Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009 | Permalink
Ιστορίες φαντασμάτων
Συγκρατούμε το όνομα:Edgardo Cozarinsky, γεννηθείς το 1939 στο Μπουένος Άϊρες. Συγγραφέας και σκηνοθέτης ντοκυμαντέρ,(συγγραφέας περισσότερο γνωστός γιά το πολύ επιτυχημένο στην Ευρώπη «Borges y el cinematografo»,μιάς μελέτης πάνω στη σχέση του Μπόρχες με τον κινηματογράφο) ζει μεταξύ Αργεντινής και Γαλλίας. Αυτός ο (κατά τα φαινόμενα ιδιαίτερα αξιόλογος) κύριος έγραψε πριν 5 χρόνια ένα μικρό μυθιστόρημα, μιά νουβέλα που εκδόθηκε πρόσφατα στη χώρα μας, η οποία (το λέω ευθαρσώς ) με ξετρέλλανε.«Ο ΜΟΛΔΑΒΟΣ ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΟΣ», (τίτλος μάλλον απωθητικός αν και κεντρίζει την περιέργεια) απο τις (εξαιρετικά δυναμικές τελευταία) εκδόσεις Πάπυρος, σε μετάφραση Α.Βασώνη, είναι μόλις 177 σελίδες (μαζί με το επίμετρο του σπουδαίου Αλμπέρτο Μανγκέλ) και νιώθεις σαν να έχεις διαβάσει τουλάχιστον 500.

Η νουβέλα ανήκει στο είδος που αποκαλείται (τουλάχιστον στον κινηματογράφο) documentary fiction, δηλαδή μυθοπλασία με στοιχεία ντοκουμέντου ή και το αντίθετο. Ο Κοζαρίνσκι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πλοκή, ούτε γιά το «άπλωμα» της μελοδραματικής ιστορίας που θα μπορούσε να ήταν και μιά μιλόνγκα που τραγουδιόταν στα μπουρδέλα του Μπουένος Άϊρες. Τον ενδιαφέρει κυρίως το περίγραμμα, το σκηνικό και το φαινόμενο του trafficking που ήκμαζε στην Αργεντινή των αρχών του 20ου αιώνα (και βάλε...)

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου οι απέραντες εκτάσεις της Αργεντινής έπρεπε να γεμίσουν με εργατικά χέρια. Η πώληση στον βαρόνο Χιρς γης σε διάφορες επαρχίες έναντι πινακίου φακής συνετέλεσε στην έλευση χιλιάδων Εβραίων διωγμένων από την Ρωσία, ενώ τα νούμερα μετανάστευσης μεταξύ των ετών 1857 με 1930 ανέρχονταν σε περίπου 6 εκατομμύρια ανθρώπους από την Ευρώπη (κυρίως Ιρλανδία, Ιταλία και Ανατολική Ευρώπη). Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα ο καθένας το εμπόριο λευκής σαρκός ήταν στο φόρτε του. Η οργάνωση Ζβι Μιγκντάλ (με κέντρο την Βαρσοβία) δημιούργησε ένα αποδοτικότατο σύστημα διακίνησης εβραίων γυναικών το οποίο διοχέτευε σε μπουρδέλα όλης της χώρας (με τις πιό «προικισμένες» να στέλνονται στην πρωτεύουσα) που, με την προστασία /ανοχή /κάλυψη των αρχών της χώρας και των τοπικών ραβίνων έφερε στην Αργεντινή χιλιάδες νεαρές γυναίκες.

