Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009
posted by Librofilo at Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009 | Permalink
«Ο Λευκός Τίγρης,ένας διαφορετικός Slumdog millionaire
Η περσινή κινηματογραφική σεζόν στιγματίστηκε από την επιτυχία μιάς ταινίας που ήρθε από το πουθενά, το Slumdog Millionaire του D.Boyle. Μιά ταινία που συνδύαζε τον μελοδραματισμό του Bollywood με την νευρώδη κινηματογράφηση του ικανότατου σκηνοθέτη-δημιουργού που είναι ο Boyle. Η επιτυχία της αποτέλεσε έκπληξη γιατί (εδώ που τα λέμε) ουδείς μπορούσε να διαννοηθεί ότι μιά ταινία που δεν είχε κάτι το εξαιρετικό να παρουσιάσει (κοινότοπη ιστορία, μέτρια μουσική, συμπαθητικοί ηθοποιοί-κανένα «μεγάλο όνομα») θα σάρωνε τα Oscars. Πολλοί έγραψαν (και είπαν) ότι δούλεψε το μάρκετινγκ του Χόλυγουντ γιά το άνοιγμα της τεράστιας Ινδικής αγοράς, άλλοι ότι γίνεται μόδα η Ινδία.

Λίγους μήνες νωρίτερα όμως, το καμπανάκι για το τί έρχεται, το είχε δώσει η απονομή του (πάντα έγκυρου) βραβείου Man Booker στο μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Ινδού συγγραφέα Aravind Adiga, «Ο ΛΕΥΚΟΣ ΤΙΓΡΗΣ» (Εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, μετάφρ.Ρ.Χάτχουτ, σελ.381), ενός πολύ ενδιαφέροντος και σε ορισμένα σημεία εξαιρετικού μυθιστορήματος που με απλή,καθημερινή γλώσσα ανατέμνει την σύγχρονη Ινδική πραγματικότητα ισορροπώντας μεταξύ γκροτέσκου ύφους και μελοδραματισμού ενώ δεν λείπει η υπερβολή (στοιχεία μάλλον έμφυτα στο ύφος των Ινδών συγγραφέων που τα συναντάμε και σε πιό καθιερωμένα ονόματα της Ινδικής λογοτεχνίας όπως ο Rushdie, η Roy ή/και ο Mistry) .

Ο «Λευκός Τίγρης» είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε επιστολική μορφή. Ο ήρωας Μπαλράμ Χαλβάι γράφει μιά σειρά επιστολών μέσα σε 7 νύχτες προς τον Πρωθυπουργό της Κίνας Ουέν Τζιαμπάο με αφορμή την επικείμενη επίσκεψη του τελευταίου στο Μπανγκαλόρ της Ινδίας. Ο σκοπός του Μπαλράμ είναι να εξιστορήσει στον Κινέζο πρωθυπουργό την «αληθινή ιστορία» της Ινδικής επιχειρηματικότητας μέσω της δικιάς του προσωπικής ιστορίας. Ξέρει ότι ο πρωθυπουργός θα ακούσει την επίσημη άποψη που πολύ απέχει (σύμφωνα με τον Μπαλράμ) από την πραγματικότητα – του πως δηλαδή συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Ινδία αυτό το οικονομικό θαύμα και ποιοί συνέβαλλαν (και συμβάλλουν) σ’αυτό.

Ο Μπαλράμ ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο «Σκοτάδι». Σε ένα μέρος,ένα μικρό χωριό που οι ντόπιοι το αποκαλούν έτσι. Μέσα στη λάσπη και την φτώχεια αυτός ξεχώριζε για την εξυπνάδα και την πονηριά του – κάποιος σχολικός επιθεωρητής τον είχε ξεχωρίσει αποκαλώντας τον «Λευκό Τίγρη», ένα πλάσμα που εμφανίζεται μόνο μιά φορά σε κάθε γενιά. Όταν καταφέρνει να ξεκολλήσει από τον βούρκο του χωριού και να πάει σε μιά μεγαλύτερη πόλη καταφέρνοντας με την καπατσοσύνη του να γίνει σωφέρ του γιού ενός μεγαλοεπιχειρηματία που καταγόταν από το χωριό του, δεν θα του χρειαστούν παραπάνω από 8 μήνες για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να αποκτήσει λεφτά και να ανοίξει την δικιά του επιχείρηση. Δεν απαιτούντο πολλά: υπομονή, προσήλωση στον στόχο, εύστοχες ενέργειες, κουτοπονηριά και να κόψει τον λαιμό του αφεντικού του την κατάλληλη στιγμή,όταν πηγαίνουν να παραδώσουν μιά μεγάλη μίζα για μιά δουλειά...

