Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009
posted by Librofilo at Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009 | Permalink
Η ιστορία του παιδιού με την «χρυσαφένια σκιά»
Με το εξαιρετικό από κάθε άποψη μυθιστόρημα, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ», ξαναβρήκα μετά από χρόνια – από την εποχή της αριστουργηματικής νουβέλας «ΤΟ ΜΕΤΑΞ Ι» - , τον πολύ μεγάλο συγγραφέα Αλεσσάντρο Μπαρίκκο. Τον Ιταλό συγγραφέα τον παρακολουθώ χρόνια – για την ακρίβεια δεν χάνω βιβλίο του. Είναι ένας συγγραφέας πολύ αντιφατικός με αρκετά ωραία μυθιστορήματα / νουβέλες όπως είναι τα «Ωκεανός», «Χίλιαεννιακόσια», «City», αλλά και μερικές μάλλον αποτυχημένες προσπάθειες -κατά την άποψή μου πάντα - όπως η «Ιλιάδα».
Η «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» (Εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Α.Παπασταύρου, σελ.366) είναι ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό και γοητευτικό ταυτόχρονα που παρασέρνει τον αναγνώστη μέσα στο όραμα αυτού του ιδιόμορφου και λίγο σαλεμένου ήρωά του, του Ούλτιμο Πάρι, ενός εκπληκτικού τύπου που έχει ως στόχο ζωής να φτιάξει μιά περίπλοκη πίστα αγώνων αυτοκινήτου ακόμα κι αν αυτή δεν χρησιμοποιηθεί ποτέ!!

Μιλώντας για ένα μυθιστόρημα του Μπαρίκκο πρέπει να αναλογιστούμε τις εξής «σταθερές» που είναι κοινές σε όλα του τα βιβλία.

-Είναι πάντα γραμμένα απλά αλλά τα νοήματα είναι σύνθετα
-Ο συγγραφέας αρέσκεται σε εντυπωσιασμούς, άλλοτε επιτυχημένους που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό (όπως στην περίπτωση της «Ιστορίας...» άλλοτε περισσότερο φαντεζί απ’ότι χρειάζεται.
-Τα γραπτά του βγάζουν μιά γοητεία ισάξια με αυτή του Μουρακάμι αν και δεν μοιάζουν καθόλου και σε τίποτα με αυτά του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα.
-Τα βιβλία του θα μπορούσαν να είναι μουσικές συνθέσεις. Ιδανικός και προτεινόμενος τρόπος ανάγνωσής τους είναι να υπάρχει στο βάθος μιά μουσική τύπου Νάιμαν ή Σακαμότο να παίζει – γιά οσους μπορούν να διαβάζουν με μουσική-,δεν είναι τυχαίο που το πολύ αξιόλογο συγκρότημα AIR «έντυσαν» με την μουσική τους την ανάγνωση του μυθιστορήματος CITY από τον συγγραφέα (ο οποίος είναι και μουσικοκριτικός).
-Η ιστορία παίζει μεγάλο και ουσιαστικό ρόλο στην μυθοπλασία του.
-Το ύφος του από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλάζει σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματά του.

Στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» παρακολουθούμε την ιστορία του Ούλτιμο Πάρι και του πατέρα του Λίμπερο. Γεννημένος στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Ούλτιμο είναι ένα παράξενο παιδί, χαρισματικό αλλά με μιά ιδιάζουσα εσωστρέφεια, που κάνει όσους τον γνωρίζουν να αναρωτιούνται:
«...-Αυτό το παιδάκι κάτι έχει.
-Ποιός,ο Ούλτιμο;
-Ναι
-Δεν έχει τίποτα.
-Πως,κάτι έχει.
Ο Λίμπερο Πάρι σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, αμήχανος, σαν να τον έπιασαν να κλέβει στα χαρτιά.
-Δεν είναι τίποτα, μόνο που...Να, έχει τη χρυσαφένια σκιά.
-Τι πράγμα;
-Είναι κάτι που το λέμε σε τούτα τα μερη. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν τη χρυσαφένια σκιά, αυτό είναι όλο.
-Και τι θα πει αυτό;
-Δεν ξέρω...είναι αρκετοί, κι ο κόσμος τους αναγνωρίζει. Ο κόσμος συμπαθεί αυτούς που έχουν τη χρυσαφένια σκιά.
Ο κόμης δεν έδειχνε να έχει πειστεί. Ο Λίμπερο Πάρι τόλμησε να δώσει μια εξήγηση.
-Είναι που αυτός έχει ήδη πεθάνει δυο-τρεις φορές...Όταν ήταν μικρός, πάντα τον είχαν για ξεγραμμένο, αυτός όμως πάντα τη γλίτωνε. Ποιός ξέρει, ίσως είναι πράγματα που σε αλλάζουν.»


