Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011 | Permalink
Η ελληνική ιλαροτραγωδία
Ένα πολυφωνικό και ιδιαίτερο μυθιστόρημα, είναι τα «ΠΟΡΦΥΡΑ ΓΕΛΙΑ» του εξαιρετικού συγγραφέα Μισέλ Φάις (Εκδ. Πατάκη, σελ.248), το οποίο «σου αντιστέκεται» αρχικά αλλά στη συνέχεια σε γοητεύει με τη δύναμη της γραφής αλλά και το γοητευτικό «παιχνίδι» ιστορικού πλαισίου και μυθοπλασίας.

Ο Φάις παραθέτει στην αρχή του βιβλίου, μια καίρια ρήση του W.Benjamin, με την οποία δίνει τον τόνο του μυθιστορήματος. «Το αληθινό πρόσωπο της ιστορίας απομακρύνεται καλπάζοντας»…Υπάρχει μια αντικειμενική θεώρηση της ιστορίας ή όσο πλησιάζουμε την (όποια) αλήθεια, αυτή απομακρύνεται από εμάς; Και οι πολλές μικρές ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων και άθελα ή ηθελημένα συμμετείχαν ενεργά σε κάποιους «ενδιαφέροντες καιρούς» μπορούν να καθορίσουν το γενικό πλαίσιο ή την γενικότερη θεώρηση των γεγονότων; Ερωτήματα που όσο τα σκέφτεσαι τόσο περισσότερο μπερδεύεσαι και αυτή τη ρευστότητα αποκομίζεις κυρίως με την ανάγνωση ενός βιβλίου που ξεκινά ως θεατρικό έργο Ιονεσκικής υφής για να συνεχισθεί δραματικά και να ξεδιπλώσει μια ιστορία(ες) δραματική και σπαρακτική.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε 2 μέρη τα οποία μπορούν να διαβαστούν και αυτόνομα. Το πρώτο μέρος, (σελ.11-118) είναι ουσιαστικά ένα θεατρικό έργο με σκηνικό ένα Κυψελιώτικο ρετιρέ με παλιά έπιπλα και στον τοίχο «δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες:μια μεγάλη, κορνιζαρισμένη (Ζαχαριάδης), και μια μικρή, κολλημένη στον τοίχο με σελοτέιπ (Βελουχιώτης)». Στο δωμάτιο ένας νεαρός και μια ηλικιωμένη. Είναι η «γιαγιά», πρώην «κόκκινη δασκάλα», δυναμικό στέλεχος του Κόμματος και ο εγγονός της. Η τηλεόραση αναμμένη σε κάποιο περιθωριακό κανάλι και ένας τύπος ξαναμμένος και οργισμένος κραυγάζει για μια θεωρία συνωμοσίας. Είναι ο γιός της γιαγιάς και θείος του εγγονού. Η γιαγιά έχει αλτζχάϊμερ και λέει ασυναρτησίες ενώ ο εγγονός προσπαθεί να καταλάβει το οικογενειακό παρελθόν. Ο διάλογος μεταξύ τους δεν έχει ειρμό και λογική. Ο εγγονός μιλάει για τον εμφύλιο, για το παρελθόν, για την δράση της γιαγιάς και τον αγώνα του παππού του, η γιαγιά λέει τα δικά της, ο άλλος στην τηλεόραση κραυγάζει «για την ξανθιά φυλή που θα κατέβει στα Βαλκάνια και θα μας σώσει» ενώ στον διάλογο παρεμβάλλονται κομμάτια από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Τον σουρεαλιστικό διάλογο εγγονού-γιαγιάς διακόπτει η είσοδος του (πεθαμένου πλέον) παππού, και η εμφάνιση στο διαμέρισμα των δύο γιών του συνωμοσιολόγου και πρώην φανατικού στελέχους του Κ.Κ., Στάθη και του ανακατεμένου με την 17Ν, Στράτου για να επιτείνουν το χάος των διαλόγων και της ατμόσφαιρας του μυθιστορήματος.