Ο νεαρός φοιτητής που ερευνά την ιστορία του θεάτρου Γίντις στην Αργεντινή, του καθαρά εβραϊκού δηλαδή θεάτρου που παιζόταν στην διάλεκτο αυτή (πολλοί λένε ότι είναι ξεχωριστή γλώσσα) και απευθυνόταν στα μέλη της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας (τα γίντις είναι γερμανοεβραϊκή διάλεκτος και αφού οι περισσότεροι εβραίοι είχαν έρθει από την Ανατολική Ευρώπη αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούσαν) βρίσκει τυχαία ένα θεατρικό έργο (μιούζικαλ) που παίχτηκε ελάχιστα την σεζόν 1927-1928 στο Μπουένος Άϊρες με τον προβοκατόρικο τίτλο «Ο ΜΟΛΔΑΒΟΣ ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΟΣ». Το έργο γραμμένο από έναν περίεργο τύπο που συνεργαζόταν με το κύκλωμα πορνείας αποτέλεσε σκάνδαλο και ουσιαστικά εξοβελίστηκε από την κοινότητα λόγω του σκαμπρόζικου θέματός του. Αφηγείται την ιστορία ενός συναισθηματικού προαγωγού που μετανιώνει για αυτό που κάνει ενώ παρουσιάζει τις πόρνες ως κορίτσια με χρυσή καρδιά. Διανθισμένο όλο αυτό με μουσική τάνγκο και τολμηρές εμφανίσεις αποτέλεσε ένα σοκ γιά την κοινότητα που προσπαθούσε να «θάψει κάτω από το χαλί» όλον αυτόν τον κόσμο φοβούμενη ότι θα αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί διαφόρων εθνικιστών με προπαγάνδα του τύπου «όλες οι Εβραίες είναι πόρνες» κλπ.

Το έργο χάθηκε αλλά ο νεαρός το βρήκε στα χαρτιά ενός γεροντάκου ηθοποιού και μουσικού των τάνγκο ο οποίος ενδιαφερόταν μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο να το ξανανεβάσει στην σκηνή. Ενδιαφερόταν γιατί η προσωπική του ιστορία δεν απείχε πολύ από τα γεγονότα που διαδραματίζονταν στο έργο. Δεν τα κατάφερε ομως, ο δημιουργός του ήταν ανένδοτος και το έργο θάφτηκε και ξεχάστηκε. Ο νεαρός όμως ανακαλύπτει ότι ο γιός του γέροντα μουσικού είναι ακόμα ζωντανός κάπου στην Ευρώπη, η κόρη του δραματουργού δουλεύει στο Μπουένος Άϊρες, άρα υπάρχουν συγγενείς των ανθρώπων που εμπλέκοντο στην ιστορία και που έζησαν την εποχή έντονα. Ο νεαρός αφηγείται τις ιστορίες έρωτα και εξορίας ενσωματώνοντας τες στην ανέλιξη της πλοκής.

Ιστορίες γιά πόρνες αφελείς και ερωτευμένες, γιά πόρνες πιό σοφιστικέ που υποχρεώθηκαν να δουλέψουν ως τέτοιες γιά να αποφύγουν τις διώξεις στην Ανατολική Ευρώπη, ιστορίες για μουσικούς του τάνγκο, γιά μαστροπούς, γιά παλληκάρια και δειλούς. Το έγραψα και πιό πάνω, είναι το υλικό που χρησιμοποιεί το είδος αυτό της μουσικής που βασίζεται πάνω απ’όλα στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί το μπαντονεόν (εξάλλου η εισαγωγή αυτού του οργάνου άλλαξε το στυλ του τάνγκο επιδρώντας καθοριστικά στην επιτυχία του).

Ο Κοζαρίνσκι δημιουργεί αριστουργηματικά την ατμόσφαιρα της εποχής. Μπουρδέλα δίπλα στο νερό, πόρνες που δουλεύουν εξαντλητικά, μουσικοί που γίνονται μαστρωποί. Ανάμιξη μύθου και ιστορίας με δημιουργικό και ελεύθερο τρόπο, κοινωνικό σχόλιο που δεν αφορά μόνο εκείνη την εποχή αφού ο συγγραφέας εκπληκτικά μεταφέρει την ιστορία και στην σημερινή εποχή με το πάντα επίκαιρο θέμα της εμπορίας λευκής σαρκός. Ένα βιβλίο που το διαβάζεις και μετά θέλεις να το ξαναδιαβάσεις αμέσως για να πας πίσω και να δεις τα πράγματα πιό ψύχραιμα. Μία νουβέλα υπέροχης γοητείας (σπουδής στην εποχή, πάνω κάτω σαν τον ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΤΩΝ ΤΑΝΓΚΟ του Μαρτίνεζ),δύναμης και έντασης,νοσταλγίας γιά μια εποχή που πέρασε, για τις χαμένες ευκαιρίες, για τις χαμένες ζωές. Σαν να ξεφυλίζεις ένα άλμπουμ με φωτογραφίες...