Ο Λίμπερο Πάρι πουλάει τις πολύτιμες αγελάδες του και φτιάχνει ένα γκαράζ μέσα σε ένα χωράφι, στη μέση του πουθενά κάπου στην Βόρεια Ιταλία. Είναι το έτος 1904 και πριν από ένα χρόνο διεξήχθη το ράλι Παρίσι-Μαδρίτη. Μιά καταστροφική «κούρσα» που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους που είτε παρασύρθηκαν από τα αγωνιστικά οχήματα της εποχής, είτε σκοτώθηκαν οδηγώντας τα και πέφτοντας σε ποτάμια και πάνω σε δέντρα. Οι θάνατοι ήταν τόσοι πολλοί που ο πρωθυπουργός της Γαλλίας αναγκάστηκε να διακόψει το ράλι-μακελλειό που έβγαλε από τα σπίτια τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων «τρελλαμένων» με το νέο σπορ. Ο Λίμπερο δεν βλέπει μπροστά του τίποτε άλλο παρά αυτοκίνητα να διασχίζουν τους επαρχιακούς δρόμους και να σταματάνε στο γκαράζ του. Αλλά αυτοκίνητα δεν υπάρχουν ακόμα. Το σπορ είναι πανάκριβο και τα αυτοκίνητα μπορούν να τα αγοράσουν ελάχιστοι άνθρωποι στην Ιταλία. Ο κόμης Ντ’Αμπρόζιο που τυχαία περνάει από εκεί κοντά και αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του θεότρελλου Λίμπερο έλκεται από την μούρλα του ιδιοκτήτη, την γοητεία της Γαλλίδας συζύγου του Φλοράνς και τον μαγνητισμό που εκπέμπει ο Ούλτιμο. Αποφασίζει να τους βοηθήσει και παίρνει ως συνοδηγό του στα ράλι τον Λίμπερο γνωρίζοντάς τον με τον κόσμο του αυτοκινήτου και την ήδη ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία του. Τον Ούλτιμο όμως μόνο οι δρόμοι τον ενδιαφέρουν. Οι στροφές και τα παρακλάδια τους, Το απέραντο των εκτάσεων και το «ταξίδι». Η ζωή δείχνει να χαμογελά στον τρελλάρα Λίμπερο αλλά ένα γύρισμα της τύχης θα αντιστρέψει την κατάσταση. Σε ένα ράλι θα πέσουνε πάνω σε ένα δέντρο και ο κόμης θα μείνει στον τόπο, ο Λίμπερο θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του ανάπηρος, ενώ η Φλοράνς είναι ήδη έγκυος στο παιδί του κόμη. Η παιδική ηλικία του Ούλτιμο θα διακοπεί απότομα.

Τα χρόνια περνάνε, ο Ούλτιμο είναι φαντάρος στον Α Παγκόσμιο πόλεμο και θα βιώσει την πανωλεθρία (γιά τον Ιταλικό στρατό) του Καπορέτο που θα τον σημαδέψει για πάντα. Στην κυριολεξία τα βλέπει όλα και πάνω στην αναπουμπούλα και τον κατατρεγμό θα σιχαθεί τους ανθρώπους. Ξενιτεύεται στην Αμερική και δουλεύει ως επιδιορθωτής πιάνων και οδηγός για την Steinway & Sohns. Εκεί θα γνωρίσει την Ρωσίδα πρόσφυγα Ελιζαβέτα που βγάζει τα προς το ζήν παραδίδοντας μαθήματα κατ’οίκον σε καράβλαχους Αμερικάνους προσπαθώντας να τους «διαφθείρει» και να τους «καταστρέψει». Ο Ούλτιμο γιά πρώτη φορά στα 25 του χρόνια ερωτεύεται αλλά το μυαλό της Ρωσίδας είναι αλλού...Στην επιβίωση...Άσε που, αυτά που της λέει ο Ούλτιμο της είναι τελείως ακαταλαβίστικα. Δείχνει να ζει γιά ένα πράγμα μόνο...

«Γιατί είσαι πάντα θλιμμένος;τον ρώτησα.
Δεν είμαι θλιμμένος
Είσαι, πως δεν είσαι.
Δεν είναι αυτό, μου είπε. Μου είπε πως, κατά τη γνώμη του, ο κόσμος ζει χρόνια και χρόνια, όμως στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό μέρος εκείνων των χρόνων ζει στ’αλήθεια, δηλαδή τα χρόνια που καταφέρνει να κάνει αυτά για τα οποία γεννήθηκε. Τότε λοιπόν είναι ευτυχισμένος. Ο υπόλοιπος χρόνος είναι χρόνος που περνάει με προσμονή ή με αναμνήσεις. Δεν είναι θλιμμένος ο κόσμος που περιμένει, ούτε αυτός που αναπολεί. Απλώς είναι μακριά.
Εγώ περιμένω, μου είπε.
Τι πράγμα;
Περιμένω να κάνω αυτό για το οποίο γεννήθηκα.
Η ιδέα του είναι ότι γεννήθηκε για να κατασκευάσει μια πίστα. Πες μου κι εσύ.
Θέλει να κατασκευάσει μια πίστα για αγώνες αυτοκινήτων. Με τη λογική ακριβώς ενός δρόμου που να τον διατρέχουν μοναχά αγωνιστικά αυτοκίνητα. Που να μην οδηγεί πουθενά, ίσα ίσα να είναι κλειστός κι εσύ να γυρίζεις αδιάκοπα και να μην τελειώνεις πουθενά. Είναι μια εφεύρεση δική του, που δεν υπάρχει.
Δεν είναι αλήθεια πως δεν τελειώνεις πουθενά, λέει αυτός.
Μου αφηγήθηκε μια ολόκληρη ιστορία, του ίδιου και του πατέρα του, που τριγυρνούν μες στην ομίχλη σε μια πόλη με όλους τους δρόμους αλφαδιασμένους.
Μανία μ’αυτόν τον πατέρα,πια.
Ίσως όμως να αληθεύει αυτό που λέει εκείνος, πως κάθε πορεία είναι κυκλική και πως δεν οδηγεί πουθενά, αλλά μέσα στον εαυτό της, γιατί είναι πάρα πολύ πυκνή η ομίχλη του φόβου μας και παραπλανητικοί οι δρόμοι που δείχνουν να μας πηγαίνουν αλλού.»


