Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2011
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2011 | Permalink
Ο γύρος του θανάτου
Η ιστορία του «Δράκου του Σέϊχ-Σου» είναι απλώς η αφορμή για τον εξαιρετικό ερευνητή, φιλόλογο, στιχουργό και άλλα πολλά, Θωμά Κοροβίνη για την δημιουργία του πολύ καλού αναγνώσματος, «Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ», (Εκδ. Άγρα, σελ.209). Το βιβλίο που ανήκει στην κατηγορία των «non-fiction novels» (δηλαδή μυθιστορήματα χωρίς μύθο) δεν εξιστορεί επί μακρόν τα δραματικά γεγονότα της σύλληψης του Αριστείδη Παγκρατίδη, ούτε τόσο την στημένη (τελείως) δίκη, ούτε τις κατασκευασμένες κατηγορίες προς τον «τέλειο ένοχο». Αυτό που περισσότερο ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι ο κοινωνικός περίγυρος, η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη των λαϊκών συνοικιών, το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε, η ατμόσφαιρα του κλίματος μιας εποχής.

Τα γεγονότα είναι γνωστά και έχουν καταγραφεί σε πολλά βιβλία που έχουν ασχοληθεί με το θέμα του «Δράκου», κυρίως δε έχουν καταγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο όσων έζησαν, είτε ως μικρά παιδιά, είτε ως μεγάλοι στην δεκαετία του 60. Τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκε, καταδικάστηκε και τελικά εκτελέστηκε ο Παγκρατίδης συνέβησαν από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 59. Πέντε άνθρωποι, το ζευγάρι Αθανασίου-Βλάχου στο Σέϊχ-Σου, το ζευγάρι Ραΐση-Παληογιάννη κοντά στο αεροδρόμιο της Μίκρας και η Πατρικίου μέσα στο Δημ.Νοσοκομείο. Δεν υπήρχε δράση του δολοφόνου (που τα στοιχεία καταδείκνυαν ότι ήταν το ίδιο άτομο) το επόμενο διάστημα, κατά το οποίο καλλιεργείτο μια ατμόσφαιρα τρόμου στην πόλη. Ο Παγκρατίδης συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 63, επιχειρώντας να βιάσει μια ανήλικη στο ορφανοτροφείο «Μέγας Αλέξανδρος» και μετά από μερικές μέρες ανακρίσεων «ομολόγησε» για όλες τις ανεξιχνίαστες μέχρι τότε δολοφονίες. Προσήχθη σε δίκη, η οποία διεξήχθη δύο χρόνια μετά και παρά την πρόταση του εισαγγελέα για ισόβια κάθειρξη λόγω «αβεβαιότητας», το δικαστήριο τον καταδίκασε «τετράκις εις θάνατον» (Φεβ.1966) και δύο ακριβώς χρόνια μετά (Φεβ.1968) στις 7.06 το πρωί στο Γεντί Κουλέ, δίπλα στις φυλακές, «εκεί που σήμερα γίνονται συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις», ο Παγκρατίδης έπεσε νεκρός από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος.»

Τα στοιχεία για την δίκη και γύρω από την απολογία και την ανάκριση του Παγκρατίδη παρατίθενται στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Στο κύριο (και μεγαλύτερο) κομμάτι του, ο Κοροβίνης δίνει μυθοπλαστικά τον λόγο σε 9 ανθρώπους που μιλάνε για την γνωριμία τους με τον Παγκρατίδη. Μέσα από τις περιγραφές αυτών των διαφορετικών ανθρώπων ξετυλίγεται η σπαρακτική ιστορία ενός ανθρώπου του περιθωρίου, ενός λούμπεν τύπου που «η μοίρα από νωρίς τον είχε σημαδέψει». Ορφανός από πολύ μικρός, ζούσε με την μάνα του και τα μεγαλύτερα αδέρφια του στην Κάτω Τούμπα της Θεσσαλονίκης. Μονίμως πεινασμένος, έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό και το παρατσούκλι του ήταν «Γουρούνα», από μικρός στη βιοπάλη και στο μεροκάματο, κάθεται να τον πηδάνε διάφοροι για ένα πιάτο φασολάδα. Από τους πάντες αποδιωγμένος και χωρίς μόνιμη δουλειά, μπλέκει σε μικροκλοπές, γνωρίζει τη νύχτα από την καλή κι απ’την ανάποδη. Η πιο σταθερή του δουλειά, λίγοι μήνες «γενικών καθηκόντων» στον «Γύρο του θανάτου» ένα δημοφιλέστατο θέαμα της εποχής στα λούνα-παρκ (άγνωστο στους νεώτερους), όπου σε ένα τεράστιο βαρέλι μπαίνανε δύο ή και παραπάνω μοτοσυκλετιστές όπου ανέπτυσσαν ιλιγγιώδη ταχύτητα γυρνώντας γύρω-γύρω προκαλώντας απίστευτο θόρυβο.

