Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010 | Permalink
Κόκκινο στην πράσινη γραμμή
«Κανένας δεν βγαίνει από τον πόλεμο περήφανος. Απλώς οι άλλοι τον δοξάζουν για τα κατορθώματά του, εξαιτίας των οποίων αυτός χάνει για πάντα τον ύπνο του. Θα επαναλάβω λοιπόν άλλη μια φορά το γενικό μου συμπέρασμα από τον πόλεμο, όπως σας το είπα πριν από λίγες ημέρες, όταν φάγαμε με τον κύριο Γιαννουσόπουλο. Δηλαδή είναι μια παλαίστρα με σκατά. Όσες αρωματικές δάφνες κι αν στρώσεις αποπάνω, η σκατίλα δεν φεύγει. Την έχεις για πάντα στα ρουθούνια. Όποιος δεν πολέμησε νομίζει ότι ο πόλεμος γίνεται όπως τον γράφουν οι σχολικές Ιστορίες κι όπως τον βλέπουμε στις ταινίες του Χόλιγουντ. Έχουμε μια θαυμάσια παροιμία στην Ήπειρο που μπορεί να το αποδώσει σωστά. «Αλλιώς είναι ο διάβολος κι αλλιώς τον ζωγραφίζουν οι ζωγράφοι.» Λυπούμαι, δεν έχω άλλο κουράγιο.»

Το «ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ», του καλού συγγραφέα Βασίλη Γκουρογιάννη ( Εκδ.Μεταίχμιο, σελ. 446), είναι ένα μυθιστόρημα που προκάλεσε συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, ξεσήκωσε κόσμο διότι θεωρήθηκε ότι εξέφραζε απόψεις αιρετικές, «ανθελληνικές», όπως περίπου οτιδήποτε γράφεται ή λέγεται που αποκλίνει (έστω και ελάχιστα) της καθεστηκυίας αντίληψης περί «περιούσιου λαού». Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το μυθιστόρημα να συζητιέται όχι για την οποιαδήποτε λογοτεχνική του αξία αλλά για την πολιτική του θέση, κάτι που ήταν άδικο όχι για το γεγονός ότι ο μυθιστοριογράφος δεν είναι ιστορικός και μπορεί να γράφει ότι θέλει – στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχει στέρεη πολιτική άποψη (συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτήν) αλλά για το γεγονός ότι ελάχιστοι από αυτούς που ξεσηκώθηκαν διάβασαν πραγματικά το βιβλίο, οι περισσότεροι διάβασαν (εάν διάβασαν) αποσπάσματά του ή ενημερώθηκαν από τα γνωστά sites και την επικρατούσα ακροδεξιά αντίληψη της τηλεοπτικής μας πραγματικότητας.

Ο Γκουρογιάννης στο «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» αφορμάται από ένα επεισόδιο της σύγχρονης νεοελληνικής οπερέττας, τον σάλο που ξεσήκωσε το περίφημο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού πριν από λίγα χρόνια, την απόσυρσή του και την εισαγωγή ενός καινούργιου εγχειριδίου στην θέση του. Ο παρακμιακός σύλλογος βετεράνων στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ που πολέμησαν στα γεγονότα της Κυπριακής εισβολής το 1974 το βλέπει ως ευκαιρία να προστεθούν έστω και δύο γραμμές στην «επίσημη Ιστορία» του έθνους, διότι μέχρι τώρα υπάρχει πλήρης αποσιώπηση αυτής της ανθρωποθυσίας. Αναλαμβάνει Πρόεδρος του Συλλόγου ένας γνωστός από το τηλεοπτικό γυαλί μεγαλοδικηγόρος που δηλώνει ότι πολέμησε στην Κύπρο τότε και τραυματίστηκε μάλιστα σε μία από τις μάχες. Ο Δικηγόρος (που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του παρά μόνο την επαγγελματική του ιδιότητα) οργανώνει ένα συνέδριο «μνήμης και αλήθειας» στην Λευκωσία όπου προσκαλούνται να μιλήσουν επιτέλους οι ανώνυμοι φαντάροι που «μοίρα σκληρή» τους έριξε τότε στην Κύπρο. Να βγάλουν από μέσα τους όλα αυτά τα οποία κρατάνε κρυμμένα τόσα χρόνια και ντρέπονται να πουν, για έναν πόλεμο που στην «επίσημη» ελληνική μνήμη δεν έγινε ποτέ, για πάνω από 4.000 νεκρούς που δεν γνώρισαν τιμές και δόξες από την πολιτεία όπως οι νεκροί των "εποποιιών"... Στο συνέδριο έχει προσκληθεί και ένας Ιστορικός της «Σχολής Μαζάουερ»(όπως αναφέρεται στο μυθιστόρημα),δηλαδή ένας επιστήμονας που αποστασιοποιείται από τα ιστορικά γεγονότα προσπαθώντας να παραθέσει όλες τις πλευρές της ιστορίας. Για τον λόγο αυτόν μια ημέρα του συνεδρίου προβλέπει επίσκεψη στα Κατεχόμενα και συνάντηση με έναν Τούρκο Ιστορικό και κάποιους Τούρκους που πολέμησαν στις μάχες που διεξήχθησαν κατά την εισβολή.