Ο Ούλτιμο εξαφανίζεται. Έτσι, ξαφνικά...Η Ελιζαβέτα θα παντρευτεί ένα πάμπλουτο συμπατριώτη της που την περίμενε από την Τσαρική εποχή όταν αυτή ήταν παιδάκι, και θα ζήσει μαζί του στην Ιταλία. Στην ωριμότητά της θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τον Ούλτιμο, κάτι μέσα της την τρώει - άσε που συνειδητοποιεί ότι ήταν πραγματικά ερωτευμένη με τον Ιταλό - προσπαθεί λοιπόν να μάθει που χάθηκε ο περίεργος αυτός άνθρωπος. Θα ξοδέψει λεφτά, θα αναζητήσει κι αυτή ένα όραμα, μιά ουτοπία, θα δει μέσα από τα μάτια του Ούλτιμο - η Φλοράνς, γηραιά κυρία πλέον θα της παραδώσει ένα χαρτί που την περίμενε χρόνια με ένα σχέδιο, μία πίστα... Η κατάληξη της ιστορίας δεν μπορεί παρά να φέρει δάκρυα στα μάτια.

Το βιβλίο τέλειο ως κατασκευή, είναι χωρισμένο σε 6 κεφάλαια συν τον πολύ καθοριστικό επίλογο.Το πρώτο (Ουβερτούρα) και το τρίτο κεφάλαιο (Μνημόνιο του Καπορέτο) είναι ουσιαστικά ιστορικές αναδρομές, στο ράλι Παρίσι-Μαδρίτη το πρώτο και στην τραγωδία του Καπορέτο το τρίτο. Το δεύτερο κεφάλαιο εξιστορεί τα παιδικά χρόνια του Ούλτιμο (με τον ίδιο τίτλο) και ουσιαστικά περιγράφει την ιστορία της οικογένειας Πάρι δίνοντας βάση περισσότερο στον πατέρα, τον Λίμπερο. Στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο Ελιζαβέτα, αλλάζει ο αφηγητής και ο ρυθμός του βιβλίου, διότι παρακολουθούμε τις εγγραφές στο ημερολόγιο της Ρωσίδας πριν και μετά τον ερχομό της στην Ιταλία. Το ύφος και ο αφηγητής αλλάζει στο πέμπτο πάλι κεφάλαιο με τίτλο «1947.Σίνινγκτον,Αγγλία.» που ο αφηγητής είναι ο καθυστερημένος αδερφός του Ούλτιμο, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο (1950.Χίλια μίλια) επανερχόμαστε στην τριτοπρόσωπη αφήγηση ενώ ξαναβρίσκουμε την ατμόσφαιρα ενός ράλι γιά να ολοκληρωθεί (;) η ιστορία με τον συγκινητικό επίλογο στον οποίο κεντρική φιγούρα είναι πάλι η Ελιζαβέτα αλλά αυτή τη φορά με τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Η αναζήτηση του οράματος, το κυνηγητό του ονείρου με κάθε μέσον είναι με άλλα λόγια η ιστορία του Ούλτιμο Πάρι, ενός ήρωα που θα μείνει αξέχαστος στον αναγνώστη χωρίς βέβαια να υστερεί κανείς από τους εξαιρετικούς χαρακτήρες που πλάθει η πένα του υπέροχου Μπαρίκκο. Ένα ποιητικότατο μυθιστόρημα που βγαίνει από ένα ασυνήθιστο θέμα, απόδειξη του ότι μπορείς να φτιάξεις μαγεία με τα πιο ετερόκλιτα υλικά, μοντέρνο και ταυτόχρονα παραδοσιακό, συγκινητικό χωρίς να είναι μελοδραματικό, συναρπαστικό χωρίς να συμβαίνει κάτι τρομερό, εν ολίγοις, ένα αληθινό διαμάντι που απολαμβάνεις κάθε γραμμή του.