Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2009
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2009 | Permalink
Στάχτες του Σαββατοκύριακου
Τελικά ο Bernhard Schlink είναι συγγραφέας του 1(ενός) βιβλίου; Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μετριότατου κατά την άποψή μου μυθιστορήματός του επιτυχημένου σε όλη την Ευρώπη,Γερμανού συγγραφέα «ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ»,(εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ,μετάφρ.Αλ.Κάιμπελ,σελ.245). Ίσως η κληρονομιά του αριστουργηματικού «ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΧΑΝΝΑ» να είναι βαριά, ίσως ο συγγραφέας έχει υπερεκτιμηθεί, πάντως το ομολογώ (εν γνώσει των συνεπειών να με κυνηγήσει το πολυπληθές fan club τουσυγγραφέα)…βαρέθηκα...Βαρέθηκα τρελλά...

Όπως σε όλα τα βιβλία του Schlink, και στο «Σαββατοκύριακο» υπάρχει μιά θαυμάσια ιδέα. Ο Γιόργκ, κάποτε μέλος της Μπάαντερ-Μάινχοφ με αρκετές εκτελέσεις στο βιογραφικό του, αποφυλακίζεται με Προεδρική χάρη μετά από είκοσι χρονια εγκλεισμού στις φυλακές. Η αδερφή του η Κριστιάνε που αφιέρωσε όλη της την ζωή σ’εκείνον του διοργανώνει ένα weekend επανένωσης με παλιούς φίλους, συναγωνιστές ή απλώς συμπαθούντες, στην εξοχή σε μία αγροτική έπαυλη χωρίς ηλεκτρικό που έχει αγοράσει με την κολλητή της φίλη την Μαργκαρέτε.

Η σύνθεση της ομάδας είναι τελείως ανομοιογενής. Ένας επιτυχημένος δημοσιογράφος που ο Γιοργκ υπέθετε ότι ήταν αυτός ο καταδότης που συνετέλεσε στο να συλληφθεί, μία επίσκοπος της Προτεσταντικής εκκλησίας, πρώην ακτιβίστρια, ένας επιχειρηματίας οδοντοτεχνίτης που απλά γνώριζε κάποτε τον Γιοργκ, μία συμπαθής και μελαγχολική δασκάλα που προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα γιά την τρομοκρατία, ο δικηγόρος του Γιοργκ και ένας νεαρός, ο Μάρκο που ονειρεύεται τον ελεύθερο πλέον «αγωνιστή» μπροστάρη στους νέους αγώνες κατά της εξουσίας.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου εξαντλείται κάπου εκεί. Στις επόμενες σελίδες παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια της Κριστιάνε να κυλήσει ένα ευχάριστο(;;;) Σαββατοκύριακο ενσωμάτωσης του Γιοργκ στην κοινωνία, τις ενοχλητικές έως αγενέστατες ερωτήσεις του οδοντοτεχνίτη προς τον Γιοργκ και της έφηβης κόρης του να πηδήξει ντε και καλά τον άρτι αποφυλακισθέντα, την προσπάθεια του Μάρκο να πείσει το είδωλο του να κάνει μιά «επαναστατική» δήλωση (τύπου, I’m back…), τον δημοσιογράφο Χένερ από τη μιά να προσεγγίσει ανθρώπινα τον Γιοργκ και από την άλλη να ψάξει λίγη τρυφερότητα στις ιδιοκτήτριες του εξοχικού και τέλος την Ίλζε, την δασκάλα να προσπαθεί να γράψει επιτέλους το βιβλίο της.

Το βιβλίο της Ίλζε αφορά την ιστορία ενός μυστηριώδη τρομοκράτη του Γιαν, ο οποίος σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του γιά να μπορέσει να αφοσιωθεί απερίσπαστος στον αγώνα του. Παρακολουθούμε λοιπόν μιά παράλληλη αφήγηση που είναι πολύ πιό ενδιαφέρουσα από την ιστορία του Γιοργκ και τα τεκταινόμενα αυτό το Σαββατοκύριακο. Μιά ιστορία που εμπλέκει τα τραγικά γεγονότα της 11/9, την συνέχιση της Τρομοκρατίας και που εάν ο συγγραφέας έδινε περισσότερο χώρο στο βιβλίο του θα μπορούσε να είναι εξαιρετική.

Κατά τ’άλλα, πολύ κουβέντα (σε σημείο εξαντλητικό), απορία του αναγνώστη, πως είναι δυνατόν αυτοί οι «νερουλοί» τύποι να ήταν κάποτε «επαναστάτες». Ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση, ερωτήματα που γίνονται για να μην απαντηθούν ποτέ – περισσότερο ερωτήσεις «προς εαυτόν» είναι οι περισσότερες – και στη μέση ένας μπερδεμένος άνθρωπος που μετά από χρόνια βρέθηκε στον έξω κόσμο και δεν ξέρει τι να κάνει. Δείχνει να μην έχει αναθεωρήσει τίποτα απο την προηγούμενη ζωή του, να μην αισθάνεται τίποτα. Ένας αποξενωμένος άνθρωπος, σχεδόν ερείπιο, που σίγουρα θα καταλήξει έρμαιο των διαθέσεων του ενός και του άλλου.

