Τρίτη, Μαΐου 10, 2011
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 10, 2011 | Permalink
Auto da fe ενός μεγάλου τεχνίτη της γραφής
Το «κάτι σαν μυθιστόρημα, ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σπιρτόζο βιβλίο, «ΘΕΡΟΣ»(Summertime), του έξοχου Νοτιοαφρικανού συγγραφέα, J.M. Coetzee,(εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Α.Δημητριάδου, σελ.286), είναι λίγο απ’όλα. Εν μέρει αυτοβιογραφία, λίγο από ημερολόγιο, εν μέρει μυθιστόρημα, ενώ κάποιος θα μπορούσε να το δει και ως νεκρολογία ενός συγγραφέα που είναι ακόμα ζωντανός. Ουσιαστικά όμως στο παράξενο αυτό βιβλίο ο συγγραφέας «ξεγυμνώνει» ή θα μπορούσε να πει κανείς ότι «εμπαίζει» τον εαυτό του σε μια περίοδο που δημιουργικά δεν συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό στη ζωή του, απλά μικρά καθημερινά επεισόδια που με τον τρόπο τους συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός εκπληκτικού συγγραφικού έργου που θα παραχθεί λίγα χρόνια μετά.

Το «Θέρος» είναι το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφίας του Κουτσί. Και αν τα δύο πρώτα, «Σκηνές απ΄τη ζωή ενός παιδιού» (Boyhood), και, «Σκηνές απ’τη ζωή ενός νέου» (Youth), είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, εδώ η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη αλλά χρησιμοποιείται ως τέχνασμα ένας (μάλλον αφελής) βιογράφος, αφού ο διάσημος συγγραφέας είναι (μυθιστορηματικά) ήδη νεκρός. Ο βιογράφος δεν έχει γνωρίσει προσωπικά τον Κουτσί και προσπαθεί μέσα από συνεντεύξεις με κάποιους ανθρώπους, τέσσερις γυναίκες και ένα άνδρα, να συνθέσει το πορτρέτο του συγγραφέα τα χρόνια 1972 έως 1975, όταν εκείνος επέστρεψε στην Ν.Αφρική μετά από ένα διάστημα που έζησε στις Η.Π.Α. και που είναι η περίοδος που ο Κουτσί έκανε τα πρώτα συγγραφικά βήματα και εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο Σκοτεινές χώρες (Dusklands)»). Εκτός από τις συνεντεύξεις χρησιμοποιούνται και κάποιες σημειώσεις, εν είδει ημερολογίου που αποσαφηνίζουν κάποια πράγματα για την οικογενειακή κατάσταση του ιδιόρρυθμου συγγραφέα.

Φαίνεται περισσότερο πολύπλοκο απ’ότι είναι. Στην πραγματικότητα είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ιδιαίτερα ευχάριστα και άνετα αφού η γραφή του Κουτσί είναι γεμάτη χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Ο ήρωας (στο προκείμενο), ο ίδιος ο συγγραφέας, παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια τεσσάρων γυναικών με τις οποίες συνδέθηκε αισθηματικά, με δύο και ερωτικά, με τις άλλες δύο προσπάθησε αλλά γνώρισε την απόρριψη, άλλοτε ως αφελής, άλλοτε ως άτσαλος, μετριότατος ως εραστής, τρυφερός αλλά ταυτόχρονα αφηρημένος, συναισθηματικά ανώριμος, χωρίς πάθος, γενικότερα ως άνθρωπος που δεν δείχνει με τίποτα ότι πρόκειται στα προσεχή χρόνια να παράξει συγγραφικό έργο τέτοιας ποιότητας που θα τον οδηγήσει στο βραβείο Νόμπελ το 2003. Ο Κουτσί πέφτει συνέχει σε γκάφες, ορισμένες φορές με τη στάση του παραπέμπει σε κάποιες γκροτέσκες κινηματογραφικές φιγούρες ενώ τα επεισόδια με την Βραζιλιάνα μητέρα μιας μαθήτριας του, την οποία πολιορκεί χωρίς επιτυχία είναι σπαρταριστά και ταυτόχρονα βαθιά μελαγχολικά.

Οι σχέσεις με τον πατέρα του κυριαρχούν σε όλο το βιβλίο με έναν Καφκικό τρόπο. Ο Κουτσί ζει με τον καταθλιπτικό του πατέρα, ο οποίος σε κάποια φάση της ζωής του έχασε την δικηγορική του άδεια και εργάζεται ως λογιστής σε μια εταιρία μεταφορών. Οι δύο άνδρες ζουν κοινωνικά απομονωμένοι, σε ένα σιωπηλό σπίτι. Οι συγγενείς του, στέκονται κριτικά απέναντί τους και κυρίως απέναντι στον Κουτσί για τον οποίο πιστεύουν ότι τον έχουν απελάσει από τις Η.Π.Α. και του φέρονται περιφρονητικά ενώ ο ίδιος δεν κάνει τίποτα για να τους αλλάξει την άποψη που έχουν γι’αυτόν.

Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η χώρα βρίσκεται σε αναταραχή. Το απαρτχάιντ και οι σχέσεις των μαύρων με τους λευκούς Αφρικάνερς, απόγονους των Μπόερς είναι στο προσκήνιο των διαλόγων του συγγραφέα με τις γυναίκες με τις οποίες σχετίστηκε και μέσα από αυτές περνάνε οι απόψεις του Κουτσί για το θέμα, όπου εκείνος πιστεύει ότι ο αγώνας των μαύρων είναι σωστός και δίκαιος απλά θεωρεί τον εαυτό του εκτός αυτού του παιχνιδιού λόγω των «Αφρικάνερ καταβολών του». Μέσα από αυτό το auto-da-fe, ο Κουτσί προβάλλει ως ένας ρομαντικός, ένας οραματιστής που θα ήθελε να δει ένα ουτοπικό (και μάλλον πολιτικά αφελές) μέλλον. «Επιθυμούσε διακαώς να έρθει εκείνη η ημέρα που όλοι οι άνθρωποι στη Νότιο Αφρική δεν θα χρησιμοποιούσαν πια κανένα προσδιορισμό για τον εαυτό τους, ούτε το Αφρικανοί ούτε το Ευρωπαίοι, ούτε το λευκοί ούτε το μαύροι, ούτε οτιδήποτε άλλο, όταν οι ιστορίες των οικογενειών θα ήταν πια τόσο περίπλοκες και ανακατεμένες, ώστε οι άνθρωποι θα ήταν εθνολογικά δυσδιάκριτοι, δηλαδή…μιγάδες. Το αποκαλούσε βραζιλιάνικο μέλλον

Ο Κουτσί σ’αυτό το περίεργο «μυθιστόρημα» λέει κάτι πολύ απλό και συνάμα προβοκατόρικο. Ότι ο καλλιτέχνης είναι ασήμαντος στην προσωπική του ζωή, ουσιαστικά ανύπαρκτος έξω από την καλλιτεχνική του δημιουργία. Ο συγγραφέας μπορεί έτσι να βλέπει τον εαυτό του, μπορεί από την άλλη να «παίζει» με τον αναγνώστη του, να είναι όλο αυτό ένα συγγραφικό τρικ, μια διακωμώδηση των αυτοβιογραφιών γενικότερα.

Το «Θέρος» είναι μια εξαιρετική καλλιτεχνική δημιουργία. Η ανυπέρβλητη ικανότητα του Κουτσί στην αφήγηση κρατάει τον αναγνώστη σε κάτι που κάποιος άλλος μπορεί να τον έδιωχνε μακριά. Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι και δυναμικοί ερχόμενες σε αντίθεση με τον πολύ cool και κάπως «αλλού γι’αλλού» συγγραφέα – θα μπορούσε κάποιος μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Κουτσί δεν θα ζει πλέον, να το δει και ως ένα πολύ ωραίο και καλογραμμένο μυθιστόρημα, ένα καθαρό page-turner γεμάτο χιούμορ, ειρωνία και πολλή σοφία.

____________________________________________________________________

Αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν 5 χρόνια από τη δημιουργία του blog. 5 χρόνια γεμάτα βιβλία, κάτω από μια (χαλαρή θέλω να πιστεύω) διαφορετική και τελείως ανεξάρτητη οπτική. Παρά τις μεγάλες αλλαγές που έγιναν στην προσωπική μου ζωή από το 2006, ένα πράγμα με κράτησε «όρθιο» και αυτό ήταν (και είναι) η λογοτεχνία. Μένω σταθερός στο motto με το οποίο ξεκίνησα αυτό το ιστολόγιο, «Διαβάζω για να ζω, ζω για να διαβάζω».
Ευχαριστώ όσους με διαβάζουν όλα αυτά τα χρόνια, και όσους με ακολουθούν ή «συνομιλούν» μαζί μου εσχάτως μέσω Facebook και Twitter, ευχαριστώ τους αρκετούς φίλους που δημιούργησα μέσω του blog και υπόσχομαι (μπορεί να το δει κάποιος και ως απειλή αυτό), ανάλογη συνέχεια.





Hosted by kiwi6.com music upload.
Download mp3 - Upload music.




A man of great promise -THE STYLE COUNCIL