Τα πράγματα όμως δεν πάνε όπως τα προγραμμάτισε ο Δικηγόρος. Το συνέδριο που διεξάγεται σε ένα σχετικά πολυτελές ξενοδοχείο της Λευκωσίας προσφέρεται για χάζι στην πισίνα καλλίγραμμων Ρωσίδων, για πλάκες και μεθύσια με ιστορίες προσωπικές και ανεκδοτολογικές καταστάσεις. Οι περισσότεροι σύνεδροι αρνούνται να μιλήσουν για τα προσωπικά τους δράματα στα πεδία των μαχών και αυτοί οι λίγοι που το κάνουν αοριστολογούν και είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένοι που νόημα δεν βγαίνει για επιστημονική δουλειά. Όπως συχνά-πυκνά τονίζεται κατά την εξέλιξη του βιβλίου, είναι άνθρωποι ζωντανοί-νεκροί. Η εισβολή τους σημάδεψε τόσο βαθιά που τους άφησε συναισθηματικά ανάπηρους. Πάντως οι περισσότεροι συμφωνούν σε ένα πράγμα. Κανείς τους δεν θυμάται να έχει δει τον Πρόεδρο σε κάποια μάχη ή έστω να περιφέρεται μέσα σε κάποιο στρατόπεδο, οπότε αμφισβητούν φανερά την ενεργή ανάμιξή του στα γεγονότα αλλά όχι την καλή του πρόθεση να φωτίσει και να δημοσιοποιήσει τα συμβάντα. Από τη μια λοιπόν παρακολουθούμε τις προσπάθειες να αποκτήσει κάποιο ενδιαφέρον το συνέδριο και από την άλλη τις εμμονές και τις φαντασιώσεις του ψυχικά διαταραγμένου Προέδρου μέσα σ’αυτόν τον κυκεώνα αναμνήσεων και αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων που κυριαρχούν στο συνέδριο ακόμα και για το παραμικρό.

