Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011
posted by Librofilo at Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011 | Permalink
Looking back
«…Συχνά το μυαλό συλλαμβάνει τα μικρά πράγματα πιο εύκολα από όσο τη γενική εικόνα• ότι, για παράδειγμα, είναι πιο θελκτικό για τους αναγνώστες να κατανοήσουν το νόημα ενός ιστορικού γεγονότος πελώριας κλίμακας μέσω της ιστορίας μιας οικογένειας.»

Περίπου 6 εκατομμύρια Εβραίοι χάθηκαν κατά τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου. Ο Αμερικανοεβραίος πανεπιστημιακός και συγγραφέας, Daniel Mendelsohn ψάχνει να βρει πως χάθηκαν 6 από αυτούς στο εκπληκτικό βιβλίο «ΧΑΜΕΝΟΙ» (The Lost), (Εκδ. Πόλις, (εξαιρετική) μετάφρ. Μ. Ζαχαριάδου, σελ. 581). Το χαμένο για πάντα κομμάτι μιας πολυμελούς οικογένειας, από τη μεριά της μητέρας του συγγραφέα, αποτελεί μόνο την αφορμή για ένα ταξίδι στα βάθη της ιστορίας ενός τόπου, ενός χωριού της Γαλικίας που αποτελεί τώρα κομμάτι της Ουκρανίας, στα βάθη της ιστορίας της γενοκτονίας ενός λαού.

Όταν ήταν μικρός ο συγγραφέας αναρωτιόταν γιατί μπαίνοντας σε ένα δωμάτιο όταν ήταν μαζεμένοι όλοι οι συγγενείς της οικογένειας, αυτοί έβαζαν τα κλάμματα μόλις τον έβλεπαν και έβγαζαν κραυγές: «Ω, μοιάζει τόσο πολύ του Σμιλ!». Σιγά-σιγά έμαθε ότι αναφερόντουσαν στον μεγαλύτερο αδερφό του παππού του, ο οποίος με την γυναίκα και τις 4 κόρες τους έπεσαν θύματα της Ναζιστικής θηριωδίας. Λεπτομέρειες κανείς δεν ήξερε να του πει και ο συνήθως λαλίστατος παππούς του, που οι κάθε είδους ιστορίες δεν έλειπαν από το ρεπερτόριο του. απέφευγε να επεκταθεί στο θέμα. Όταν κάτι μπαίνει στο μυαλό σου από την παιδική σου ηλικία δύσκολα βγαίνει κι έτσι ο μικρός Ντάνιελ από την εφηβεία του ακόμα αρχίζει και ψάχνει την οικογενειακή ιστορία ρωτώντας δεξιά κι αριστερά για πληροφορίες. Για τον μόνο που δεν μαθαίνει πολλά είναι για τον Σμιλ και την οικογένειά του, οι οποίοι ζούσαν στο (τότε) Μπόλεχοβ κάποτε ΑυστροΟυγγρικό, μετέπειτα Πολωνικό, μετά τον πόλεμο Σοβιετικό Μπόλεχοφ και νυν Ουκρανικό Μπόλεχιβ, όπου η οικογένεια των Γιέγκερ διατηρούσε ένα μεγάλο (κόσερ) χασάπικο και αργότεραν είχε φορτηγά όπου έκανε διανομές σε κοντινές περιοχές. Ο Σμιλ Γιέγκερ είχε μεταναστεύσει κι εκείνος στις ΗΠΑ αλλά μετά από ένα χρόνο γύρισε πίσω, αφού προτιμούσε να είναι «ένα μεγάλο ψάρι σε μια μικρή λίμνη» παρά το αντίθετο και μέχρι το 1939 αυτή του η απόφαση φαινόταν μάλλον σωστή.

Ο Μέντελσον εμμονικά και με πάθος θα ασχοληθεί επί χρόνια, ψάχνοντας το τι συνέβη τις μοιραίες μέρες της γερμανικής κατοχής της πόλης και πως αφανίστηκαν τα 6 μέλη της οικογένειας. Ξεκινώντας από το διαδίκτυο για επιζώντες από το Μπόλεχοβ του πήρε περίπου 5 χρόνια και πολλά ταξίδια, στο Μπόλεχοβ, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στην Βαλτική, στην Σουηδία, στην Δανία, ξανά πίσω στο Ισραήλ για να καταλήξει στο Μπόλεχοβ. Μνήμες κομματιασμένες και πολλές φορές λανθάνουσες πληροφορίες από γείτονες, φίλους του Σμιλ και της οικογένειάς του, κουβέντες στον αέρα που πιάνει ο συγγραφέας, στοιχεία που οδηγούν σε άλλα στοιχεία. Πρόδωσε κάποιος τον Σμιλ και την μια κόρη που κρύβονταν σε ένα κελλάρι; Και ποιος τους έκρυβε; Ήταν έγκυος η μία κόρη, ή όχι, ή μήπως ήταν η άλλη; Γιατί ο παππούς του Μέντελσον που τόσο αγαπούσε και θαύμαζε τον μεγάλο του αδερφό τον Σμιλ, δεν απάντησε στις εκκλήσεις βοηθείας, στα γράμματα για οικονομική βοήθεια στην αρχή του πολέμου, όταν ο Σμιλ εκλιπαρούσε για λίγα χρήματα, (αφού του είχαν κατασχέσει οι Γερμανοί τα φορτηγά με τα οποία έκανε μεταφορές) για να μπορέσει να στείλει την οικογένειά του στις Η.Π.Α και την σωτηρία;

