Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2009 | Permalink
Roberto Bolano
«Δεν σταματά ποτέ κανείς να διαβάζει, ακόμη κι αν τα βιβλία τελειώνουν, με τον ίδιο τρόπο που δεν σταματά κανείς να ζει, ακόμη κι αν ο θάνατος είναι ένα βέβαιο γεγονός.»

Η ανωτέρω φράση περικλείει όλη την φιλοσοφία του Roberto Bolano, ενός εξαιρετικού Χιλιανού συγγραφέα που έφυγε νωρίς απ’αυτόν τον μάταιο κόσμο μόλις συμπλήρωσε τα 50 του χρόνια, το 2003. Τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια επιτυχία μετά θάνατον έτσι ώστε αυτή τη στιγμή να θεωρείται (αυτός, ένας νεκρός) το πιό hot όνομα της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Πρόσφατα εκδόθηκαν στην ελληνική αγορά, δύο συλλογές διηγημάτων του, οι «ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΦΟΝΙΣΣΕΣ»(σελ.312) και τα παλαιότερα, «ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ», (σελ.296), και τα δύο βιβλία από τις εκδόσεις Άγρα, σε ωραία μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου.

Πρωτοδιάβασα τον Bolano περίπου πριν από ένα χρόνο, όπου έκανα μιά μικρή αναφορά στο πολύ σημαντικό μυθιστόρημά του «Μακρινό αστέρι»,μιά εξαιρετικά πρωτότυπη δουλειά, την οποία (τότε) χαρακτήρισα «Μπορχεσικού ύφους». Τα διηγήματα αυτών των δύο συλλογών ήρθαν να τονίσουν την επιρροή του μεγάλου Αργεντίνου στην γραφή του Χιλιανού συγγραφέα ιδίως δε από την στιγμή που έχουμε να κάνουμε με διηγήματα, το λογοτεχνικό είδος που διέπρεψε ο Μπόρχες και επέβαλλε ουσιαστικά μία ξεχωριστή λογοτεχνική σχολή.

Στην περίφημη ομιλία που έδωσε ο Μπόρχες στο Χάρβαρντ το 1967 γιά το μέλλον της λογοτεχνίας, κάπου είπε:

« Πάντα θα υπάρχει ένα παραμύθι, μία ιστορία. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα κουραστούν ποτέ να λένε ή να ακούνε ιστορίες. Και εάν μαζί με την ευχαρίστηση που θα νιώθουμε ακούγοντας μία ιστορία εισπράττουμε και την επιπλέον απόλαυση της αξιοπρέπειας ενός στίχου τότε κάτι πολύ μεγάλο μόλις συνέβη. Ίσως είμαι ένας άνθρωπος παλιομοδίτης από τον 19ο αιώνα, αλλά παραμένω αισιόδοξος, ελπίζω· και όπως στο μέλλον εμπεριέχονται πολλά πράγματα – όπως στο μέλλον, ίσως, εμπεριέχονται ΟΛΑ τα πράγματα - , πιστεύω ότι το ποιητικό έπος θα επιστρέψει. Πιστεύω ότι ο Ποιητής θα ξαναγίνει ένας μάστορας. Εννοώ , θα μας αφηγείται μιά ιστορία και θα την τραγουδά. Και τότε δεν θα σκεφτόμαστε τα δύο είδη ως διαφορετικά όπως δεν το σκεφτόμαστε έτσι όταν διαβάζουμε τον Όμηρο ή τον Βιργίλιο.»

Σε αρκετά λοιπόν από τα διηγήματα του Bolano, οι ποιητές (οι λογοτέχνες) είναι οι ήρωες του,οι πρωταγωνιστές του. Λίγο αυτοβιογραφικά, λίγο εξομολογητικά, σχεδόν σουρρεαλιστικά τα διηγήματα που περιέχονται στις 2 συλλογές είναι (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μεταφράστρια Ε.Γιαννοπούλου στο κατατοπιστικότατο σημείωμα που παραθέτει στο τέλος των «Τηλεφωνημάτων») «ένα διαρκές αλληλοκαθρέφτισμα πραγματικότητας και μυθοπλασίας, όπου είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς που αρχίζει η μία και που σταματά η άλλη».

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τις 2 συλλογές. Διαβάζοντας τες, την μια μετά την άλλη οι ιστορίες έχουν μπλεχτεί στο μυαλό μου και έχω μιά συνολική θεώρηση τους. Ο Bolano γράφει γιά τη ζωή του στο Μεξικό (όπου έζησε πάνω από μία δεκαετία, από την εφηβεία του έως τα 24-25 του), τις αναμνήσεις του από την Χιλή και το πραξικόπημα εναντίον του Αλιέντε (όπου γύρισε απο το Μεξικό και συνελλήφθη – διεσώθη χάρις σε έναν παλιό του συμμαθητή αστυνομικό. Το περιστατικό περιγράφεται με σουρεαλιστικό ύφος στα «Τηλεφωνήματα») την ζωή του στην Ισπανία όπου έζησε από το 1977 και μετά.