Ο Μπαλράμ είναι πλέον ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας. Είναι ακόμα καταζητούμενος αλλά η αφίσα με το πρόσωπο του είναι τόσο κοινή που δεν κινδυνεύει. Έχει αλλάξει το όνομά του και έχει την δικιά του εταιρία σωφέρ στο Μπανγκαλόρ. Στο κέντρο των παγκόσμιων τηλεφωνικών call centers. Εκεί που αγόρια και κορίτσια δουλεύουν από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 3-4 το πρωί, δηλαδή τις ώρες λειτουργίας των Η.Π.Α. Οι υπάλληλοι των εταιριών αυτών χρειάζονται κάποιους να τους πηγαινοφέρνουν στην δουλειά, η εταιρία του «Λευκού Τίγρη» είναι εκεί να τους εξυπηρετήσει.

«...παλιά υπήρχαν χίλιες κάστες και χίλιες μοίρες στην Ινδία. Τώρα υπάρχουν μόνο δύο κάστες: οι Άντρες με τις Μεγάλες Κοιλιές και οι Άντρες με τις Μικρές Κοιλιές. Και μόνο δύο μοίρες: να φας ή να σε φάνε.»

Το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στην Ινδία της διαφθοράς, της μίζας, του λαδώματος. Γίνεται της μουρλής...Ο πιό φτωχός λαδώνει τον λιγότερο φτωχό, ο πλούσιος τον πιό πλούσιο και όλοι μαζί την εξουσία. Η ελληνική πραγματικότητα ωχριά μπροστά σ’αυτά που περιγράφονται στο βιβλίο του Adiga. Εκλογές που γίνονται ουσιαστικά μόνο στις μεγάλες πόλεις, γιατί στις μικρές ή και στα χωριά παραδίδεται μία λίστα κατοίκων με τα ψηφοδέλτια ήδη σφραγισμένα. Πολιτικοί που τα παίρνουν στ’ανοιχτά και μπροστά σε όλους, βαλίτσες που αλλάζουν χέρια σε γραφεία και σε σπίτια.

Ο συγγραφέας περιγράφοντας την φρενήρη οικονομική ανάπτυξη της χώρας στέκεται ιδιαίτερα σε μια αντίθεση. Στο «Σκοτάδι» (η αγροτική Ινδία που ζει στο παρελθόν), που είναι το περιβάλλον που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Μπαλράμ και που ουσιαστικά ζει η πλειονότητα των ανθρώπων εκεί και στα Malls (η φιλόδοξη, υλιστική πλευρά της χώρας), που ξεφυτρώνουν στις μεγάλες πόλεις και είναι οι ναοί του σήμερα που λατρεύονται οι σύγχρονες θεότητες. Η σχεδόν καθημερινή υποχρέωση του Μπαλράμ ως σωφέρ του Ασόκ και της συζύγου του όταν μετακόμισαν στο χαοτικό Δελχί ήταν να τους πάει στο Mall και να περιμένει στο ειδικά διαμορφωμένο χώρο για τους οδηγούς, οι οποίοι δεν μπορούσαν να μπουν μέσα.Πίσω όμως από τα εντυπωσιακά κατασκευάσματα που αποτελούν πηγή τρελλού πλουτισμού γιά τους μεγαλοεργολάβους κατοικούν οι σκλάβοι που ζουν σε παράγκες και αφοδεύουν όλοι σε μιά σειρά στην ύπαιθρο.

Εδώ έγκειται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του μυθιστορήματος και η αξία του ταυτόχρονα. Το «οικονομικό θαύμα» μιάς χώρας που οι προβλέψεις λένε ότι μαζί με την Κίνα θα κυριαρχήσει στην παγκόσμια οικονομία στο μέλλον οικοδομείται και στηρίζεται στους μικροαπατεώνες που θα γίνουν μεγάλοι επιχειρηματίες σιγά-σιγά, στους «ξύπνιους» που δεν θα διστάσουν να φτάσουν στον ή στους φόνους, που δεν θα διστάσουν να ποδοπατήσουν για να μη ποδοπατηθούν. Η σύγχρονη εποχή χρειάζεται αγορές, χρειάζεται ανθρώπους που δεν διστάζουν...