Ο συγγραφέας κουβαλάει μαζί του φωτογραφίες, οι άνθρωποι που συναντάει κουβαλάνε μνήμες. «Πλούσιοι σε αναμνήσεις, φτωχοί σε αναμνηστικά» όπως χαρακτηριστικά γράφει. Προσπαθεί να κατανοήσει το ιστορικό πλαίσιο. Οι επιζώντες του αναπαριστούν τις ημέρες των Aktion, των αιφνίδιων (ή όχι και τόσο αιφνίδιων) οργανωμένων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ναζί με την βοήθεια των Ουκρανών συγχωριανών τους, των μέχρι τότε υπαλλήλων τους ή και φίλων τους και ο Μέντελσον βάζει την φαντασία του να δουλέψει. Σκέφτεται την Ρούχελε να στέκει γυμνή μπροστά από τον λάκο και να αντικρύζει το εκτελεστικό απόσπασμα, τον Σμιλ και την Φρίντκα να εκτελούνται «καρφωμένοι» από κάποιον γείτονα, την Έστερ, την σύζυγο του Σμιλ, να την φορτώνουν στο τρένο που θα την οδηγήσει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και στον θάλαμο αερίων – ήταν μαζί η μικρή κόρη, η Μπρόνια, ή την σκότωσαν οι στρατιώτες όπως και τα υπόλοιπα Εβραιόπουλα στριφογυρίζοντας τα και τσακίζοντας τα κεφάλια τους; Τι ρόλο έπαιξε η Εβραϊκή αστυνομία σε όλα αυτά;

Ερωτήματα που παράγουν περισσότερες απορίες παρά απαντήσεις. Διάσπαρτες μνήμες ανθρώπων που γλύτωσαν ως εκ θαύματος και τώρα 50-60 χρόνια μετά προσπαθούν να θυμηθούν καθημερινά γεγονότα. «Ήταν κουφός, τα πόδια της ήταν ωραία, ήταν φιλική, ήταν έξυπνος, το ένα κορίτσι ήταν μαζεμένο ή ίσως και εύκολο, στο άλλο άρεσαν τα αγόρια ή ίσως έκανε απλώς τη δύσκολή. Ήταν πεταλούδα! Εκείνος είχε δύο φορτηγά, έφερνε τις πρώτες φράουλες, κρατούσε το σπίτι της τέλειο, ήταν λίγο μεγαλοπιασμένος, έπαιζαν χαρτιά, οι γυναίκες έπλεκαν βελονάκι, ήταν ψηλομύτα, hoch Nase! Ήταν καλή σύζυγος, καλή μητέρα, καλή νοικοκυρά• τι άλλο να πει κανείς; Τον αποκαλούσαν «βασιλιά», τα βιβλία της τα κουβαλούσε έτσι, τα μάτια της ήταν γαλάζια αλλά είχαν ένα καφετί κομματάκι εδώ, πήγαιναν σινεμά, πήγαιναν για σκι, έπαιζαν βόλεϊ, έπαιζαν μπάσκετ, έπαιζαν πινγκ-πονγκ! Εκείνος πήρε πρώτος ραδιόφωνο, η κεραία ήταν τόσο ψηλή, μόνο δυο άνθρωποι στο Μπόλεχοφ είχαν αυτοκίνητα, κι ο ένας ήταν αυτός. Πήγαιναν στον οίκο της προσευχής ή μπορεί και όχι ή πήγαιναν μόνο στις μεγάλες γιορτές• προσεύχονταν, έφτιαχναν τσίμες κάθε Πρωτοχρονιά, πήγαιναν κρυφά στο χασάπικο του Πολωνού κι έτρωγαν λουκάνικα στα μουλωχτά! Την αγαπούσε τη γυναίκα του τόσο πολύ, au au au au au!
Ήταν ωραία οικογένεια, όμορφη οικογένεια.
Ήταν ζωή αυτή, ήταν ζωή.»

