Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010 | Permalink
"I hate myself for loving you"
Το μυθιστόρημα του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα Ιβάν Κλίμα, «ΕΝΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» (Εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ.Σ.Στάμου-Ντορνιάκοβα,σελ.240) έχει όλα τα συστατικά μιάς βαρετής κοινοτοπίας. Μορφωμένος επιστήμων, οικογενειάρχης σε μέση ηλικία, ερωτεύεται τσαχπινα ομορφούλα φοιτήτρια και «σαλτάρει». Εκείνη τον «παίζει» αναλόγως, εκείνος «βυθίζεται» στο χάος όλο και περισσότερο, η ζωή του γίνεται κόλαση ώσπου μια μέρα «ξυπνάει» και αντιλαμβάνεται ότι είναι ένας άλλος.

Πόσες και πόσες ιστορίες τέτοιες, από τον Σαίξπηρ ως τα «Άρλεκιν», που έχουν αναπαραχθεί χιλιάδες φορές στην λογοτεχνία, στο σινεμά, παντού. Και όμως πάντα κάτι καινούργιο υπάρχει, κάτι διαφορετικό, κάτι που τραβάει τον καθένα από ΄μας και δεν μπορεί να αντισταθεί όταν μια τέτοια χιλιοειπωμένη ιστορία είναι γραμμένη ωραία και με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να της αντισταθείς. Και ο Κλίμα είναι ένας συγγραφέας που μετατρέπει το κοινότοπο σε πρωτότυπο, το ελάχιστο σε μέγιστο με το απαράμιλλο στυλ της γραφής του.

Η ιστορία του Δαβίδ και της όμορφης Ίβα είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη. Το σκηνικό είναι η Πράγα την δεκαετία του 1970 στην ακόμα ενωμένη κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία. Εκείνος είναι Βιολόγος, αναγνωρισμένος και λίγο πριν από την μεγαλύτερη πρόκληση και ταυτόχρονα όνειρο ζωής, να διδάξει για ένα χρόνο στο Λονδίνο προσκαλεσμένος από ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο. Εκεί θα μπορέσει να αναπτύξει τις έρευνές του και (ποιος ξέρει) αν το «κυνηγήσει» να μην ξαναγυρίσει πίσω. Ζει σε ένα προστατευμένο κέλυφος, αφού η εκπαιδευτικός σύζυγός του τον έχει απαλλάξει από κάθε πρακτικό θέμα και οι δύο γλυκύτατες κόρες του, του δίνουν χαρά στην μονότονη και αυτοματοποιημένη ζωή του. Ένα μοιραίο όμως πρωινό, από ένα γύρισμα της τύχης πέφτει πάνω στην Ίβα, που είναι παντρεμένη με έναν μουσικό που περιοδεύει συνεχώς. Που έχει τα μισά του χρόνια, σπουδάζει Θέατρο και ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Ο Δαβίδ χάνει κυριολεκτικά το μυαλό του με μια κοπέλλα που του λέει μπούρδες, του μιλάει για την Ιταλία, τους γκόμενούς της, την ασήμαντη καθημερινότητά της. Εκείνος δειλός εκ φύσεως, διστάζει να κάνει κάποια κίνηση ακόμα κι όταν αυτή τον προκαλεί ανοιχτά…

«Εδώ λοιπόν θέλατε να φθάσετε;»
«Ίβα, ήθελα να σας πω, ήθελα να σου πω: σ’αγαπώ».
«Μ’αγαπάτε;»
«Θυμάσαι, όταν πρωτοσυναντηθήκαμε εκεί στο νεκροταφείο; Εκείνη τη στιγμή κάτι μου συνέβη, έτρεξα πίσω σου, ήξερα πώς δεν πρέπει να σε χάσω!»
«Ώστε μ’αγαπάτε! Είμαι ευτυχισμένη όταν κάποιος μ’αγαπάει!»
Ίσως κι αυτή να μ’αγαπάει, αφού μ’αφήνει να τη φιλάω, σε φιλάω, επιτέλους σε αγγίζω, κοριτσάκι μου, δεν είχα ιδέα πως μπορεί να είναι μια τέτοια απόλαυση. Σε φιλάω, η γλώσσα σου στο στόμα μου, το στόμα σου μέσα στο δικό μου, έχω πολύ καιρό να φιλήσω, πες ακόμα κάτι, πες μου επιτέλους κάτι!
«Ώστε κι εσείς φιλάτε;»
«Τι εννοείς;»
«Εγώ νόμιζα πως οι κύριοι σαν και εσάς δεν φιλάνε πιά».