«Όταν οδηγώ στην οδό Χόσουρ, όταν παίρνω στροφή για την Ελεκτρόνικς σίτι Φάση 1 και βλέπω τις εταιρίες να περνούν δίπλα μου, δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο συναρπαστικό μου φαίνεται. General Electric, Dell, Siemens και είναι όλα στο Μπανγκαλόρ. Κι έρχονται τόσα πολλά ακόμα. Παντού υπάρχουν οικοδομές. Σωροί λάσπη παντού. Σωροί πέτρες. Σωροί τούβλα. Ολόκληρη η πόλη είναι σκεπασμένη με καπνό, καυσαέρια, σκόνη, τσιμεντόσκονη. Είναι κάτω από ένα πέπλο. Όταν σηκωθεί το πέπλο, κανένας δεν θα ξέρει πως θα είναι το Μπανγκαλόρ.
Ίσως θα είναι μιά καταστροφή: παράγκες, βόθροι, εμπορικά κέντρα, κυκλοφοριακή συμφόρηση, αστυνομικοί. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Ίσως αποδειχτεί μια καλή πόλη, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να ζουν σαν άνθρωποι και τα ζώα να ζουν σαν ζώα. Ένα νέο Μπανγκαλόρ για μιά νέα Ινδία. Και τότε θα μπορώ να πω ότι με τον τρόπο μου βοήθησα να γίνει αυτό το νέο Μπανγκαλόρ.
Γιατί όχι;Δεν είμαι μέρος όλων αυτών που αλλάζουν σ’αυτή τη χώρα;Δεν έφερα σε αίσιο πέρας τον αγώνα που θα έπρεπε να κάνει εδώ κάθε φτωχός – τον αγώνα να μη φας τις βουρδουλιές που έφαγε ο πατέρας σου, να μην καταλήξεις σ’ενα σωρό δυσδιάκριτα πτώματα που θα σαπίζουν στη μαύρη λάσπη του Γάγγη;Είναι αλήθεια ότι υπήρξε το θέμα του φόνου – το οποίο σαφώς και αναμφίβολα δεν έπρεπε να κάνει κανείς. Σκοτείνιασε την ψυχή μου. Όλες οι κρέμες που πουλιούνται στις αγορές της Ινδίας και ασπρίζουν το δέρμα δε θα καθαρίσουν ποτέ ξανά τα χέρια μου.
Δεν είναι όμως πιθανό ότι όλοι όσοι μετράνε σ’αυτό τον κόσμο, ανάμεσά τους κι ο πρωθυπουργός μας(ανάμεσα τους κι εσείς κύριε Τζιαμπάο), σκότωσαν κάποιον στο δρόμο τους προς την κορφή;Αν σκοτώσεις αρκετούς ανθρώπους, θα σου στήσουν άγαλμα κοντά στη Βουλή του Δελχί – αλλά αυτό είναι η δόξα και δεν είναι αυτό που επιδιώκω. Το μόνο που ήθελα ήταν μια ευκαιρία να είμαι άνθρωπος και στη δική μου περίπτωση ένας φόνος στάθηκε αρκετός γι’αυτό.
Τι πρέπει να περιμένω τώρα;Ξέρω ότι αυτό αναρωτιέστε.
Λοιπόν θα το θέσω ως εξής.Σήμερα το απόγευμα καθώς οδηγούσα στην οδό M.G., που είναι ο αιριστοκρατικός μας δρόμος με πολλά αμερικανικά καταστήματα και τεχνολογικές εταιρίες, είδα τους ανθρώπους του Yahoo! να στήνουν μια καινούρια πινακίδα έξω από τα γραφεία τους.


ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ ΣΑΣ;

Τράβηξα τα χέρια μου από το τιμόνι και τα άνοιξα περισσότερο κι απ’ότι θα χωρούσε το πέος ενός ελέφαντα.
«Τόσο μεγάλες,παλιοπούστη»