Κανείς δεν πίστεψε ότι ο Αρίστος Παγκρατίδης ήταν ο πραγματικός ένοχος των δολοφονιών που του αποδώθηκαν από τις αρχές και αυτή την άποψη περνάει από όλους τους αφηγητές ο συγγραφέας. Αυτό το δεδομένο, το οποίο δεν αμφισβητείται από κανέναν πλέον, λειτουργεί ως υποστηριχτικό γεγονός στο αφηγηματικό υπόβαθρο των αφηγήσεων, ενός παιδικού φίλου του Αρίστου, μιας γειτόνισας, ενός ανθρώπου της ψαραγοράς που έβλεπε τι τραβούσε ο έφηβος Αρίστος από τους μάγκες της πιάτσας, ενός γείτονα παρακρατικού, ενός αστού οικογενειάρχη που έπιασε την «ψυχοκόρη» του αγκαλιά με τον Αρίστο, ενός αστυφύλακα, ενός τραβεστί, του αφεντικού του στον «Γύρο του θανάτου» και τελικά μιας τραγουδίστριας των περιθωριακών μαγαζιών η οποία είχε ερωτική σχέση με τον Αρίστο. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί διαφορετικό ύφος στην κάθε αφήγηση ανάλογα με το κοινωνικό στάτους του αφηγητή – φέρνοντας στο νου χορικά αρχαίας τραγωδίας. Από την αρχαΐζουσα του αστού, στα καλιαρντά της τραβεστί, στην λαΐκή γλώσσα των προσφυγικών συνοικιών με τις πολλές τούρκικες λέξεις.

Το πολύ γοητευτικό στοιχείο του ιδιόμορφου «μυθιστορήματος» του Θ.Κοροβίνη είναι η πανοραμική εικόνα της εποχής. Στα μάτια μας προβάλλει η εικόνα μιας πόλης και μιας εποχής, όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο και η εξουσία τους εκμεταλευόταν χυδαία. Χαφιεδισμοί, αστυνομοκρατία, παρακράτος, λούμπεν καταστάσεις, φτώχεια και μιζέρια προβάλλουν ολοκάθαρα μέσα από την πένα του Κοροβίνη. Η δύναμη του αστυνομικού κράτους που κατασκευάζει ενόχους, που κρατάει τον απλό πολίτη εγκλωβισμένο στην ανέχεια και στον φόβο. Η περιγραφή του κοινωνικού πλαισίου είναι αυτό που εντυπωσιάζει στην γραφή του Κοροβίνη και αυτό που προσδίδει την μεγαλύτερη αξία στο βιβλίο αυτό.

Μοιάζει με ταινία του ιταλικού νεορεαλισμού, οι δε χαρακτήρες έχουν κάτι από την δωρικότητα των προσώπων που χρησιμοποιούσε ο Παζολίνι στις ταινίες του.Μπορεί κάποιες στιγμές η μεγάλη και συχνή χρήση των τούρκικων λέξεων να κουράζει, ενώ η ανάγνωση του κεφαλαίου με την αφήγηση της Λόλας (του τραβεστί) στα καλιαρντά να μην είναι εύκολη αλλά η δύναμη των σκηνών είναι τέτοια που μόνο σε κινηματογραφική ταινία έχω ξανασυναντήσει. Ελεγειακό και ποιητικό μέσα στην αγριάδα του, το βιβλίο του Κοροβίνη ψύχραιμο και καθόλου καταγγελτικό, αποφεύγοντας μελοδραματισμούς και «ευκολίες», είναι ένας θρήνος για μια πόλη και για μια εποχή (ελάχιστα αθώα,αρκετά πιο αφελής και σε πολλά αποκρουστική) που φαντάζει τόσο μακρινή πίσω στον χρόνο.




Hosted by kiwi6.com file hosting.
Download mp3 - Free File Hosting.

Δ.Σαββόπουλος & Α.Πρωτοψάλτη – Γεννήθηκα στη Σαλονίκη