Ο πολύ ενδιαφέρων μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Προέδρου κυριαρχεί στο μυθιστόρημα το οποίο περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Το εάν και κατά πόσον αναμίχθηκε στα γεγονότα της εισβολής θα το μάθουμε μόνο προς το αναμενόμενο αλλά ωραίο τέλος του βιβλίου. Ο υπαρξιακός του αγώνας, τα αδιέξοδά του, ο διχασμός της προσωπικότητάς του που ουσιαστικά συνετελέσθη κατά την διάρκεια του μοιραίου εκείνου καλοκαιριού του ’74 επανέρχονται συνέχεια κατά τη ροή της αφήγησης. Ο Πρόεδρος κατά τύχη όπως σχεδόν όλοι οι κληρωτοί βρέθηκε μέσα στον εφιάλτη των γεγονότων του Πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου και της Τουρκικής εισβολής που ακολούθησε αυτά. Γόνος οικογένειας εθνικόφρονης, με παππού που πολέμησε στην Μικρασιατική καταστροφή και πατέρα που πολέμησε στον Ελληνικό Εμφύλιο αφού πρώτα ήταν αντάρτης του Ζέρβα στα βουνά, αλλά ο ίδιος (όπως λέει) αντιχουντικός βρίσκεται να υπηρετεί ως διαβιβαστής στην Κύπρο. Εκεί θα πληρώσει το τίμημα χάνοντας το κάτω άκρο του αριστερού του ποδιού και θα φύγει από το νησί, ακρωτηριασμένος όπως η Κύπρος και κουβαλώντας τις ενοχές του όπως η μητέρα πατρίδα. Επιστρέφοντας μετά από τριαντατόσα χρόνια στην Κύπρο γνωρίζει ότι η κάθαρση θα έρθει είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο και θα είναι σκληρή.

Ωραίο μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ήταν καλύτερο εάν δεν «υπέφερε» από τον «ιό της πολυλογίας» - εάν δηλαδή έλειπε περίπου το 1/3 κάπου στη μέση που νιώθεις ότι κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Παρά όμως τις επιμέρους ενστάσεις μου, το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον στην οπτική του γωνία. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τον απλό άτυχο φαντάρο που πέφτει θύμα των πολιτικοστρατιωτικών παιχνιδιών της εξουσίας. Είναι ενδεικτικές οι σελίδες των περιγραφών των διαταγών που ελάμβαναν οι φαντάροι. Στην αρχή να στηρίξουν τους πραξικοπηματίες κατά του Μακάριου, μετά να μη λάβουν υπ’όψιν τους τις Τουρκικές κινητοποιήσεις (κατά το γνωστό ελληνικό, «έλα μωρέ μια άσκηση είναι»), μέχρι του «τρέχα απο’δώ κι από ‘κει» με ένα όπλο που που δεν ξέρεις πως λειτουργεί και πρόλαβε ότι μπορείς και μετά «σώσε τον εαυτό σου όπως μπορείς». Όταν δεν γλυτώσεις – αν και όπως γλυτώσεις και υπό την καχυποψία των Κυπρίων που σε βλέπουν ως αντιπρόσωπο της Χούντας, γυρνάς στην Ελλάδα όπου επικρατεί σιωπή και συγκάλυψη των γεγονότων, διότι «δεν μας βολεύει».

Ο Γκουρογιάννης έγραψε ένα πολιτικό μυθιστόρημα που θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή ενός ώριμου διαλόγου γύρω από ένα σκοτεινό θέμα της νεοελληνικής ιστορίας που παραμένει κλεισμένο στα ντουλάπια – και όπως όλα δείχνουν θα παραμείνει για πολύ καιρό ακόμα διότι σ’αυτή τη χώρα, τους σκελετούς μας τους κρατάμε βαθιά θαμμένους.Η δύναμη του βιβλίου του είναι ακριβώς αυτή η θέση που εκφράζει και επί της οποίας μπορεί κανείς να συζητάει για μέρες, δεν είναι τόσο το χιούμορ του (που το βρήκα μάλλον αποτυχημένο- κυρίως σε ότι αφορά τους Κυπρίους), ούτε η γλώσσα και το στυλ του που μ’άρεσε πολύ. Εάν υιοθετήσω την άποψη που λέει ότι το βιβλίο πρέπει να σου «ρίχνει μια γροθιά στο κεφάλι» όπως υποστήριξε ο μέγας Κάφκα, τότε ο συγγραφέας πέτυχε απόλυτα τον στόχο του, αλλά και διαφορετικά να βλέπω την λογοτεχνία, δεν μπορώ να προσπεράσω αδιάφορα από ένα μυθιστόρημα τέτοιας δυναμικής και ουσίας οπότε αυτό και μόνο το καθιστά στα μάτια μου μιά πολύ σημαντική δημιουργία που κάποια στιγμή θα γίνει κλασσική.