Το δεύτερο μέρος, (σελ. 119-248) έχει τίτλο «Κρασνάγια Γκρέτσια (Κόκκινη Ελλάδα)» και έχει 4 αφηγητές, τον εγγονό (που πλέον είναι ο «καυλωμένος εγγονός») την γιαγιά («ξεχασμένη γιαγιά»), τον παππού («Φτερουγισμένος παππούς») και ένα τύπο που το Κόμμα του έχει αναθέσει την εκτέλεση του παππού («Δαίμονας του παππού»). Εδώ πλέον έχουμε αφηγήσεις ανεξάρτητες μεταξύ τους, του εγγονού που έχει σεξουαλικά οράματα συνευρέσεων με δύο γυναίκες, της γιαγιάς, κόκκινης δασκάλας φανατικής με το Κόμμα και τον Ζαχαριάδη η οποία λειτουργεί ως φερέφωνο της κομματικής γραμμής υπερασπιζόμενη το «δίκαιο του αγώνα» και η οποία περιγράφει πως θα είναι (ή πως ήδη είναι) η κοινωνία επί «λαοκρατίας» όπου έχουν αφανιστεί οι ομοφυλόφιλοι και οι χοντροί. Και έχουμε τις δύο συγκλονιστικές αφηγήσεις, από τη μια του παππού και από την άλλη του επίδοξου εκτελεστή του.
Στην αφήγηση του παππού, ο οποίος ήταν υποβολέας του θεάτρου, προτού ανέβει στο βουνό και μετέπειτα ακολουθήσει τους ηττημένους στην φυγή τους περνώντας τα σύνορα, παντρεμένος δε με την περίφημη «Κόκκινη δασκάλα» (την γιαγιά) την οποία σέβονται όλοι, καταφεύγει μαζί με τους άλλους στο Μπούλκες, όπου μην αντέχοντας τις συνθήκες και διαβλέποντας το μέλλον ζητάει με δεκάδες άλλους συντρόφους του να γυρίσει πίσω. Οι ιθύνοντες αφού πρώτα τους βασάνισαν και τους εξευτέλισαν τους βάζουν στο τρένο της επιστροφής, τους περνάνε τα σύνορα βάζοντας τους στην πατρίδα και τους αφήνουν στην τύχη τους, είτε αναγκάζοντάς τους να παραδοθούν στο ελληνικό κράτος, είτε να ζήσουν σαν αγρίμια κυνηγημένοι από την κρατική εξουσία αλλά και από την κομματική. Στην αφήγηση του «εκτελεστή» και «τιμωρού», έχουμε έναν τύπο που κυριολεκτικά μεγάλωσε στον δρόμο αρχικά πολεμώντας τους Γερμανούς και μετά υπηρετώντας το Κόμμα ως εκτελεστής της ΟΠΛΑ και χάρις στην ικανότητά του στο σημάδι, εκτελεστής των «εχθρών του κόμματος». Ένα τύπο πειθήνιο όργανο σε κάθε διαταγή, την οποία απλά εκτελούσε με ανατριχιαστική ευλάβεια.

Μέσα από τις αφηγήσεις των τεσσάρων χαρακτήρων ξεδιπλώνεται η ιλαροτραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας, ο παραλογισμός των ιδεολογιών, η «εθνική μας τύφλωση» κατά κάποιο τρόπο. Ο κυνηγημένος και από τις δύο πλευρές υποβολέας παππούς που έχει εμμονή με τις Βάκχες, ένα έργο γραμμένο μετά έναν άλλο τερατώδη Εμφύλιο, τον Πελοποννησιακό πόλεμο, η διαμάχη Ζαχαριάδη/Βελουχιώτη, το πώς ο απελευθερωτικός αγώνας του ΕΑΜ κατέληξε σε αιματοκύλισμα αδερφικό, πως η τραγωδία μετατρέπεται σε φάρσα και τούμπαλιν.