Ο Δαβίδ παραμελεί την καριέρα του, την οικογένειά του, νιώθει επιτέλους να ζει έντονα και να βιώνει με πάθος μια κατάσταση για πρώτη φορά στη ζωή του. Γνωρίζει πολύ καλά το αδιέξοδο της «σχέσης», ξοδεύει χωρίς σκέψη ότι λεφτά έχει αποταμιεύσει, θέτει εν αμφιβόλω ακόμα και την μετάβαση στην Αγγλία για να μη φύγει μακριά από την Ίβα. Ζει για ένα τηλεφώνημα της τα μεσάνυχτα. Για να του πει πόσο τον χρειάζεται, για να του δείξει λίγη τρυφερότητα. Βυθίζεται με πλήρη επίγνωση, ξέρει ότι θα καταστραφεί αλλά δεν μπορεί να το εμποδίσει.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Σιωπή! Το ξέρεις ότι κοροϊδεύει; Καμία απάντηση. Το ξέρεις πως δεν σ’αγαπάει, την κουβαλάς κρεμασμένη στο λαιμό σου, έχει χωθεί βαθιά στο μυαλό σου και κάποια στιγμή θα παραπατήσεις, θα πέσεις και θα πεθάνεις.
Ησυχία. Κανείς δεν μου απαντάει. Δεν υπάρχω πιά, διαλύθηκα, δεν επικοινωνώ πλέον με τον εαυτό μου.
Είμαι ερωτευμένος μαζί της και ξέρω πως αυτή δεν είναι. Λαχταρώ να μου λέει συνεχώς σ’αγαπώ, αν και γνωρίζω πόσο ασήμαντο ακούγεται από το στόμα της. Ο έρωτας πρέπει να υπερβαίνει τον άνθρωπο πέρα από το χώρο και το χρόνο, αλλά αυτή δεν θα φτάσει σε άλλο χώρο, παραμένει στο δικό της, δεν γνωρίζει το μέλλον και αμέσως ξεχνάει το παρελθόν. Μπορεί μόνο να κάνει έρωτα. Ίσως καταφέρνει να κάνει τόσο απόλυτα έρωτα, επειδή παραμένει μόνο στο χρόνο που αυτή τη στιγμή ρέει.»


Ο Δαβίδ αλλάζει μέσα από τη σχέση αλλά αλλάζει και η Ίβα. Της έχει γίνει πλέον απαραίτητος, η μετάλλαξη των ρόλων, των εραστών γίνεται σιγά-σιγά σχεδόν ανεπαίσθητα από τον αναγνώστη. Ο Δαβίδ έχει το μυαλό, την διακριτική σύζυγο, τα παιδιά, η Ίβα δεν έχει τίποτα, κανέναν, και οι δύο θα καταστραφούν από αυτή την αταίριαστη και παθιασμένη σχέση, το τραγικό φινάλε του μυθιστορήματος παρότι αναπάντεχο «δένει» με την συνολική πικρή γεύση της μπανάλ μεν,αιώνιας δε ιστορίας.

Ο Κλίμα συνηθίζει το ψευτο-αυτοβιογραφικό ύφος στις ιστορίες του. Έτσι παρασέρνει τον αναγνώστη και τον κάνει να ταυτίζεται με τους ήρωες των βιβλίων του. Διαφορετικός από τον Κούντερα – μία διαφορά που τονίζεται ιδιαίτερα στις ερωτικές ιστορίες, όπου στον έτερο τρισμέγιστο Τσέχο (τον Κούντερα εννοώ) κυριαρχεί η ειρωνία και το λεπτό χιούμορ, στον Κλίμα τα πράγματα είναι πιο «προσωπικά» και στην περίπτωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, μάλλον σπαρακτικότερα. Ο ήρωας του Κλίμα θέλει να αφεθεί και δεν μπορεί. Η προσωπικότητα του τον φρενάρει, το μυαλό του που έχει συνηθίσει να δουλεύει με τρελλούς ρυθμούς, δεν τον αφήνουν να πάει μέχρι το τέλος. Η Ίβα είναι πιο καθαρή, ξέρει από την αρχή τι ζητάει, ξέρει τι μπορεί να προσφέρει και τι «δικαιούται» να πάρει, γι’αυτό και στο τέλος θα είναι εκείνη που θα «σπάσει», που θα «λυγίσει».

Μπορεί η ιστορία να εκτυλίσσεται καθ’ολοκληρία από τη μεριά του Δαβίδ και να παρακολουθούμε μέσα από τις σελίδες να ξεδιπλώνεται η πάλη με τα συναισθήματά του, με τα «θέλω» και τα «πρέπει» του, αλλά είναι οι γυναίκες που μένουν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό του αναγνώστη. Η διακριτική και χαμηλότονη σύζυγος, η Καμίλα που λειτουργεί και ως «η φωνή της λογικής» και που στην πορεία του μυθιστορήματος αναδεικνύεται η προσωπικότητά της και η «σαχλή» Ίβα που ζητάει απεγνωσμένα την αγάπη και την τρυφερότητα και που προσπαθεί να ζήσει με όλο της το είναι αλλά δεν ξέρει πως. Ο έρωτας και η ζωή θα κρατήσουν ένα καλοκαίρι και ο Δαβίδ στο τέλος θα συνειδητοποιήσει ότι άλλο πράγμα η πραγματική ζωή και άλλο τα εργαστηριακά πειράματα και η έρευνα.Και όπως τραγουδάει ο Bob Dylan "I hate myself for loving you and the weakness that it showed"...

Υ.Γ. Για το βιβλίο έχουν γράψει ο Caesar και η Alef.