Μερικά από τα διηγήματα είναι τόσο πλήρη που μένει έκθαμβος από την ποιότητά τους. Από την συλλογή «Πουτάνες φόνισσες», τα «Τελευταία δειλινά στη γη», μιά ιστορία που ξεκινάει ανάλαφρα, ένα ταξίδι αναψυχής πατέρα και γιού που καταλήγει σε εφιαλτική περιπέτεια,το «Σίλβα το μάτι» γιά έναν περίεργο τύπο που δεν μπορούσε να στεριώσει πουθενά,το «Μπούμπα» γιά μιά ιστορία ποδοσφαίρου που αναμιγνύονται μαύρη μαγεία, φιλία και συντροφικότητα, ενώ στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής μένεις άφωνος με μιά περίεργη ιστορία συνδιασμός «Misery» του Κινγκ και Κάρλος Φουέντες όπου μία περίεργη «σαλεμένη» τύπισα απαγάγει έναν νεαρό που της γυάλισε σε μιά αφήγηση που σου κόβει την ανάσα. Η συλλογή «Τηλεφωνήματα» χωρίζεται σε 3 μέρη, στο πρώτο με τίτλο «Τηλεφωνήματα» μιλάει για ελάσσονες συγγραφείς που ζούσαν μέσα στην ένδεια και την αγωνία της καταξίωσης, στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Ντετέκτιβ» ο συγγραφέας γράφει ιστορίες που περιέχουν βία, περιπέτεια και περιπλάνηση σε διάφορες χώρες, από την Χιλή, στην Ρωσία, στην Ισπανία, στις Η.Π.Α., ενώ στο τρίτο μέρος της συλλογής που έχει τον τίτλο «Βίος της Άνν Μουρ», ασχολείται με γυναίκες, γυναίκες πορνοστάρ, γυναίκες «φευγάτες» ενώ στο ομώνυμο διήγημα αυτής της ενότητας περιγράφει τη ζωή μιάς Αμερικανίδας στις δεκαετίες 60 και 70 και τις περιπλανήσεις της. Τα «Τηλεφωνήματα» χαρακτηρίζονται από το πολυεπίπεδο της θεματολογίας του συγγραφέα, είναι λιγότερο «φιλοσοφικά» από τις «Πουτάνες φόνισσες» αλλά πολύ πιό ενδιαφέροντα σε πλοκή αφού η μυθοπλασία κυριαρχεί.
Ο Bolano αφιέρωσε την ζωή του στην λογοτεχνία. Πείνασε, πόνεσε, ξενιτεύτηκε. Η ζωή του ήταν η λογοτεχνία, το μαρτύριο του και το προσκύνημά του. Σε μία ομιλία του που έδωσε στην Βαρκελώνη ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του υποστήριξε ότι «η λογοτεχνία είναι μια οπλισμένη μηχανή. Δεν ενδιαφέρεται γιά τους συγγραφείς. Πολλές φορές δεν συνειδητοποιεί καν ότι είναι ζωντανοί.» Όλα αυτά, αποτυπώνονται ξεκάθαρα στα διηγήματα των 2 συλλογών και υποθέτω στα πολλά μυθιστορήματα και άλλες συλλογές διηγημάτων που άφησε πίσω του ο πολυγραφότατος (έγραφε με σχεδόν μανιακό ρυθμό) συγγραφέας.

Δεν είναι μόνο το ύφος του Μπόρχες που συναντούμε στις σελίδες του, αν και δεν μπορώ να φανταστώ άλλον σύγχρονο διηγηματογράφο που να του μοιάζει τόσο. Προσωπικά παρατήρησα την έντονη επίδραση του Κάφκα (άλλος που αναγνωρίστηκε μετά θάνατον), του Φλωμπέρ, του Μπιόυ Κασάρες, του Κορτάζαρ. Είναι πάντα συγκινητικό να διαβάζει κανείς δουλειές ανθρώπων «ταγμένων» στην λογοτεχνία - ευτυχώς που υπάρχουν κι’αυτοί.

«...Η τέχνη είπε είναι μέρος της ιδιωτικής ιστορίας πολύ πριν από τη λεγόμενη ιστορία της τέχνης. Η τέχνη, είπε, είναι η ιδιωτική ιστορία. Είναι η μόνη δυνατή προσωπική ιστορία. Είναι η ιδιωτική ιστορία και ταυτόχρονα η μήτρα της ιδιωτικής ιστορίας. Και τι είναι η μήτρα της ιδιωτικής ιστορίας;είπα. Αμέσως σκέφτηκα ότι θα μου απαντούσε:η τέχνη. Και επίσης σκέφτηκα, κι αυτή ήταν μιά ευχάριστη σκέψη, πως ήμασταν ήδη μεθυσμένοι και ήταν ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι. Αλλά ο φίλος μου είπε: Η μήτρα της ιδιωτικής ιστορίας είναι η μυστική ιστορία.
...Κι εσύ θα αναρωτιεσαι ποιά είναι η μυστική ιστορία; ειπε ο φίλος μου. Λοιπόν, η μυστική ιστορία είναι εκείνη που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτή που ζούμε κάθε μέρα, ενώ σκεφτόμαστε ότι ζούμε, ενώ σκεφτόμαστε ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο, ότι δεν μας διαφεύγει τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό. Όμως όλα είναι σημαντικά, γαμώτο! Το ζήτημα είναι πως δεν το αντιλαμβανόμαστε. Πιστεύουμε ότι η τέχνη προχωράει σ’αυτό το πεζοδρόμιο και η ζωή, η ζωή μας, προχωράει στο άλλο, και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι ψέμα.»