Το μυθιστόρημα γραμμένο μαεστρικά, προκαλώντας τον αναγνώστη σε ένα λογοτεχνικό ταξίδι μεταξύ «παραλογισμού» και ειρωνίας της νεοελληνικής πραγματικότητας με την τηλεόραση και την υστερία της συνεχώς ανοιχτή, με τον πρώην φανατικό κομμουνιστή και νυν μουρλό τηλεσχολιαστή/παρουσιαστή στο βαθύ δράμα και το κυνήγι της επιβίωσης μεταξύ ενός «ιδεολόγου» εκτελεστή και ενός ευαίσθητου ανθρώπου που προδόθηκε απ’ότι πίστεψε για να καταλήξει να διασωθεί και να περάσει στη δούλεψη ενός ηθοποιού με τον οποίον είχαν ανέκαθεν ιδεολογικές διαφορές αλλά του φέρθηκε πιο ανθρώπινα από τους «σε μόνιμη ευαισθησία» πρώην συντρόφους του.

Ακόμα και στο πιο δραματικό σημείο της αφήγησης, πετιέται η «κόκκινη δασκάλα» και αφηγείται σκηνές ενός μέλλοντος τόσο κωμικού (μέσα στον παραλογισμό του) που δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις: «…Να μια εικόνα από το κόκκινο μέλλον! Όλοι γύρω από τη σόμπα που μπουμπουνίζει, τρώγοντας τραχανά, σπάζοντας καρύδια και πίνοντας καυτό ρώσικο τσάι.», ή (το κορυφαίο-κυρίως λόγω οπαδικής προτίμησης): «Η ΑΕΚ, αγαπημένη ομάδα του Γ.Γ. μας, κατέκτησε για δέκατη έκτη συνεχή χρονιά το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στη Λαϊκή Δημοκρατία μας. Ο σύντροφος Ζαχαριάδης παρέθεσε γεύμα σε παίκτες, προπονητές και διοίκηση, ενώ χάρισε στον πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος, Τζερμαδιανό, τον επονομαζόμενο Κόκκινο Βέλος, για έβδομη χρονιά την μπάλα με το κοραλλί σφυροδρέπανο.
Και φέτος η ΑΕΚ θα προπονηθεί στον επαναστατικής ομορφιάς δρυμό του Γράμμου, στο σύγχρονο αθλητικό κέντρο Λεβ Γιασίν (περιοχή Βροντερού).
»

Όλα είναι μπερδεμένα και ρευστά λέει ο Φάις και που σταματάει η κωμωδία και αρχίζει το δράμα, δεν μπορείς να καταλάβεις. Όλα είναι «ηρωϊκά και έντονα αγωνιστικά» στη συλλογική μνήμη και έτσι περνάνε από γενιά σε γενιά αλλά μήπως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι; Ο εγγονός μπαϊλντισε πλέον με τις «ηρωικές αφηγήσεις» και με «το δίκιο του αγώνα» και εξαντλείται σε σεξουαλικά οράματα αποξενωμένος από το βαρύ παρελθόν του ενώ η γιαγιά του σε ένα σπάνιο διάλειμμα συνειδησιακής αυτογνωσίας του λέει: «Προδότες μάς ανεβάζανε, σφαγείς μάς κατεβάζανε. Επανάσταση κάναμε, δεν παίζαμε τις κουμπάρες. Δεν μπορείς να μιλήσεις για το τότε από το σήμερα. Τότε πιστεύαμε, τώρα δεν πιστεύουν. Τώρα όλοι κρίνουν και θυσία μηδέν. Μονολιθικοί; Και βέβαια ήμασταν μονολιθικοί. Όταν πηγαίνεις να πεθάνεις τι θα είσαι;». Δεν βγάζεις άκρη, και ο συγγραφέας (σοφά ποιών) δεν παίρνει θέση, έτσι κι αλλιώς απαντήσεις δεν υπάρχουν, μόνο η ελληνική «κωμωδία» που συνεχίζει ακάματη το δρόμο της.




Hosted by kiwi6.com music upload.
Download mp3 - Upload music.



Ennio Morricone - Allonsanfan