Ο Μέντελσον συνδιάζει την αφήγηση και την κυκλική ροή της περιγραφής των γεγονότων με κομμάτια από την Βίβλο, επικεντρώνοντας στην Γένεση, στην ιστορία του Αβραάμ, στους Κάιν και Άβελ, στην ιστορία των Σοδόμων και Γομόρων, παραλληλίζοντας τα με τις καταστάσεις του Ολοκαυτώματος προσφέροντας φιλοσοφικά σχόλια στα γεγονότα αλλά εκείνο που σου μένει από αυτό το εξαιρετικό βιβλίο είναι οι «φωνές» των γηραιών πλέον επιζησάντων, που μεταφέρονται με συναρπαστικό τρόπο και τις διαβάζεις με κομμένη την ανάσα, λυρικές και κινηματογραφικές. Ακόμα και στις φορές που η εμμονή του για κάποια πράγματα, να προσπαθεί να διευκρινίσει το ένα ή το άλλο γίνεται κουραστική και νιώθεις να κάνει κύκλους γύρω από το ίδιο θέμα, δεν ενοχλεί καθώς είναι τόσο γοητευτική (εντάξει, «γοητευτική» μπορεί να μην είναι η αρμόζουσα λέξη) η αναπαράσταση των γεγονότων, που βάζει κάτω ακόμα και το πιο ευφάνταστο μυθιστόρημα ή αφήγηση γύρω από το Ολοκαύτωμα.

Ο Μέντελσον δεν θα πάρει απαντήσεις, δεν θα βρει την άκρη σε όλες του τις απορίες και πολλά γεγονότα θα μείνουν ανεξιχνίαστα ή καλυμμένα υπό κάποιο πέπλο σιωπής. Από αυτό το συγγραφικό ταξίδι δεν θα βγει ο ίδιος άνθρωπος, είναι και ένα γερό μάθημα αυτογνωσίας και σχετικότητας των πραγμάτων και των γεωγραφικών ισορροπιών. Η τελευταία επίσκεψη στο Μπόλεχοβ, ίσως οι πιο συγκλονιστικές σελίδες του βιβλίου, θα του δώσουν αρκετές απαντήσεις αλλά το όλο θέμα συνεχίζει να είναι σαν «μπάμπουσκα», πάντα θα υπάρχει κάτι άλλο, κάτι καινούργιο θα προκύψει απλά πρέπει να μπει μια τελεία κάπου. Η ιστορία του Σμιλ Γιέγκερ και της οικογένειάς του, ανολοκλήρωτη όπως είναι η ίδια η ζωή, απεικονίζει με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο τη μοίρα όχι μόνο ενός ταλαιπωρημένου λαού αλλά και ενός κόσμου που όλο αλλάζει και όλο ο ίδιος μένει. Ο συγγραφέας με το παράδειγμα του προτρέπει να «σκάψουμε», να μάθουμε, να μην αφήσουμε τις ιστορίες να χάνονται – έτσι κι αλλιώς «κανένα πλήθος βιβλίων, όσο μεγάλο κι αν είναι, δεν αρκεί για να τα καταγράψει όλα, έστω κι αν μπορούσαν να καταγραφούν…Αλλά μπορεί για λίγο ένα μικρό μέρος να διασωθεί, αρκεί κάποιος να βρεθεί αντιμέτωπος με την πληθώρα όλων όσων υπάρχουν και όλων όσων υπήρξαν, και να πάρει την απόφαση να κοιτάξει πίσω, να ρίξει μια τελευταία ματιά, να αναζητήσει για λίγο τα ερείπια του παρελθόντος και να δει όχι μόνο ό,τι χάθηκε αλλά και ό,τι μπορεί ακόμα να βρεθεί

Ο Daniel Mendelsohn (γεν. 1960) διδάσκει αρχαία ελληνική και λατινική φιλολογία στο Bard College. Είναι επίσης κριτικός βιβλίων, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Θεωρείται «ειδικός» στην Καβαφική ποίηση και το τελευταίο του βιβλίο είναι τα «C. P. Cavafy: Collected Poems» και «C. P. Cavafy: The Unfinished Poems» (για το δεύτερο τιμήθηκε με το βραβείο Guggenheim.

_________________________________________________









"Je crois entendre encore"
(Yiddish Version) from "Les pêcheurs de perles (The Pearl Fishers)" (1863)
Music by Georges Bizet
Libretto by Michel Carré and Eugène Cormon (uncredited)
Performed by Salvatore Licitra and The Orchestra of the Royal Opera House
Concertmaster Vasko Vassilev