Η «καινούργια αρχή» που προβληματίζει τον συγγραφέα δεν βλέπω να έρχεται, ούτε να επιτυγχάνεται. Ο ήρωας είναι αμήχανος μπροστά σε όλα, τον γιό του ο οποίος τον έχει απορρίψει, την αδερφή του με την οποία είχε μία σχέση παραπάνω από αδελφική (σχεδόν ερωτική), τους (κάποτε) φίλους που δεν τους αναγνωρίζει. Θα μπορούσε να ήταν εξαιρετικό βιβλίο αλλά είναι μάλλον ένα ωραίο tableau vivant και ένα μέτριο μυθιστόρημα.

Αντίθετα, εντυπωσιάσθηκα από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Σέργιου Γκάκα, «ΣΤΑΧΤΕΣ», (Εκδ. Καστανιώτη, σελ.364). Ένα «δυναμικό» και νευρώδες βιβλίο που θυμίζει βέβαια αρκετά άλλα μυθιστορήματα του είδους και που δεν κομίζει κάτι νέο στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά σε κερδίζει με το στυλ του και την γλώσσα του.

Μιά παλιά μονοκατοικία γίνεται στάχτη από εμπρησμό. Μέσα σ’αυτήν έμενε η γνωστή αν και ξεπεσμένη ηθοποιός Σόνια Βαρίκα, ένας παλιός γέρος συνάδελφός της και μία μαύρη γυναίκα με το κοριτσάκι της. Εκτός της ηθοποιού που χαροπαλεύει με σοβαρά εγκαύματα, οι υπόλοιποι καίγονται. Η Βαρίκα ήταν μοιραία γυναίκα που έπνιγε τα πάθη της στον τζόγο και το ποτό. Μόλις ο αστυνόμος Χρόνης Χαλκίδης μαθαίνει το γεγονός αναλαμβάνει την υπόθεση παρ’ότι διευθύνει το τμήμα «Εσωτερικών Υποθέσεων» που είναι άσχετο με τέτοιες ιστορίες. Αλλά ο Χαλκίδης ήταν κάποτε τρελλά ερωτευμένος με την Βαρίκα – όταν ήταν σωματοφύλακάς της (και όχι μόνο). Το θεωρεί λοιπόν προσωπικό ζήτημα την ανεύρεση των ενόχων. Ο Χαλκίδης είναι ένας έντιμος (μέχρι βλακείας) μπάτσος και πολύ ικανός στη δουλειά του αλλά είναι τίγκα στην κοκαίνη και με κατεστραμμένη προσωπική ζωή.

«Κατεστραμμένος» είναι και ο Συμεών Πιερτζοβάνης, ένας αλκοολικός δικηγόρος που είχε παραχωρήσει την μονοκατοικία στην Σόνια Βαρίκα. Κι αυτός ερωτευμένος στο παρελθόν με την ηθοποιό, πνίγει τις προσωπικές του αποτυχίες στο ποτό. Τα στοιχεία της υπόθεσης φέρνουν τον Χαλκίδη να συνεργάζεται με τον Πιερτζοβάνη στην επίλυση της μυστηριώδους ιστορίας. Πρώην εραστές της Βαρίκα, πρώην (δίχως να το γνωρίζουν) αντίζηλοι πρέπει να συνεργαστούν γιά μιά υπόθεση που δείχνει να μην έχει κίνητρο, να είναι τόσο μετέωρη που κανονικά θα έπρεπε να «κλείσει» αμέσως, έχει όμως πολύ ζουμί.

Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα παρουσιάζεται ανάγλυφη μέσα από τις σελίδες του (και θεατρικού σκηνοθέτη) Σ.Γκάκα. Νεοναζί, παπάδες, μοναστήρια, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, μεγαλοεργολάβοι, η διαφθορά της νεοελληνικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, σε όλα τα μεγέθη. Με αφήγηση στακάτη και σύγχρονη γλώσσα περιγράφει ένα κόσμο που οι δύο (ή και οι τρεις ήρωες του βιβλίου αφού παρακολουθούμε και τους παραληρηματικούς μονολόγους της ετοιμοθάνατης Βαρίκα), είναι «εκτός», είναι "εξωγήινοι". Κινούνται σαν «εξόριστοι στην κεντρική λεωφόρο». Το κοινωνικοοικονομικοπολιτικό γίγνεσθαι τους έχει ξεπεράσει και γιά να αντέξουν και να ανταποκριθούν στην πραγματικότητα το έχουν ρίξει στα «βοηθήματα». Ο ένας τις ψυχοτρόπες ουσίες, οι δύο άλλοι το αλκοόλ. Ο Πιερτζοβάνης πρέπει να πιεί μιά σταγόνα για να λειτουργήσει και ο Χαλκίδης να «κάνει μιά μυτιά» για να βγάλει εις πέρας τα καθήκοντά του.

Ένα μυθιστόρημα σκληρό αλλά που μιλάει για την δύναμη του έρωτα. Ένα μυθιστόρημα ερωτικό αλλά που μιλάει γιά την σκληρότητα και την μοναξιά της ζωής. Τίποτα πρωτότυπο, τίποτα που δεν έχεις ξαναδιαβάσει. Αλλά τόσο δυνατό που σε συνεπαίρνει και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ατέλειες μπορεί κάποιος να βρει πολλές. Η πλοκή αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα, οι ερωτικές ιστορίες των δύο ανδρών με την Βαρίκα είναι λίγο ομιχλώδεις, το τέλος είναι (πολύ) αμήχανο, τα παραβλέπεις όμως όλα μπροστά στο «ελεγειακό» της ιστορίας και τον κινηματογραφικό της ρυθμό.