσεις, αχ, μπαμπά μου, ξεκουμπώσου γρήγορα, μην αργείς, μπαμπά, μην αργείς, εσύ ποτέ δεν αργείς, η μαμά έλεγε γελώντας ότι πάντα έχυνες στο λεπτό, σαν το θερμόμετρο, στο λεπτό ο υδράργυρός σου χτυπούσε κόκκινο, χαρά δεν πήρε ποτέ από σένα η γυναίκα, ούτε καν στο κρεβάτι, γι’αυτό μην αργείς, μπαμπά, έλα, μπαμπάκα μου, χύσε με τώρα, δώσε μου τη χαρά που δεν είδε ποτέ η μαμά, έλα να με σταματήσεις, μπαμπά, προτού ξεσκίσω αυτά τα δύο φριχτά βυζιά και σ’τα δώσω να τα φας τρεμουλιαστά, κατακόκκινα, σαν το ζελέ με τα χοντρά κομμάτια κεράσι που έτρωγε η μαμά στο νοσοκομείο, έλα λοιπόν, μπαμπά μου, έλα

Περιεκτική και ουσιώδης, η νουβέλα του Μαγκλίνη, προκαλεί τον αναγνώστη σε σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από πολλά θέματα. Τα βασανιστήρια επί Χούντας, την αυτοδικία έναντι των όποιων βασανιστών, την δυσλειτουργία μιάς αξιόλογης (κατά τα φαινόμενα) αστικής ελληνικής οικογένειας, την σχέση γονιών-παιδιού, την ερωτική σχέση πατέρα-κόρης, το αν είναι ή όχι τέχνη αυτό που κάνει η Μαρίνα (προσωπικά είμαι αντίθετος σε οτιδήποτε προκαλεί πόνο έναντι οποιουδήποτε τιμήματος), το ζήτημα της προσωπικής αξιοπρέπειας και της προσωπικής ευθύνης, της συμμετοχής ή της παραίτησης...

Υπερβολικά σκληρή αλλά εξαιρετική δουλειά που όση ώρα την διαβάζεις δεν σ’αφήνει σε ησυχία. Η Ανάκριση είναι μιά νουβέλα που σε τρομάζει με την δύναμή της, που σε «τραβάει απ’το μανίκι», που σε εντυπωσιάζει με την οικονομία του λόγου της και που αποκλείεται να την ξεχάσεις.



Υ.Γ.1 Πολύ κατατοπιστικές συνεντεύξεις του συγγραφέα γιά το βιβλίο του εδώ και εδώ.

Υ.Γ.2 Εξαιρετικές παρουσιάσεις/κριτικές του βιβλίου από Κούρτοβικ, Κατσουλάρη, Χατζηβασιλείου και last but not least τον ακάματο Δημ.Αθηνάκη. Υποθέτω υπάρχουν και άλλοι που έχουν ασχοληθεί - όρεξη νά'χεις να ψάχνεις.